Legislator Case Law & Legislation
1704/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague arguments failing to cite specific substantive law.

Case Number 1704/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court ignored evidence and violated principles of equality and leniency, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal arguments were too vague and failed to identify the specific substantive law provision allegedly violated or the precise legal error committed by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 and 8 of the Code of Civil Procedure; Appeal arguments must be specific and cite the exact substantive law provision violated, otherwise they are inadmissible for being vague.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal argument substantive law citation equality of citizens Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 335 of the Code of Civil Procedure
Art. 336 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 395 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1704 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1704/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. Τ. το γένος Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλαίρη Κατανή-Αγγελοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στεφανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2007 και 24-9-2007 αντίθετες αγωγές τους των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 719/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 6296/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2012 αίτησή της και με τους από 9-2-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 16-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι, διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφαση, ότι αυτά συνεκτιμήθηκαν στο σύνολό τους.

Περαιτέρω, στα αποδεικτικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, δηλαδή τα συμπεράσματα, που μπορεί να βγάλει το δικαστήριο με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα για άλλα γεγονότα (άρθρο 336 § 3 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από τα άρθρα αυτά (339, 336 § 3), σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ένορκες καταθέσεις ή βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια προηγηθείσης άλλης πολιτικής δίκης και οι οποίες δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο των εγγράφων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση (Α.Π. 2245/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο, δεύτερο και πρώτο πρόσθετο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις με επίκληση προσκομισθείσες από εκείνην ένορκες βεβαιώσεις ως και τα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται, ότι είναι βάσιμη η από την ίδια ασκηθείσα αγωγή και αβάσιμη η αντίθετη αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εφεσίβλητη υπ' αριθμ. ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών ... των μαρτύρων Κ. Ο. και Ε. συζ. Κ. Φ., αντιστοίχως, οι οποίες ελήφθησαν νομότυπα, κατ' άρθρο 671 ΚΠολΔικ, μετά από προηγούμενη κλήτευση του εκκαλούντος ... καθώς επίσης και από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη υπ' αριθμ. ..., ..., ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών ...

και τις υπ' αριθμ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών" και ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες ελήφθησαν νόμιμα για να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενες δίκες μεταξύ των διαδίκων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται...".

Από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως ίδια αποδεικτικά μέσα και α1) την υπ'αριθ. ... ένορκη βεβαίωση της Κ. Ο. και β1) την υπ'αριθ. ... ένορκη βεβαίωση της Ε. συζ. Κ. Φ., οι οποίες συνετάγησαν αντιστοίχως ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Γεωργίας Κετσιτζόγλου - Γιαλαμπρινού και Παναγιώτας Καμπέρη εν όψει αυτής της δίκης, αλλά και περαιτέρω, ως έγγραφα για την συναγωγή από αυτές δικαστικών τεκμηρίων και όλες τις προσκομισθείσες με επίκληση από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και αυτές των Α., Σ.

και Τ. οι οποίες είχαν συνταγεί για άλλες σχετικές δίκες. Επι πλέον, το Εφετείο έλαβε υπόψη και το προσκομισθέν με επίκληση από την αναιρεσείουσα κείμενο, το οποίο κατ'αυτήν εστάλη από το γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιδίκου της προς την Αλβανίδα καθαρίστρια της συζυγικής οικίας των διαδίκων, ως και την κοινή φορολογική δήλωση των διαδίκων του έτους 2007 και τα σχετικά έγγραφα του λογιστού της αναιρεσειούσης.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ'Κ.Πολ.Δ. και οι αναφερθέντες στην αρχή και τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. α'Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Εξ άλλου, το άρθρο 601 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζει, ότι στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 § 1 Κ.Πολ.Δ. (γαμικές διαφορές), δεν επιτρέπεται να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων.

Το άρθρο 592 § 1 Κ.Πολ.Δ. αναφέρει ποιες είναι οι γαμικές διαφορές, οι οποίες δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 598 έως 612, με το στοιχείο δε "δι" του άρθρου 592 § 1 Κ.Πολ.Δ. εξαιρούνται από την διαδικασία αυτήν οι διαφορές οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 681Β'Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων, υπο στοιχείο "γι" αναφέρονται οι διαφορές που αφορούν την ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών, οι οποίες δικάζονται, σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο, κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Επομένως, στις διαφορές για την χρήση της οικογενειακής στέγης δεν εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη του άρθρου 601 Κ.Πολ.Δ. με την οποία απαγορεύεται να εξετασθούν ως μάρτυρες τα τέκνα των διαδίκων. Αλλά και περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 601 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεν καθίστανται καθ'εαυτά παράνομα αποδεικτικά μέσα οι καταθέσεις των τέκνων, τις οποίες αυτά έδωσαν νομίμως σε άλλη, εκτός των δικών τις οποίες ορίζει το άρθρο 599 § 1 Κ.Πολ.Δ., δίκη μεταξύ των γονέων των (Α.Π. 1496/2002), όπως συνέβη και εν προκειμένω, καθόσον το Εφετείο πράγματι έλαβε υπόψη καταθέσεις των τέκνων των διαδίκων, πλην όμως αυτές, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν ελήφθησαν ενώπιον αυτού για την παρούσα δίκη, αλλά έχουν ληφθεί εν όψει άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή αυτού, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επι της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την εξής πλημμέλεια, επι λέξει: "Επειδή η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις διότι ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσιβαλόμενος έχει ιδιόκτητο ακίνητο στην ... και έχει επίσης μεγάλη ακίνητη περιουσία την οποίαν εκμισθώνει σε τρίτους ως επαγγελματικούς χώρους το δε ετήσιο εισόδημά του ανέρχεται σε 150.000 Ευρώ και δεν διαθέτει άλλο ιδιόκτητο ακίνητο το οποίον να μπορεί να χρησιμοποιεί ως κατοικίας.

Αλλά εφόσον έχει όλα αυτά τα πλούτη ενώ αναγνωρίζει η απόφαση ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει άλλο εισόδημα από το εκ της ασκήσεως της μικράς εμπορίας της, της ασκουμένης εις το ακίνητο από το οποίον της λέει να φύγει. Τούτο όμως είναι αντίθετο προς την αρχή της επιεικείας όπως και από την υπο του συντάγματος επιβαλλομένη αρχή της ισότητος των πολιτών διότι αναγνωρίζει η απόφαση δυσχέρεια στο να αναγκασθεί ο πλούσιος να μισθώνει κατοικία, το οποίο "άλλωστε" έχει και μεμισθωμένο ενώ η άλλη που δεν έχει καμμία περιουσία πρέπει να τρέχει να μισθώνει για να βρει ένα μέρος να ασκεί την μικροεπιχείρησή της.

Υπάρχει, λοιπόν, προφανής παράβαση του ουσιαστικού νόμου περί της ισότητος των πολιτών και επίσης της αρχής της επιείκειας και παράβαση του άρθρου 559 περ. 1 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας και κατά τούτο αναιρετέα τυγχάνει η εκκαλουμένη απόφαση". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον ειδικότερα δεν αναφέρονται η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη την οποία φέρεται να παραβίασε το Εφετείο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Με τον όρο "πράγμα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δια της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως αξιουμένου δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, επι λέξει: "Εκ της προγενεστέρας εις τον πρώτον λόγον αναιρέσεως εκθέσεως των γεγονότων προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη τα έγγραφα που αποδεικνύουν την αναξιοπιστία των μαρτύρων του αντιδίκου. Επίσης δε εκ του κειμένου της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ'οψει τις ένορκες βεβαιώσεις τις δικές μας που κατά την ΑΠ 796/2008 αποτελούν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση επομένως και επι του προκειμένου έχομε λόγους βασιζομένους τόσον στην υπ'αριθμ. 11 περίπτωση όσο και εις την υπ'αριθμόν 8 του άρθρου 559 του κώδικος Πολιτικής Δικονομίας".

Με το περιεχόμενο αυτό, όσον αφορά την φερομένη εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση του Εφετείου, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν περιέχονται σε αυτόν αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι να τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση του με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση των διαδίκων αξιουμένου δικαιώματος.

Καθόσον δε αφορά την εκ του αριθμού 11 του ιδίου άρθρου παραβίαση, ο ίδιος λόγος είναι ομοίως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρονται καθόλου οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, δεν ελήφθησαν υπ'όψην από το Εφετείο.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2012 αίτηση της Ε. Μ. Τ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 6296/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ