Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural notification of witness affidavits in labor disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment regarding the admissibility of witness affidavits. The appellant argued that they were not legally summoned to appear for the collection of these affidavits, claiming the lower court erred by considering them. The court ruled that the notification was sufficient via the existing appeal document and that the appeal was inadmissible because the appellant failed to prove a violation of substantive law or a specific procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 421, 422, 424 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Procedural acts are governed by the law in force at the time of their performance, and appeals based on procedural violations are only admissible if they fall within the specific categories listed in Article 559, excluding general substantive law violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1706 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1706/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Αθανασά, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ι. Κ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Δρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 171/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 67/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Καλαμάτας 17/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 67/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 παρ. 1 και 424 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, και από 1.1.2016, καταλαμβάνουν, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ένατου άρθρου του ν. 4335/2015, και κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης, από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ.
β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ, γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις για τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή μέσα έχουν ασκηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 1208/2019), ορίζονται, στο άρθρο 421 "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων", στο άρθρο 422 παρ. 1 "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα" και στο άρθρο 424: "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Απαραίτητη συνεπώς προϋπόθεση, για το επιτρεπτό της εκτίμησης των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων κατά την ως άνω διαδικασία, αποτελεί η λήψη τους, μετά προηγούμενη, πριν από είκοσι τέσσερες τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικος του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης.
Σκοπός της απαιτούμενης για το παραδεκτό της ένορκης βεβαίωσης κλήτευσης του αντιδίκου είναι η παροχή δυνατότητας σ' αυτόν να λάβει εγκαίρως γνώση του περιεχομένου της ένορκης βεβαίωσης, παριστάμενος κατ' αυτή ή και λαμβάνων εγκαίρως αντίγραφά της, ώστε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, ενώ δεν επιτρέπεται σε αυτόν οποιαδήποτε πρωτοβουλία κατά τη λήψη της βεβαιώσεως και ιδίως η υποβολή ερωτήσεων στον ενόρκως βεβαιούντα. (ΑΠ 356/2002).
Παρότι το νέο άρθρο 421 ΚΠολΔ προβλέπει ρητά την επίδοση "κλήσης" προς τον αντίδικο, σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο, που αδιαστίκτως αναφερόταν σε προηγούμενη "κλήτευση του αντιδίκου", η νέα ρύθμιση δεν απαιτεί την επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, αλλά αντιθέτως, τόσο στις ειδικές διαδικασίες όσο και σε δίκες της τακτικής διαδικασίας επί αγωγών που είχαν ασκηθεί προ της 1.1.2016 η κλήτευση του αντιδίκου μπορεί να γίνει και με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, μετά πάροδο δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών (ΑΠ 667/2020).
Επομένως η απαιτουμένη γνωστοποίηση και η κλήση για να παραστεί ο διάδικος στην εξέταση των μαρτύρων, που οργανώνεται από τον αντίδικο του, εγκύρως περιλαμβάνεται στην κλήση για να παραστεί στη συζήτηση ένδικου μέσου κατά την προσδιορισθείσα γι αυτό δικάσιμο (διαδικασία η οποία διασφαλίζει πλήρως τα συμφέροντά του, εφόσον του κοινοποιούνται όλα τα απαραίτητα στοιχεία) και δεν απαιτείται η επίδοση σε αυτόν χωριστού δικογράφου με το ανωτέρω περιεχόμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία εξαφανίστηκε η 171/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας που είχε απορρίψει στο σύνολο της την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεχόμενη αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει, διότι έλαβε υπόψη της τις 708, 709 και 710/8.3.2019 ένορκες βεβαιώσεις στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας, στη λήψη των οποίων η αναιρεσείουσα δεν κλητεύθηκε νόμιμα, καθώς ουδέποτε έλαβε κλήση για να παραστεί σε αυτές υπό μορφή δικογράφου, αλλά αντιθέτως η αναιρεσίβλητη παρήγγειλε στο δικαστικό επιμελητή να γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα την εξέταση των μαρτύρων με επισημείωση στο κοινοποιηθέν σε αυτή δικόγραφο της έφεσης, με την οποία καλούνταν να παραστεί στη συζήτησή της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος εφόσον η εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλαμάτας γνωστοποιήθηκε εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα με το δικόγραφο που τής επιδόθηκε, χωρίς να απαιτείται η επίδοση κλήσης με τη μορφή ιδιαίτερου δικογράφου η οποία ουδεμία επιπλέον εξασφάλιση θα προσέφερε.
Επομένως νομίμως καταρτίστηκαν οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και η αναιρεσιβαλλομένη, συνεκτιμώντας τις με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα για να καταλήξει στο πόρισμά της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Από τις διατάξεις των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μόνο η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τους από αυτές προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικαίου όχι δε και η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, αφού μόνο η παραβίαση ορισμένων δικονομικών κανόνων δημιουργεί λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στους αριθμούς 2-7, 9, 14-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1324/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα για ελλιπή αιτιολογία, διότι δεν αιτιολόγησε την απόρριψη της ενστάσεως που υπέβαλε η αναιρεσείουσα ως προς τη μη σύννομη κατάρτιση των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, λόγω της προβαλλόμενης μη κλήτευσής της. Ο λόγος αυτός, με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί η από τον αριθμό 19 πλημμέλεια του δικαστηρίου σε παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εφόσον δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 17/2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 67/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ