Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to cite specific factual assumptions in the appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the 1st Health Administration of Attica against a labor dispute judgment. The appellants argued procedural flaws but failed to clearly state the factual assumptions underlying the contested decision or pinpoint specific contradictions in the reasoning. Consequently, the court ruled that the appeal request was indefinite and inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 577 of the Civil Procedure Code; An appeal request must clearly state the factual assumptions of the contested decision and identify specific contradictions to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία " 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής) που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: 1) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Θ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Β. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 4) Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Φ. Ξ. του Α., κατοίκου ..., 6) Χ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 7) Κ. Ζ. του Ι., κατοίκου ... και 8) Μ. Δ. του Η.-Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χαρίκλειας Παπαδοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 147/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5769/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 19-11-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 108340/ 170/2018) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 5769/2017 απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 22-10-2018 (βλ. υπ' αριθ. ...-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Κ.) και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 20-11-2018.
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 13-7-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 932/2015) αγωγή κατά α) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και β) του Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι είναι ιατροί με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δυνάμει των υπ' αριθ. 7250, 7254 και 7256/19-3-2014 πράξεων του Διοικητή του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" μετατάχθηκαν από την Περιφερειακή Διεύθυνση Κεντρικής Αθήνας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
στο πρώτο εναγόμενο. Ότι δυνάμει των υπ' αριθ. 7243/19-3-2014 (όσον αφορά τους επτά πρώτους των εναγόντων) και 10901/7-4-2014 σε συνδ. με 29129/16-9-2014 (όσον αφορά την ογδόη εξ αυτών) αποφάσεων του Διοικητή του πρώτου εναγομένου ορίστηκαν, οι επτά πρώτοι από 19-3-2014 και η ογδόη από 13-9-2014, ως υπεύθυνοι των Μονάδων Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ.
στις οποίες μετατάχθηκαν, συνακόλουθα δε, επωμίσθηκαν, εκτός από τα καθήκοντα που συνδέονται με την άσκηση του λειτουργήματός τους ως ιατρών, και διοικητικές αρμοδιότητες σχετικές με τον συντονισμό και τη λειτουργία των οικείων Μονάδων Υγείας. Ότι μετά την ως άνω μετάταξή τους, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4316/2014, με το άρθρο 28 του οποίου προστέθηκε εδάφιο β' στο άρθρο 7 του Ν. 4238/2014, σύμφωνα με το οποίο οι υπεύθυνοι μονάδων υγείας ιατροί/οδοντίατροι, που μεταφέρθηκαν στις Δ.Υ.Πε., λαμβάνουν επίδομα, λόγω της θέσης τους, μέχρι την ολοκλήρωση της ένταξής τους στο Ε.Σ.Υ.
και πάντως όχι πέραν της 28ης Φεβρουαρίου 2015. Ότι οι τοποθετηθέντες ως υπεύθυνοι μονάδων υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. ιατροί/οδοντίατροι, πριν τη μεταφορά τους σε αυτές κατείχαν θέσεις υπευθύνων των πρώην μονάδων υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος και τους κατέβαλλε, λόγω της θέσης τους, επίδομα Προϊσταμένου Διεύθυνσης.
Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 3418/19-12-2014 απόφασης του Διοικητή του πρώτου εναγομένου ΝΠΔΔ, άπαντες οι ενάγοντες εντάχθηκαν σε θέσεις ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. Ότι η ρύθμιση του εδαφίου β' του άρθρου 7 του Ν. 4238/2014, η οποία ισχύει από τη δημοσίευση του Ν. 4316/2014, ήτοι από 24-12-2014, και συνεπώς δεν καταλαμβάνει τους ιατρούς/οδοντιάτρους που τοποθετήθηκαν ως υπεύθυνοι Μονάδων Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ.
πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από την τοποθέτησή τους σε αυτές έως την 24-12-2014, εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή σε βάρος των τελευταίων διάκριση και, ως εκ τούτου, προσκρούει στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, το επίδομα του άρθρου 7 εδ.
β' του Ν. 4238/2014, ποσού 400 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από τη μεταφορά τους στις οικείες Μονάδες Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. έως την ένταξή τους στο Ε.Σ.Υ., ήτοι από 19-3-2014 έως 18-12-2014 όσον αφορά τους επτά πρώτους των εναγόντων, και από 13-9-2014 έως 18-12-2014 όσον αφορά την ογδόη, συνολικά δε, το ποσό των 3.599,90 ευρώ σε έκαστο των επτά πρώτων και το ποσό των 1.226,56 ευρώ στην ογδόη και επικουρικά τα ίδια ως άνω ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως εκείνες των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 147/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού, ενώ δέχθηκε αυτήν ως προς το πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ και υποχρέωσε τούτο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτηθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε το πρώτο εναγόμενο με την από 16-5-2016 έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 5769/2017 απόφαση του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του.
Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή οι πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ (εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου), συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου (με αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος ως προς αμφότερα τα σκέλη του και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (παρατίθεται μόνον η μείζων πρόταση αυτής), επιπλέον δε, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο πού εντοπίζεται η επικαλούμενη αντίφαση.
Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 108340/ 170/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5769/2017 απόφασης του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 04 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ