Legislator Case Law & Legislation
1709/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of state compensation claim for mental anguish due to lack of clarity.

Case Number 1709/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject their claim for state compensation for mental anguish as inadmissible. The appellants argued the lower court erred by dismissing the claim without examining evidence, but the court found the appeal arguments insufficient. The court ruled that since the lower court rejected the claim on procedural grounds of vagueness, it was legally unable to consider the evidence, and the appellants failed to properly specify the evidence in their appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 118(4), 216(1), 559(11)(g), 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a dismissal for inadmissibility due to vagueness is inadmissible if the appellant fails to specify the evidence not considered and does not demonstrate it was properly introduced in the lower court.

Keywords

AI generated
state compensation claim mental anguish damages inadmissibility due to vagueness appeal against inadmissibility evidence specification requirement procedural dismissal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1709 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1709/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. συζύγου Π.. Δ.., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ... και 3) Χ. θυγατέρας Π.. Δ.., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Πεπόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου υπό του κ. Υπουργού των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Καρυτινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 5-5-2023 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 608/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3702/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3702/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 608/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 17-12-2012 αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου περί καταβολής σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανάτου του οικείου τους προσώπου που προκλήθηκε από την φερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (Α.Π.1424/2017, Α.Π.597/2015).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Η διάταξη του άρθρου 224 εδαφ. β του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος (Α.Π.1611/2008).

Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.106/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (Α.Π.1979/2017).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (Α.Π.46/2020, Α.Π.93/2016, Α.Π.1513/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 105 εδ.α` Εισ.Ν.ΑΚ, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι το δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του από τις οποίες επήλθε ζημία τρίτου, ήτοι για εκείνες με τις οποίες παραβιάστηκε ορισμένη διάταξη νόμου που προστατεύει δικαίωμα ή συμφέρον αυτού που ζημιώθηκε, εφόσον η παράνομη αυτή ενέργεια έγινε κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης στο όργανο δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς να είναι απαραίτητο να υφίσταται και υπαιτιότητα του οργάνου τούτου ως αναγκαίος όρος της ευθύνης του δημοσίου.

Συνάμα πρέπει να συντρέχει και πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια της ζημιογόνας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας. Τούτο συμβαίνει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτου και ασυνήθιστου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία (Ολ.Α.Π.226/1982, Α.Π.1555/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείοντες, με την από 17-12-2012 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσαν ότι ο Χ. Δ., υιός των δύο πρώτων των εναγόντων και αδελφός της τρίτης εξ αυτών, παρουσιάστηκε το έτος 1974 στο Μεγάλο Πεύκο Αττικής, προκειμένου να υπηρετήσει στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, ενώ εν συνεχεία μετατέθηκε για τη συνέχιση της στρατιωτικής του θητείας στο στρατόπεδο Μάλεμε της Κρήτης.

Ότι ακολούθως το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουλίου του έτους 1974 η μονάδα του έλαβε εντολή να μεταβεί για πολεμικές επιχειρήσεις στην Κύπρο, προς απόκρουση της τουρκικής εισβολής στην Κυπριακή Δημοκρατία με την κωδική ονομασία "Νίκη" και για το σκοπό αυτό ανεχώρησαν από το αεροδρόμιο της Κρήτης 17 αεροπλάνα.

Ότι κατά την επιβίβαση και παραμονή τους στο αεροσκάφος οι στρατιώτες μεταξύ των οποίων και ο γιος τους ήταν οπλισμένοι και στα πόδια τους ήταν εναποτεθειμένα κιβώτια με χειροβομβίδες και σφαίρες. Ότι την 22.7.1974 κατά την προσγείωση του αεροπλάνου που επέβαινε ο γιος τους στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας δέχθηκε καταιγισμό αντιαεροπορικών φίλιων πυρών από Κύπριους στρατιώτες, που οι ενάγοντες αποδίδουν σε πιθανή συντελεσθείσα προδοσία, με αποτέλεσμα το αεροπλάνο να καταρριφθεί από τα πυρά αυτά και να προσκρούσει στο έδαφος, κατά δε την πρόσκρουσή του αυτή λόγω της υπάρξεως εντός του κύτους τεραστίων ποσοτήτων σφαιρών, χειροβομβίδων, αλλά και εκρηκτικών, εξερράγη και τυλίχθηκε στις φλόγες, με αποτέλεσμα όλοι οι επιβαίνοντες σε αυτό στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και ο υιός των δύο πρώτων και αδελφός της τρίτης των εναγόντων να απανθρακωθούν.

Ότι συνεπεία του θανάτου του ανωτέρω συγγενούς τους, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 20 ετών, έχουν υποστεί βαρύτατη ψυχική οδύνη, καθώς μεταξύ αυτών και του θανόντος, με τον οποίον αποτελούσαν μία δεμένη οικογένεια, υπήρχε άρρηκτος ψυχικός δεσμός που διεκόπη βιαίως λόγω του ανωτέρω τραγικού του θανάτου.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν, όπως περιόρισαν το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό, σε έντοκο αναγνωριστικό στο σύνολό του, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να τους καταβάλει, λόγω της αποκλειστικής του υπαιτιότητας στην πρόκληση του κατά τα άνω επελθόντος θανάτου του οικείου τους, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν αυτοί από το θάνατό του, το ποσό των 150.000 ευρώ για καθέναν εκ των δύο πρώτων και το ποσό των 100.000 ευρώ για την τρίτη εξ αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 608/2016 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "η ένδικη αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο...τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω προδήλους (νομικής) αοριστίας αυτής.

Και τούτο διότι σε κανένα σημείο του δικογράφου της, δεν αναφέρεται για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης, προκειμένου να θεμελιωθεί αυτή στις διατάξεις των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ και 932 ΑΚ, η παράνομη ενέργεια ή παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσίβλητου - εναγομένου) που να συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του θανάτου του ανωτέρω συγγενή τους (των αναιρεσειόντων - εναγόντων) και δεν εξειδικεύεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παρανομία αυτή, ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο εάν στοιχειοθετείται το πραγματικό του κανόνα δικαίου των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται καθόλου εάν η παρανομία των οργάνων του αφορά σε έκδοση παράνομης διοικητικής πράξης ή σε παράλειψη έκδοσης νόμιμης πράξης ή σε μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή σε παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, συναπτομένων με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του και μη οφειλομένων σε προσωπικό πταίσμα των οργάνων του που τυχόν ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ούτε αναφέρεται ποιες ακριβώς ήταν οι παράνομες διοικητικές πράξεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις που τυχόν συνιστούν παρανομία των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου.

Τα στοιχεία όμως αυτά ήταν αναγκαία εν προκειμένω να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 111 §2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα (εννοεί τους ενάγοντες κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με βάση τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 932 ΑΚ, ώστε να μπορεί και το τελευταίο να αμυνθεί κατ' αυτής, αποτελούν δε τα ελλείποντα αυτά στοιχεία ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς από εκείνους που θεμελιώνουν κατά το νόμο το αγωγικό δικαίωμα των εναγόντων.

Η παντελής δε έλλειψη αυτών των στοιχείων, όπως εν προκειμένω, όπως και η ασαφής αναφορά αυτών, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως και δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με παρόμοιες με τις ανωτέρω αιτιολογίες... απέρριψε την υπό κρίση αγωγή στο σύνολο της, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, διότι δεν αναφέρονταν σε αυτήν καθόλου τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά τα θεμελιωτικά της παράνομης συμπεριφοράς (ενέργειας ή παράλειψης) των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, συνεπεία της οποίας επήλθε με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα στην αγωγή ο βίαιος θάνατος του υιού των δύο πρώτων και αδελφού της τρίτης των εναγόντων, Χ.

Δ., δεν έσφαλε στην κρίση του, ...παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους ενάγοντες- εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους,... τα οποία τυγχάνουν απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού τους, την από το άρθρο 559 αριθ.14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι έκρινε απαράδεκτη την αγωγή τους λόγω αοριστίας, απορρίπτοντας την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, σε κανένα σημείο του δικογράφου της, δεν αναφέρεται για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης, η παράνομη ενέργεια ή παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου που να συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του θανάτου του ανωτέρω συγγενή τους και δεν εξειδικεύεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παρανομία αυτή, ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο εάν στοιχειοθετείται το πραγματικό του κανόνα δικαίου των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 105 Εισ.Ν.Α.Κ. 914 και 932 Α.Κ.

Ειδικότερα δεν αναφέρεται καθόλου η παρανομία των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και αν αυτή αφορά σε έκδοση παράνομης διοικητικής πράξης ή σε παράλειψη έκδοσης νόμιμης πράξης ή σε μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του ή σε παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, συναπτομένων με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του και μη οφειλομένων σε προσωπικό πταίσμα των οργάνων του που τυχόν ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, ούτε αναφέρεται ποιες ακριβώς ήταν οι παράνομες διοικητικές πράξεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις που τυχόν συνιστούν παρανομία των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου.

Τα στοιχεία όμως αυτά ήταν αναγκαία εν προκειμένω να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και αποτελούν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς από εκείνους που θεμελιώνουν κατά το νόμο το αγωγικό δικαίωμα των εναγόντων (άρθρα 111 §2, 118 αριθ. 4 και 216 § 1 του Κ.Πολ.Δ.), το οποίο πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τους ενάγοντες κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να μπορεί και το τελευταίο να αμυνθεί κατ' αυτής, η παντελής δε έλλειψη αυτών των στοιχείων, όπως εν προκειμένω, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε που απέρριψε την αγωγή αυτών (αναιρεσειόντων) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, λόγω αοριστίας της ένδικης αγωγής και, ως εκ τούτου, ο ως άνω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 γ' του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.1483/2022, Α.Π.1498/2021, Α.Π.551/2020, Α.Π.496/ 2020, Α.Π.404/2020, Α.Π.663/2017).

Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.1405/2019, Α.Π.466/2019, Α.Π.17617, Α.Π.516/2016).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, ότι με την προσβαλλόμενη δεν λήφθηκαν υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους ίδιους αποδεικτικά μέσα, τα οποία εξάλλου αποτελούν αδιαμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τα αναφερόμενα ως προσκομισθέντα με επίκληση από τους ίδιους αποδεικτικά μέσα, πέραν του ότι, και όλως επικουρικά, και δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε εκπροσωπούμενο από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-10-2021 αίτηση των Π. Δ. του Γ., Γ. συζύγου Π.. Δ.. και Χ. Δ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 3702/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ