Legislator Case Law & Legislation
1707/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on company merger grounds, rejecting transfer of business activity.

Case Number 1707/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the original plaintiffs against the second defendant company. The court found that the merger did not constitute a valid transfer of business activity because there was no transfer of assets, machinery, or significant workforce, and the newspaper's content and political stance had changed. Consequently, the court ruled that the organized economic activity of the first company had not been transferred to the second, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(8) and 559(1)(11) of the Code of Civil Procedure; A merger does not constitute a transfer of business activity if there is no transfer of assets, workforce, or significant operational continuity, and the commercial entity's identity and content have fundamentally changed.

Keywords

AI generated
merger of companies transfer of business activity company identity workforce transfer asset transfer civil procedure appeal economic continuity

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 number 11 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1707 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1707/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)… και 5) Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Τ. Ρ.υ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, η οποία δεν παραστάθηκε 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Μαργωμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1646/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 391/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 04-04-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου από το άρθρο 575 συνάγεται ότι αν η υπόθεση έχει αναβληθεί εκ του πινακίου, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 γ ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου, κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφόσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο.

Οι διάδικοι όμως που κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή, δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατ' άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει, αντίθετα, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, δια της επιδόσεως σ' αυτούς πρακτικού της αναβολής ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 7684/27.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Θ. ακριβές αντίγραφο της από 4.4.2019 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 319/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε ως προς τον αριθμό στο ορθό 391/2018, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 7.4.2020 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, επιμελεία των αναιρεσειόντων στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που τελεί υπό εκκαθάριση και ειδικότερα στον εκκαθαριστή αυτής, στις 27.9.2019 .

Κατά τη δικάσιμο της 7.4.2020 η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων [ ΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ 21159/24.3.2020 - ΦΕΚ Β 1074/24.3.2020] και μεταφέρθηκε αυτεπαγγέλτως στο πινάκιο της 6.10.2020, ενώ ακολούθησε γνωστοποίηση της δικασίμου με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων <> στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr>>, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς ενημέρωση των διαδίκων.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο [6.10.2020] η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε η δε υπόθεση αναβλήθηκε με αίτημα του πληρεξουσίου συνηγόρου της δεύτερης αναιρεσίβλητης για την 20.4.2021, κατά την οποία η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της νέας αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων [ΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ.24489/2021 - ΦΕΚ Β 1558/17.4.2021].

Η υπόθεση μεταφέρθηκε αυτεπαγγέλτως προς συζήτηση στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας [16.11.2021], έγινε εγγραφή στο οικείο πινάκιο και η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr., στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [βλ.και άρθρ. 1, 2 Ν. 4682/2020, 83 Ν. 4790/2021].

Kατά την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, στις 16.11.2021 η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ μη παραστάσεως. 'Όμως αυτή κλητεύθηκε για την αρχική δικάσιμο της 7.4.2020, για την μετά από αυτήν νέα δικάσιμο της 6.10.2020, δεν απαιτείται κλήτευσή της λόγω γνωστοποίησης της δικασίμου με την ανάρτησή της στις διαδικτυακή πύλη του Αρείου Πάγου, αφού εκ του νόμου .τεκμαίρεται ότι έλαβε γνώση της δικασίμου.

Ομοίως δεν απαιτείται κλήτευση για την εξ αναβολής δικάσιμο της 20.4.2021, γιατί η αναβολή έγινε εκ του πινακίου και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, και για την τελευταία δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, γιατί προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως και έγινε γνωστοποίηση της δικασίμου στις ως άνω ψηφιακές πύλες [Α.Π, ΟλΔ.Σ.

και ΝΣΚ].

Συ...ώς, έχει κλητευθεί νόμιμα και δεν υπάρχει κώλυμα στην πρόοδο της δίκης ως προς αυτήν.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης [άρθρ. 321 ΚΠολΔ], κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα,, όπως το άρθρο 495 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ορίζει [ΟλΑΠ 18/2001].

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είτε γιατί ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει το εν λόγω ένδικο μέσο.

Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης δεν αρχίζει κάν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση με αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 παρ.2 και 564 παρ.3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση αντίστοιχα. 'Ετσι η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμία των [από 1.1.2016 με Ν. 4335/2015] δύο [2] ετών, που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης, αφού αυτονόητη προϋπόθεση της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση [ΑΠ 818/2020, 528/2020,765/2018].

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 4.4.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης - εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, εκδοθείσα υπ'αριθ. 319, όπως διορθώθηκε σε 391/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την εν λόγω απόφαση έγιναν δεκτές οι εφέσεις της πέμπτης αναιρεσείουσας αφενός και των πρώτου, δευτέρας, τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων αφετέρου κατά της πρωτόδικης υπ'αριθ. 1646/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή λόγω αοριστίας, και αφού εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση, οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές, η υπόθεση δικάσθηκε επί της ουσίας, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δευτέρα εναγομένη και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη [επιδικάζοντας στους αναιρεσείοντες δεδουλευμένες αποδοχές και λόγω άκυρης απόλυσης μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας].

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, νομίμως επισκοπούμενα [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης ερήμην απόφασης στην πρώτη αναιρεσίβλητη <<...>> και τον διακριτικό τίτλο <<... Α.Ε.>>, ώστε κατά το άρθρο 503 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 144 παρ. 2 ΚΠολΔ να αρχίσει για αυτήν, που δικάσθηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι είχε παρέλθει η σχετική προθεσμία για την άσκησή της, αφού δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέως περί μη άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, είτε διότι υπήρχε παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και ότι η προσβαλλομένη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να καταστεί δυνατή η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ενόψει του ότι η ίδια προθεσμία δεσμεύει και τους αναιρεσείοντες, αφού και γι αυτούς υπολογίζεται από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στην ερημοδικασθείσα αντίδικο. [Προσκομίζεται μόνο αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Ι.

Μ. ότι η απόφαση επιδόθηκε στις 6.3.2019 προς τον Τ. Ρ., δικηγόρο Αθηνών και πληρεξούσιο της δευτέρας αναιρεσίβλητης, ενώ δεν αποδεικνύεται επίδοση για την πρώτη αναιρεσίβλητη ούτε γίνεται επίκληση αποδεικτικού επιδόσεως]. Ενόψει των προαναφερομένων η αίτηση αναιρέσεως σε σχέση με την πρώτη αναιρεσίβλητη είναι απαράδεκτη και πρέπει ν'απορριφθεί, ενώ είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας [άρθρ. 74,75 ΚΠολΔ] στη θέση της οποίας υπεισέρχεται και παρίσταται ως καθολική διάδοχος, όπως δήλωσε στο ακροατήριο, η ανώνυμος εταιρεία με την επωνυμία <<...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> λόγω συγχωνεύσεώς των, δι'απορροφήσεώς της από την τελευταία .

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ' ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β').

Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενο" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.

Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, 997/2018, 1832/2017, 1319/2015, 14/2012).

Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ.

επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, 997/2018, 1850/2006).

Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.

Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ.

ΔΕΚ 12.2.2009 C - 466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).

Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.

Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 444/2019, 1369/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως, δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, αυτό όμως προϋποθέτει διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη, ή δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση κατ' ουσίαν (Α.Π. 1629/2017).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 444/2019, 76/2016).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 του άρθρου 559 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως υποστηρίζουν ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης <<...εκτός από το σήμα της εφημερίδος <<...>>, που χρησιμοποίησε η δεύτερη εναγομένη, υπό διπλή αρίθμηση των φύλλων της, ήτοι τη νέα και εντός παρενθέσεως την παλαιά αρίθμηση, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία, που συνθέτουν το οργανωμένο σύνολο που ασχολείται με την έκδοση αυτής είναι διάφορα και συνθέτουν μία νέα οργανωμένη οικονομική δρατηριότητα, η οποία δεν ταυτίζεται με την προηγούμενη [της πρώτης εναγομένης] και συ...ώς, η δεύτερη εναγομένη δεν τυγχάνει διάδοχος της πρώτης εναγομένης, κατά την έννοια των αναφερομένων στη μείζονα πρόταση διατάξεων, ώστε να ευθύνεται αλληλεγγύως με αυτήν για ένδικες υποχρεώσεις, είναι δε η αγωγή ως προς αυτήν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...>>. 'Ότι με τις παραδοχές αυτές εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις περί μεταβίβασης επιχειρήσεως, γιατί δεν εκτίμησε συνολικά τις συνθήκες μεταβίβασης και ειδικότερα ι] ότι η δεύτερη εναγομένη μίσθωσε από τον Οκτώβριο 2012 ότε και έγινε η μεταβίβαση μέχρι και το Φεβρουάριο του 2013 τα γραφεία σύνταξης της εφημερίδας όπου εκδιδόταν από την πρώτη εναγομένη στην Καλλιθέα επί της ...

και συνέχισε να εκδίδει από εκεί την εφημερίδα ..., ενώ και στην ιστοσελίδα της εφημερίδα τον Μάρτιο του 2013 ήταν καταχωρημένη ως διεύθυνση των γραφείων η ..., Ιι] ότι η μεταβίβαση του σήματος της εφημερίδας ... από την εταιρεία ... στην κυπριακή εταιρεία <<...>> έλαβε χώρα την 5.12.2011 και συμφωνήθηκε να γίνει χρήση μέχρι τέλος του 2012. 'Ότι η ...

έστερξε να καταθέσει τη μεταβίβαση του τίτλου της ... δέκα μήνες μετά και μόλις μια μέρα προτού επανεκδοθεί η εφημερίδα από την ... ΑΕ, ενώ στη συνέχεια η εταιρεία ... φαίνεται να παραχώρησε άδεια αποκλειστικής χρήσης του σήματος στη δεύτερη εναγομένη στις 23.10.2012 για δέκα έτη και ότι από όλα αυτά γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι οι εναγόμενες προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν με οποιαδήποτε δυνατό τρόπο τις συναλλαγές και τις υπόγειες ενέργειές τους, ιιι] ότι σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού της πρώτης εναγομένης επάνδρωσε τις υπηρεσίες της δεύτερης εναγομένης, όπως η περίπτωση των Μ.

Χ., Χ. Κ., Ε.Σ., ο Διευθυντής της εφημερίδας, οι αρχισυντάκτες του πολιτικού και αθλητικού τμήματος, ο υπεύθυνος των διεθνών, οι οποίοι προσελήφθησαν στη δεύτερη εναγομένη, iv] ότι η ταυτότητα της εφημερίδα παρέμεινε η ίδια, όπως και το αναγνωστικό κοινό, αφού η δεύτερη εναγομένη πώλησε την πρώτη ημέρα κυκλοφορίας [24.10.2012] της τα ίδια φύλλα με την πρώτη εναγομένη την τελευταία ημέρα κυκλοφορίας της [8.10.2011], διατήρησε δε την τρίτη θέση στα νούμερα κυκλοφορίας ακόμα και εν μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων, γεγονός που αποτελεί απόδειξη του ίδιου αναγνωστικού κοινού της. 'Ότι υπό τις συνθήκες αυτές δεν επήλθε μεταβολή στην ταυτότητα της επιχειρηματικής μονάδας υπό το νέο φορέα της, γι αυτό και η προσβαλλομένη που δέχθηκε τα αντίθετα έσφαλε.

Όμως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία επισκοπείται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δέχθηκε ακόμη ότι <<Η πρώτη εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης και, πλην άλλων, εξέδιδε την εφημερίδα <<...>> προσέλαβε τους ενάγοντες τις κατωτέρω ημερομηνίες....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 5.12.2011 η πρώτη εναγομένη η οποία, όπως προεκτέθηκε διατηρούσε οργανωμένη επιχείρηση εκδόσεως εφημερίδων μεταβίβασε κατά κυριότητα στην εταιρεία <<...>>, πλην άλλων σημάτων, το σήμα <<...>> δυνάμει του υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού το οποίο καταχωρήθηκε στο υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων την 21.8.2012.

Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό η εταιρεία <<...>>παραχώρησε στην εναγομένη δωρεάν τη χρήση του προαναφερομένου σήματος έως την 31.12.2012. Η εν λόγω παραχώρηση καταχωρήθηκε στο ως άνω αρμόδιο υπουργείο την 25.10.2012. Από τον Σεπτέμβριο του 2012 η πρώτη εναγομένη έπαυσε την καθημερινή κυκλοφορία της εφημερίδας <<...>>, στην οποία απασχολούντο οι ενάγοντες, και άρχισε να την εκδίδει μία ή δύο φορές την εβδομάδα έως την 8.10.2012, οπότε διέκοψε εντελώς την κυκλοφορία της.

Ακολούθως την 19.10.2012 με νέο ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο καταχωρήθηκε στο ως άνω αρμόδιο υπουργείο την 26.10.2012, οι συμβαλλόμενες ως άνω εταιρείες κατήργησαν τη μεταξύ τους σύμβαση παραχώρησης χρήσης του σήματος <<...>>. Εξ άλλου την ίδια ημερομηνία [19.10.2012] απεχώρησαν οικειοθελώς από την πρώτη εναγομένη τριάντα [30] εργαζόμενοι.

Κατόπιν, την 23.10.2012 η εταιρεία <<...>>, παραχώρησε στη δεύτερη εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται, επίσης, στο χώρο των εκδόσεων εφημερίδων, εκδίδοντας τις εφημερίδες<<...>> και <<... ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ>>, την αποκλειστική χρήση του σήματος <<...>>, η οποία είχε απαξιωθεί στο αναγνωστικό κοινό λόγω της διαλείπουσας [1 ή 2 φορές την εβδομάδα ] κυκλοφορίας της, εκδίδεται πλέον καθημερινά από 24.10.2012 από τη δεύτερη εναγομένη, από 1.3.2013 στις κτιριακές εγκαταστάσεις αυτής [δεύτερης εναγομένης] επί της οδού ...

στην Αθήνα, με διάφορο νέο περιεχόμενο, ήτοι νέα πολιτική ύλη, ρεπορτάζ υγείας, νέα σελιδοποίηση. Η δεύτερη εναγομένη προς κάλυψη των αυξημένων αναγκών της λόγω της έκδοσης της νέας εφημερίδας προσέλαβε νέο προσωπικό, στο οποίο περιελαμβάνοντο και εργαζόμενοι της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, είχαν αποχωρήσει οικειοθελώς.

ΟΙ εν λόγω νεοπροσληφθέντες εργαζόμενοι επάνδρωσαν διάφορες ομάδες εργασίας και υπηρεσίες της δεύτερης εναγομένης για την έκδοση των τριών εφημερίδων <<...>>, <<... ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ>> και <<...>>. Μεταξύ των αρχισυντακτών της νέας εφημερίδας <<...>> τοποθετήθηκε η επίσης νεοπροσληφθείσα Κ. Μ., η οποία προηγουμένως εργαζόταν στην εφημερίδα <<...>> και σε περιοδικά σχετικά με τρόφιμα και ποτά.

Εξ άλλου η δεύτερη εναγομένη χρησιμοποίησε για την έκδοση της νέας εφημερίδας της δικό της τεχνολογικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, νέο λογισμικό πρόγραμμα, την ίδια με τις άλλες δύο εφημερίδες της εκτυπωτική εταιρεία <<... ΑΕ>>, τα ίδια με αυτές ειδησεογραφικά και φωτογραφικά πρακτορεία <<...>> και <<... A.E.>>, ενώ η διανομή και κυκλοφορία καθώς και η οικονομική και λογιστική υποστήριξη της εφημερίδας αυτής γίνονται από τα αντίστοιχα προϋπάρχοντα ενιαία τμήματα της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης .

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, εκτός από το σήμα της εφημερίδας <<Ε...>>, που χρησιμοποίησε η δεύτερη εναγομένη, υπό διπλή αρίθμηση των φύλλων της, ήτοι τη νέα και εντός παρενθέσεως την παλαιά αρίθμηση, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν το οργανωμένο σύνολο που ασχολείται με την έκδοση αυτής είναι διάφορα και συνθέτουν μία νέα οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα, η οποία δεν ταυτίζεται με την προηγούμενη [της πρώτης εναγομένης] και συ...ώς, η δεύτερη εναγομένη δεν τυγχάνει διάδοχος της πρώτης εναγομένης, κατά την έννοια των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη διατάξεων, ώστε να ευθύνεται αλληλεγγύως με αυτήν για ένδικες υποχρεώσεις, είναι δε η αγωγή ως προς αυτήν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν>>.

Κατά τις παραδοχές αυτές η χρήση του σήματος <<...>> παραχωρήθηκε στη δεύτερη εναγομένη μέσω τρίτης εταιρείας της <<...>>, η οποία εφέρετο κυρία αυτού κατά τον χρόνο της παραχώρησης [23.10.2012]. Η δεύτερη εναγομένη κατά τον χρόνο τούτο ήδη δραστηριοποιείτο στην έκδοση των εφημερίδων, που αναφέρονται πιο πάνω, διατηρούσε προσωπικό, εγκαταστάσεις στην Αθήνα {...] με τεχνολογικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, λογισμικά προγράμματα, εταιρεία εκτύπωσης, ειδησεογραφικά και φωτογραφικά πρακτορεία και διέθετε οικονομική και λογιστική υποστήριξη.

Ακόμη διέθετε οργανωμένο δίκτυο διανομής και κυκλοφορίας των εφημερίδων της. Ως εκ τούτου μόνη η χρησιμοποίηση του σήματος της <<...>>, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ίδια ταυτότητα της διαδόχου εταιρείας με τον παλαιό φορέα, αφού, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τελεσίδικα, γεγονός που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, γιατί αφορά την ουσία της υπόθεσης, δεν υπήρξε μεταβίβαση υλικών στοιχείων κτιρίων, μηχανημάτων, εξοπλισμού κλπ., ούτε σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της ενόψει του ότι μεμονωμένες μεταβιβάσεις εργαζομένων που είχαν αποχωρήσει από την προηγούμενη εταιρεία, οι οποίοι απασχολήθηκαν και στις δύο άλλες εφημερίδες της, δικαιολογούνται από τις αυξημένες ανάγκες της, ενώ όσον αφορά την ταυτότητα της εφημερίδας υπήρξαν αλλαγές στο περιεχόμενο με νέα πολιτική ύλη και νέα ρεπορτάζ.

Συ...ώς, μόνο οι πωλήσεις φύλλων, που ήταν παραπλήσιες στις δύο αναιρεσίβλητες, χωρίς τα ως άνω στοιχεία, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν μεταβίβαση επιχείρησης, γιατί επήλθε αλλαγή στο πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στη διοίκησή της . Κατ' ακολουθίαν, δεν μεταβιβάσθηκε η οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα της <<...

ΑΕ>> αλλά η χρήση του σήματος της <<...>> στην οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα της ανώνυμης εταιρείας <<... ΑΕ>> και η προσβαλλομένη, που έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη, δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω με βάση το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν ιδρύεται ούτε ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά το μέρος που αφορούν όσα έγιναν δεκτά ως άνω περί ευθύνης της δευτέρας εναγομένης, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους εν λόγω θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Τα δε περί του αντιθέτου πραγματικά επιχειρήματα αυτών δεν συνιστούν "πράγματα" και κατά συνέπεια δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο [ΑΠ 950/2019]. Τέλος, ο εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης, για το οποίο ήδη κρίθηκε αμετάκλητα ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν υπέχει ευθύνη, γι αυτό παρέλκει η εξέτασή του.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής [άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.4.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αριθ. 319/2018 , όπως διορθώθηκε σε 391/2018, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1.800] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ