Supreme Court dismisses appeal for abuse of rights due to vague arguments and lack of specific facts in the notice of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank's appeal against the First Instance Court's rejection of an abuse of rights claim. The appellant argued that the claim was abusive because it disproportionately affected the fund's capital rather than individual beneficiaries. However, the court found the appeal vague and inadmissible because it failed to specify the exact facts and timing of the alleged abuse.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must contain specific facts and timing of the alleged abuse of rights to be admissible, otherwise it is rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1695 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1695/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες..
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Γ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος.κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1544/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1050/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28/5/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β, υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε, εκ νέου, στη συνέχεια, με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016), με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου, από εκείνον, που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.01.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450, 00) ευρώ, για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση, που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 28-05-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4091/540/03-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1077/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1050/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το αναιρεσείον προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 37985274095108020078/2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450, 00) ευρώ, για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (Α.Ε.Δ. 3, 4/2014).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 του ΚΠολΔ), με αριθμό 1050/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση και για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ως μη ασκηθείσα την από 19-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 81840/6386/25-09-2019 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας", ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη και έκτη των εφεσιβλήτων, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, ως προς τον πέμπτο των εφεσιβλήτων και, στη συνέχεια δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, ως προς τον έβδομο των εναγόντων - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της με αριθμό 1544/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο είχε δεχθεί, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 23-03-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 39179/1039/27-03-2014 αγωγή του.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 03-06-2021 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 26-02-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).Αρχή φόρμας Με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τραπέζης, συστήθηκε ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.), ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 06.04.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928, κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από 23.02.1928 σύμβαση, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "Περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 09.05.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως ανωτέρω Τραπέζης μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος", ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Ακολούθως, με το ν.δ. 2626/1953, το Ταμείο αναδιοργανώθηκε, ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παρ. 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι : "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ., με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση, που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου.
Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων, περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο Ν.Π.Ι.Δ. χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης... Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία, με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου...
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση....".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως, εξεδόθη η Φ.80000/30226/1366/14.01.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της Ε.Τ.Ε. μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα, το Δεκέμβριο του έτους 2003, αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του Δ.Σ.
του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., το άρθρο 7 του Καταστατικού του Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε., στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 03.01.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται :
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον ν.π.ι.δ. "Τ.Α.Π.- Ε.Τ.Ε."), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (Κ..ΥΑ.) και όχι το προτείνον προς αυτούς Δ.Σ.
του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και, συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση, είναι ανίσχυρη. Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (Ολομ.
ΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παρ. 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και, επομένως, και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της, με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται, ειδικότερα, ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της επίμαχης αποφάσεως του Δ.Σ.
του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως, είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων, που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 03.01.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της 23/16-12-2013 αποφάσεως του Δ.Σ.
του " Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε." και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση (ΑΠ 1471/2021). Ήδη, με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω Κ.Υ.Α. κρίθηκε μη νόμιμη, ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο έβδομος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητος και τα λοιπά πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη, στην από 23-03-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 39179/1039/27-03-2014 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας" (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.), εξέθετε ότι είναι συνταξιούχος, πρώην υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (" Ε.Τ.Ε.
Α.Ε."), στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του από την πρόσληψή του έως την αποχώρησή του, λόγω συνταξιοδότησης και συγκεκριμένα από 21-12-1984 έως 01-04-2012. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του, υπήχθη για τον κλάδο πρόνοιας στην ασφάλιση του εναγομένου, καταβάλλοντας τις εκάστοτε αναλογούσες σε αυτόν εισφορές υπέρ του ταμείου, μέχρι την αποχώρησή του, λόγω συνταξιοδότησης και συνεπώς, σύμφωνα με τον κανονισμό του ταμείου, τύγχανε δικαιούχος της προβλεπόμενης από αυτόν (Κανονισμό) εφάπαξ παροχής, η οποία και έπρεπε να του καταβληθεί, υπό τις προϋποθέσεις και με τον τρόπο υπολογισμού, που ορίζονται στα, ειδικώς αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή, άρθρα του Κανονισμού του εναγομένου Ταμείου, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο αποχώρησης αυτού.
Ότι, ωστόσο, παρότι ο ίδιος υπέβαλε νομοτύπως τη σχετική αίτησή του για τη χορήγηση ολόκληρης της εφάπαξ παροχής από το εναγόμενο Ταμείο, το τελευταίο δεν του κατέβαλε την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του Κανονισμού εφάπαξ παροχή πλην των καταβολών που έγιναν μέχρι και το τέλος του έτους 2012, όπως ειδικότερα τα ποσά αυτά αναγράφονται στην αγωγή.
Ότι το εναγόμενο παράνομα και καταχρηστικά επανυπολόγισε την εφάπαξ παροχή, με βάση τα οριζόμενα στην τροποποιηθείσα (δυνάμει της με αριθμό 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ.) διάταξη του άρθρου 7 του Κανονισμού του και όχι σύμφωνα με το προισχύσαν αντίστοιχο άρθρο, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο συνταξιοδότησής του, περικόπτοντας, με αυτόν τον τρόπο, το δικαιούμενο εφάπαξ βοήθημα προνοίας και μάλιστα αναδρομικά.
Ότι, ειδικότερα, η αναδρομική εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, σύμφωνα με τον τροποποιηθέντα Κανονισμό του εναγομένου και την με αριθμό Φ80000/35187/1180/19-12-2013 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε η ανωτέρω αναδρομική τροποποίηση του Καταστατικού του εναγομένου, περί υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, είναι παράνομη και αντισυνταγματική, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην ιστορική βάση της αγωγής λόγους.
Στη συνέχεια ο ενάγων εξέθετε ότι, από την ως άνω περιγραφόμενη αντισυμβατική, παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη ζημία, η οποία συνίσταται στο ύψος του δικαιούμενου υπόλοιπου εφάπαξ βοηθήματος, ποσού είκοσι χιλιάδων διακοσίων πενήντα ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (20.250, 63) και με αβάσιμες και προσχηματικές αιτιολογίες, έχει καθυστερήσει να του αποδώσει, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών (κατά το χρόνο έγερσης της υπό κρίση αγωγής), το ως άνω οφειλόμενο ποσό της εφάπαξ παροχής, παρόλο που πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων διακοσίων πενήντα ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (20.250, 63), που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβλητέας και της καταβληθείσας εφάπαξ παροχής, με το νόμιμο τόκο από 02-04-2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 του ΚΠολΔ), εκδόθηκε η με αριθμό 1544/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε από τον πέμπτο των εναγόντων και κατήργησε τη δίκη ως προς αυτόν, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) και, ειδικότερα, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και τεσσάρων λεπτών (18.475, 04), με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 19-09-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 81840/6386/25-09-2019 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας", εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1050/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία και για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, θεώρησε ως μη ασκηθείσα την έφεση αυτή, ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτη και έκτη των εφεσιβλήτων, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ως προς τον πέμπτο των εφεσιβλήτων και, στη συνέχεια, δικάζοντας κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 του ΚΠολΔ), δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή, ως προς τον έβδομο των εναγόντων - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : "Ο 7ος ενάγων και ήδη εφεσίβλητος [ αναιρεσίβλητος ] είναι συνταξιούχος - πρώην υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στην οποία πρόσφερε τις υπηρεσίες του από την πρόσληψή του έως την αποχώρησή του, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος και δη προσέφερε τις υπηρεσίες του από τις 12-12-1984 έως 1-4-2012.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην " Ε.Τ.Ε. Α.Ε.", για τον κλάδο πρόνοιας, ήταν ασφαλισμένος στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν [ αναιρεσείον ] ταμείο με την επωνυμία " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε."), καταβάλλοντας, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του, τις αναλογούσες στον ίδιο εισφορές, υπέρ του ταμείου και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του τελευταίου, τύγχανε δικαιούχος της προβλεπόμενης σε αυτόν (κανονισμό) εφάπαξ παροχής, η οποία υπολογιζόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού και την οποία το εκκαλούν ταμείο ήταν υποχρεωμένο να του καταβάλει εντός τριμήνου και, κατ' ανώτατο όριο, εντός εξαμήνου από την έξοδό του από την υπηρεσία, κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού.
Πλην, όμως, το εκκαλούν δεν του κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής, παρά τις κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι, μέχρι το τέλος του έτους 2012, ενώ στις 19-12-2013 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εξεδόθη, κατ' επίκληση της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, με την οποία εγκρίθηκε η αναλογιστική μελέτη, που είχε ανατεθεί από το εκκαλούν ταμείο, σύμφωνα με τις προβλέψεις του καταστατικού του, στην εταιρεία "Ernst & Young" (σύμβαση με ημερομηνία 18-11-2013), αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του Καταστατικού του εκκαλούντος και ορίστηκε νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής ο οποίος, όμως, οδηγούσε σε μείωση της παροχής αυτής, σε σχέση με το προισχύον καθεστώς, ενώ με την ανωτέρω Κ.Υ.Α.
ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της σχετικής αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής. Δηλαδή, το ρυθμιστικό πλαίσιο, κατελάμβανε αναδρομικά και τον εφεσίβλητο, μειώνοντας σημαντικά το ποσό της εφάπαξ παροχής του.
Ακολούθως, όμως, η ανωτέρω Κ.Υ.Α. ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣΤΕ, κατά το μέρος που με αυτήν προβλέπεται ότι εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3-1-2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, αφού προηγουμένως κρίθηκε ότι : " από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη ...
εν προκειμένω η .... διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το μέρος της, με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικώς το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται, ειδικότερα, ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3-1-2012 μέχρι την ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως του Δ.Σ.
του Ταμείου (16-12-2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής ... δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα " [...]". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτήν, λόγω τυπικής παραλείψεως, ακύρωση της ανωτέρω Κ.Υ.Α., δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσεως διαφορά, αφού η απόφαση της Συν. 23/16-12-2013 του Δ.Σ.
του Ταμείου, περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ήταν καθόλα νόμιμη. Και τούτο διότι, όπως υποστήριξε, για τη λήψη αυτής της απόφασης, τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή, ο, με βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής μελέτης, ανακαθορισμός της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένων και των αποχωρησάντων προ της 19-12-2013, ήτοι και του ενάγοντος συνταξιούχου, στον οποίο γίνεται ρητή αναφορά στον ως άνω νόμο, απόφαση, όμως, που ουδέποτε προσεβλήθη από οποιονδήποτε, έχοντας έτσι καταστεί, πλέον, απρόσβλητη, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τη λήψη της, με περαιτέρω συνέπεια η αγωγή να έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι να απορριφθεί η ένσταση του άρθρου 101 Α.Κ.
που νομίμως προέβαλλε, ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει, τα εξής : "... σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 20 του Ν. 3029/02 [...], την αποφασιστική επί του επιδίκου ζητήματος της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, αρμοδιότητα, την είχαν οι ανωτέρω συναρμόδιοι Υπουργοί, ενώ η επικαλούμενη απόφαση του Δ.Σ.
του εκκαλούντος, είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα. Το γεγονός άλλωστε αυτό, προκύπτει και από τον κανονισμό του εκκαλούντος, ο οποίος στο άρθρο 13 παρ. 1 αναφέρει ότι : " ο παρών Κανονισμός τροποποιεί με απόφαση του Δ.Σ., λαμβανόμενη με πλειοψηφία 6 εκ των μελών του Δ.Σ., ευρισκόμενου σε απαρτία, παρισταμένων τουλάχιστον 6 εκ των μελών αυτού, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος.
Εάν η τροποποίηση αφορά τα άρθρα 4, 7, 8, 9 και 19 του παρόντος, απαιτείται να προηγείται η εκπόνηση σχετικής αναλογιστικής μελέτης, από την οποία να προκύπτει ότι, μετά την τροποποίηση, εξασφαλίζεται η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου ", ενώ στις τελικές διατάξεις του κανονισμού, υπό το στοιχείο ΙΙ αναγράφεται ότι : " Η εφάπαξ παροχή δύναται να ανακαθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση της Διοίκησης του Ταμείου και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση.
Αναλογιστική μελέτη εκπονείται υποχρεωτικά από το ταμείο ανά δύο χρόνια, για την διαπίστωση της οικονομικής πορείας του" Το εκκαλούν δε, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις, με την επικαλούμενη υπ' αριθμ. 23/16-12-2013 απόφαση του Δ.Σ., συνοδευόμενη από την, με ημερομηνία σύμβασης 18-11-2013, σχετική αναλογιστική μελέτη, υπέβαλε πρόταση για ανακαθορισμό της εφάπαξ παροχής, που χορηγεί στους ασφαλισμένους του.
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το εκκαλούν είναι ενταγμένο στο συμβατικό καθεστώς επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, με σκοπό την παροχή επαγγελματικής ασφαλιστικής προστασίας, πέραν από εκείνη που παρέχει η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και λειτουργεί, ουσιαστικά υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον έλεγχο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, ως προς την οικονομική λειτουργία και τη βιωσιμότητά του.
Στα πλαίσια του καθεστώτος λειτουργίας του, για τη χορήγηση των εφάπαξ παροχών και τη διακύμανση του ύψους αυτών, θεσπίστηκε μία σύνθετη διοικητική διαδικασία, για την οποία καθοριστική αρμοδιότητα έχει η απόφαση - έγκριση των αρμοδίων υπουργών, η οποία λαμβάνεται κατόπιν εκπόνησης της αναλογιστικής μελέτης και της γνώμης - πρότασης του Δ.Σ.
του ταμείου, η οποία ως τέτοια (γνώμη - πρόταση), δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 Α.Κ., όπως εσφαλμένως και νομικά αβασίμως ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται από το παρόν Δικαστήριο κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, απέρριψε την σχετική ένσταση του εκκαλούντος.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν, ενόψει της ακύρωσης της ανωτέρω Κ.Υ.Α., ως προς την αναδρομική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, υποχρεούται να καταβάλει στον εφεσίβλητο, την εφάπαξ παροχή, στο ύψος προ των αναδρομικών περικοπών ήτοι την εφάπαξ παροχή, με τον τρόπο υπολογισμού, που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού του Ταμείου, όπως αυτό ίσχυε πριν από την ημερομηνία αποχώρησής του από την υπηρεσία της Ε.Τ.Ε., ήτοι προ της 19-12-2013 τροποποίησής του με την ανωτέρω Κ.Υ.Α.
αφαιρουμένων των καταβολών, που είχαν ήδη γίνει για την αιτία αυτή, ήτοι υποχρεούται να καταβάλει στον εφεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 18.475, 04 ευρώ, ποσό το οποία και επιδικάστηκε από την εκκαλουμένη απόφαση ....". Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, που παρέχει το αναιρεσείον "Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.", μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα, επί του ζητήματος τούτου, έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί, που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το Διοικητικό Συμοβούλιο του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 εδ. τελ. του ν. 3029/2002, δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43).
Συνεπώς, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου με την απόφαση 23/16-12-2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 03.01.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που ενέκρινε την ως άνω, υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη, ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα, ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων, που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του " Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.".
Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος (23/16-12-2013), έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική Κ.Υ.Α., είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6μηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 του Α.Κ.
και, ως εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με τον αναιρεσίβλητο και της βάσει αυτής τροποποιήσεως του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοικήσεως να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδομένου του όλως προσφάτου της εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του ΣτΕ (1530/2018), ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού, με νεώτερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία", μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συνολικός αριθμός των αναλόγων με τον αναιρεσίβλητο περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του, που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών, τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Επομένως, οι ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 346 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02-04-2012 : "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους, αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου, το δικαστήριο δύναται, κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση, με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας.
Η εξαίρεση ισχύει, ιδίως, για τις, κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου, επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες, που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις, που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (Α.Π. 1207/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς το αίτημα του ενάγοντος περί τοκοδοσίας της οφειλομένης εφάπαξ παροχής, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει, τα εξής : "[...] Εν προκειμένω, στο άρθρο 12 παρ. 1 και 2.α. του Κανονισμού του Ταμείου ορίζεται ότι: " 1. Ο ασφαλισμένος υποχρεούται, εντός μηνός από την ημέρα της εξόδου του από την υπηρεσία της τράπεζας, να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του προς το Ταμείο την καταβολή της εφάπαξ παροχής ή των επιστρεπτέων εισφορών σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10, προσκομίζοντας συγχρόνως τα, κατά περίπτωση, πλήρη δικαιολογητικά ", 2α) " Το ταμείο υποχρεούται εντός τριμήνου από την εμπρόθεσμη υποβολή της αιτήσεως, με πλήρη δικαιολογητικά, να προβεί στην καταβολή της εφάπαξ παροχής ή στην επιστροφή εισφορών.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, το Δ.Σ. μπορεί να παρατείνει την ανωτέρω προθεσμία μέχρι το διπλάσιο ", ενώ στο άρθρο 7 παρ. 5 ορίζεται ότι " Σε περίπτωση μη έγκαιρης καταβολής της εφάπαξ παροχής οφειλόμενης στο Ταμείο, ο υπολογισμός αυτής γίνεται με βάση το συνολικό μηνιαίο μισθό όπως ορίζεται στις παρ. 2, 3 ή 4 του παρόντος άρθρου, όπως όμως αυτός θα είχε διαμορφωθεί το μήνα κατά τον οποίο καλείται ο δικαιούχος από το Ταμείο για την καταβολή της εφάπαξ παροχής, αποκλειομένης κάθε άλλης υποχρεώσεως του Ταμείου, όπως, ενδεικτικά, καταβολής τόκων, ή οποιαδήποτε άλλης αποζημίωσης ".
Επομένως, όπως προκύπτει από τους όρους του άρθρου 12 του Κανονισμού του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ο μεν δικαιούχος της εφάπαξ παροχής οφείλει να υποβάλλει τη σχετική αίτησή του για καταβολή αυτής (εφάπαξ παροχής), εντός μηνός από την αφυπηρέτησή του, το δε ταμείο υποχρεούται στην καταβολή της παροχής αυτής εντός τριμήνου από την εμπρόθεσμη υποβολή της ως άνω αίτησης του δικαιούχου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ., μπορεί να παρατείνει την ανωτέρω προθεσμία μέχρι το διπλάσιο.
Ωστόσο τις συνέπειες από την μη καταβολή της παροχής, εντός της παραπάνω τρίμηνης προθεσμίας, προβλέπει η παρ. 5 του άρθρου 7 του καταστατικού. Ορίζει ειδικότερα ο συγκεκριμένος όρος ότι, σε περίπτωση μη έγκαιρης καταβολής της εφάπαξ παροχής οφειλόμενης στο ταμείο, τότε η κύρωση σε βάρος του υποχρέου ταμείου είναι ο υπολογισμός της παροχής, με βάση το συνολικό μηνιαίο ασφαλιστικό μισθό των παρ. 2, 3 ή 4, όπως θα έχει διαμορφωθεί το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούχος καλείται από το ταμείο για την καταβολή της παροχής, αποκλεισμένης κάθε άλλης υποχρεώσεως του ταμείου, όπως λ.χ.
της υποχρέωσης καταβολής τόκων (εννοείται εδώ υπερημερίας). Επομένως, ο παραπάνω όρος ρυθμίζει, κατά τρόπο ειδικό, τις συνέπειες της μη εμπρόθεσμης καταβολής της εφάπαξ παροχής και αυτές είναι η υποχρέωση του ταμείου να θέσει ως βάση υπολογισμού της εφάπαξ παροχής τον τρέχοντα ασφαλιστικό μισθό, κατά το χρόνο καταβολής και όχι κατά το χρόνο αφυπηρέτησης του δικαιούχου, δηλαδή το υπερήμερο ταμείο φέρει τον κίνδυνο αύξησης του τρόπου υπολογισμού της παροχής και έτσι αντισταθμίζεται η ζημία του δικαιούχου από την καθυστέρηση της καταβολής.
Ως εκ τούτου, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, που επιτρεπτά αντικαθίσταται κατά το άρθρο 534 του ΚΠολΔ από το παρόν Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα του ενάγοντος για την καταβολή τόκου υπερημερίας από την ημέρα αποχώρησής του, ότε και υπέβαλε την αίτησή του, για καταβολή της εφάπαξ παροχής, καθόσον το εκκαλούν δεν οφείλει τόκους υπερημερίας από την ανωτέρω ημερομηνία, με βάση τον κανονισμό του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων – εφεσίβλητος.
Ορθά, όμως, ταυτόχρονα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε την εφάπαξ παροχή, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της απόφασης, πρόκειται για τόκους επιδικίας, σύμφωνα με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ. και όχι για τόκους υπερημερίας, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι διάδικοι ...".
Το αναιρεσείον με τους ενιαία εξεταζόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, το μεν (πρώτος λόγος) ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία, εφάρμοσε το άρθρο 346 Α.Κ., ενώ έπρεπε, όπως παραδεκτά ζήτησε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 και 342 του Α.Κ., να μην επιδικάσει τόκους επιδικίας, διότι, ενόψει της ισχύος της επίμαχης Κ.Υ.Α., πριν την ακύρωσή της με την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ, δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξοφλήσεως, καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκημα, αποκλειομένης ούτω της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (δεύτερος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την Α.Κ. 346, διότι κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του, που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού η διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ. είναι αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το αναιρεσείον, δε, δεν επικαλείται κάποια από τις εξαιρέσεις που υπάρχουν στη διάταξη αυτή, ενώ το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται σε τόκους επιδικίας.
Επομένως, αμφότεροι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 555/2019, Α.Π. 275/2017, Α.Π. 766/2017, Α.Π. 7/2017). Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
Α.Π. 20/2005), ενώ αν η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 28/1998, Α.Π. 651/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις, στην ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 911/2019, Α.Π. 179/2019).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ή οι λόγοι, που κατά νόμο δικαιολογούν την πρόταση αυτού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 893/2015, Α.Π. 183/2014, Α.Π. 2219/2014, Α.Π. 114/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε, επειδή απέρριψε ως μη νόμιμη, άνευ επαρκούς αιτιολογίας, την υποβληθείσα από αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 Α.Κ.), ως δήθεν θεμελιουμένης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του, που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικώς το σύνολο των ασφαλισμένων του.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει στο αναιρετήριο δικόγραφο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, τα επικληθέντα, ενώπιον του Εφετείου, με τη σχετική ένσταση, πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., ούτε ο χρόνος και τρόπος υποβολής του σχετικού ισχυρισμού (ένστασης) στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς του στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του, ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, αφού δεν συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό 37985274095108020078/2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450, 00) ευρώ, στο αναιρεσείον.
Απορρίπτει την από 28-05-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4091/540/03-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 1077/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1050/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800, 00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ