Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific legal grounds and procedural errors. The appellant failed to cite specific substantive law violations or factual errors. The court ruled that the appeal was procedurally flawed and legally unsupported. Consequently, the appeal was dismissed without costs being awarded to the appellants. The decision emphasizes strict adherence to procedural requirements for appeals. This case highlights the importance of precise legal arguments in appellate proceedings. The court's ruling reinforces the limitations of appeal grounds under Greek civil procedure law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment. The appellant failed to identify specific substantive law violations or factual errors in the lower court's decision regarding the second respondent. The court found the appeal arguments vague and procedurally inadmissible because they did not meet the strict requirements of Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and no costs were awarded to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment on an appeal from a summary court must cite specific substantive law violations or factual errors, and cannot rely on procedural defects that are exclusively reviewable under different appeal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1690/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παναγιώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Χ. του Δ. και 2) Π. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-6-2014 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πατρών με αριθμούς 428/30-6-2014 και 429/30-6-2014, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι 609/2014 και 618/2014 αποφάσεις, αντίστοιχα, του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτών, η 323/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-8-2017 και με αριθμό κατάθεσης 290/25-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 815 Β'/3-1-2018 και 808 Β'/19-12-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Β. Β., προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 5-8-2017 και με αριθμό κατάθεσης 290/25-9-2017 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου προς εκδίκαση αυτής του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, για να παραστούν κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-3-2018), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο εξ αυτών Κ.
Χ., ο οποίος το παρέλαβε ανεπιφύλακτα (ΚΠολΔ 123, 124 παρ.1), καθώς και στον δεύτερο Π. Μ. με θυροκόλληση στην πόρτα της κατοικίας του, παρουσία της μάρτυρα Α. Β. (ΚΠολΔ 128 παρ.4 εδ. α'), τηρηθέντων και των διατυπώσεων του άρθρου 128 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία τους (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
2. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της 323/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά των 609/2014 και 618/2014 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Πατρών, με τις οποίες είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι από 20-6-2014 αγωγές των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, και επιδικάσθηκαν σε αυτούς τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 25-7-2017, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Πρωτοδικείου Πατρών την 25-9-2017 (ημέρα Δευτέρα) και λόγω του ότι δεν υπολογίζεται στην προθεσμία των 30 ημερών, η οποία άρχισε την επομένη της επίδοσης (26-7-2017), το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου (ΚΠολΔ 147 παρ.2), η δε τελευταία ημέρα (24-9-2017) ήταν Κυριακή, η αναίρεση είναι εμπρόθεσμη (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
3. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 2518/1997, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή η φύλαξη κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων.
Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.1 και 4 του αυτού νόμου, επιχειρήσεις, που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες, απαιτείται να κατέχουν ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Προϊστάμενο του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες προϋποθέσεις.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται η διαδικασία έκδοσης και ανανέωσης της άδειας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του ίδιου ως άνω νόμου, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ.1 αυτού.
Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων (άρθρο 2 παρ.3 του ίδιου νόμου), είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε χρόνια και ανανεώνονται για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αρχικών χορηγήσεων. Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίο ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 του ν. 2518/1997, να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά το νόμο ως άνω άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ, διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1320/2008).
Εξάλλου, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλλοντας τη σύμβαση, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται, ως εκ τούτου, στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από το νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς την θέλησή του (ΑΠ 911/2015).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 323/2017 απόφασής του, μετά από εκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, ανελέγκτως, σε σχέση με τον ενάγοντα στην πρώτη αγωγή Κ.
Χ., μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Πάτρα, την 1-10-2011, ο ενάγων Κ. Χ. προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Θ. Κ., ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, ως φύλακας των εγκαταστάσεων του Γενικού Νοσοκομείου ...", την εικοσιτετράωρη φύλαξη του οποίου είχε αναλάβει ο τελευταίος με την 77/2011 σύβαση έργου μεταξύ αυτού και του πιο πάνω νοσοκομείου, στο πλαίσιο της συναφούς επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Ότι η διάρκεια της εργασιακής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων ορίσθηκε μέχρι την 31-3-2011, ο δε ενάγων, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, παρείχε την εργασία του υπό την ανωτέρω ιδιότητα του φύλακα, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης, επί οκτάωρο ημερησίως, αντί συμβατικού μηνιαίου καθαρού μισθού εξακοσίων (600) ευρώ.
Ότι ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως την 30-9-2012, αφού μετά τη λήξη της διάρκειας της πρώτης ως άνω σύμβασης, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, την 1-4-2011, νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι την 30-6-2011 και στη συνέχεια τρίτη σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας από 1-7-2012 έως 30-9-2012.
Ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν άκυρες, καθόσον ο ενάγων δεν είχε εφοδιασθεί με την απαιτούμενη από το άρθρο 3 του ν. 2518/1997 άδεια εργασίας, με συνέπεια, επειδή η ακυρότητα αυτή αφορά τη δημόσια τάξη και εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, η προσφορά της εργασίας του από την πρόσληψη μέχρι την απόλυσή του την 30-9-2012 να θεμελιώνεται σε απλή σχέση εργασίας.
Ότι ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, απασχολήθηκε επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 μέχρι την 30-9-2012, κατά την οποία η εργασία του ήταν εξάωρη ημερησίως, σε κυλιόμενες βάρδιες, ημερήσιες και νυκτερινές. Ότι η κατά τα ανωτέρω, σε ημέρες και ώρες, απασχόληση του ενάγοντος ως υπαλλήλου του εναγομένου εργοδότη, προκύπτει ιδίως από το τηρούμενο από τον τελευταίο βιβλίο παρουσίας προσωπικού, στο οποίο υπέγραφαν όλοι οι εργαζόμενοι κατά ημερομηνία και ώρα προσέλευσης και αποχώρησης.
Ότι, όπως εκτέθηκε, ο ενάγων αμειβόταν με το ποσό των 600 ευρώ καθαρά το μήνα, ενώ οι νόμιμες μικτές αποδοχές για την ειδικότητά του, που προβλέπονταν από την εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας της 1-9-2011 (ΠΚ 33/7-9-2011, τριετούς διάρκειας με ισχύ από 1-1-2011), ανέρχονταν από την ημέρα της πρόσληψής του (1-10-2011) μέχρι την απόλυσή του (30-9-2012), με δεδομένο ότι ήταν άγαμος χωρίς προϋπηρεσία, σε 751,58 ευρώ, χωρίς καμία αλλαγή μισθολογικού κλιμακίου.
Ότι πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου, που προβάλλονται με λόγο έφεσης, ότι μεταξύ των διαδίκων υφίσταται σύμβαση αφανούς εταιρίας, με εμφανή εταίρο αυτόν (εναγόμενο) και αφανή τον ενάγοντα, όπου η εισφορά τους συνίστατο στην παροχή της προσωπικής εργασίας τους και το κέρδος του ενάγοντος- συνεργάτη θα εμφανιζόταν ως μισθός.
Ότι από την κατά τα άνω άκυρη σύμβαση εργασίας ο ενάγων διατηρεί κατά του εναγομένου εργατικές αξιώσεις, από τις οποίες στηρίζονται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού η αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα τυχόν οικογενειακά και προσωποπαγή επιδόματα, για την εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες και νύκτα, ενώ προβλέπονται ευθέως από το νόμο τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, οι προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τις Κυριακές, αργίες και νύκτα.
Ότι, συνεπώς, ο ενάγων, του οποίου η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν, κατά τα ανωτέρω, άκυρη, διατελούσε με τον εργοδότη του σε απλή σχέση εργασίας και δεν μπορεί μεν να αξιώσει με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνήψε με τον τελευταίο, το νόμιμο μισθό του, δικαιούται όμως να απαιτήσει, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΚ 904), την απόδοση της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία του, αφού η παροχή της έγινε, στην προκειμένη περίπτωση, σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και επομένως δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο.
Ότι η ωφέλεια του εργοδότη, αποτιμώμενη, συνίσταται στο μισθό που αυτός θα κατέβαλλε, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας, σε άλλο μισθωτό του ιδίου επαγγέλματος και των αυτών προσόντων και ικανοτήτων, για την ίδια εργασία και υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής της συνθήκες, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις, που δικαιούταν ο ακύρως προσληφθείς, αν κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση, λόγω των τυχόν συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαίτερων περιστάσεων (λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας), εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαία και στο πρόσωπο του άλλου εργαζόμενου, που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως.
Μετά από αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι για την παρασχεθείσα εργασία του ο ενάγων έπρεπε να λάβει: α) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα συνολικά το ποσό των 899,06 ευρώ, β) για αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας συνολικά το ποσό των 766,57 ευρώ και γ) για αμοιβή και προσαύξηση Κυριακών και αργιών και για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας συνολικά το ποσό των 3.816,04 ευρώ και συνολικά για όλες τις άνω αιτίες το ποσό των 5.481,67 ευρώ.
Στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη 609/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα, για τις ανωτέρω αιτίες, το ποσό των 5.481,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
5. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε ως φύλακας στην ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας του εναγομένου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 30-9-2012 και ότι, λόγω της έλλειψης της προβλεπόμενης από το άρθρο 3 του ν. 2518/1997 άδειας εργασίας του ενάγοντος, η μεταξύ αυτού και του εναγομένου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ήταν άκυρη, φέρουσα το χαρακτήρα απλής σχέσης εργασίας, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, 741, 742 παρ.1 και 361 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της σχέσης εργασίας που συνέδεε τον ενάγοντα (Κ. Χ.) με τον εναγόμενο. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, σε σχέση με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως εφετείο, παραβίασε τις αναφερόμενες στον προσδιορισμό των νομικών εννοιών της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και αυτής της αφανούς εταιρίας ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648 επ.
ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, 741, 742 παρ.1 και 361 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ.1 και 6 ΚΠολΔ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση), είναι αβάσιμοι.
6. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ.1 α' ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1130/2009).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης, με παράθεση και των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό, αλλά και των επιπλέον πραγματικών περιστατικών που θα έπρεπε να αναφέρονται, με επισήμανση του σφάλματος του δικαστηρίου αναφορικά με την ανεπάρκεια ή την αντιφατικότητα των αιτιολογιών (ΑΠ 348/2009).
7. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους προαναφερόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης, σε σχέση με τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, Π. Μ., ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, ούτε παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ως προς αυτόν, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια.
Συνεπώς, αφού ουδεμία παραδοχή διαλαμβάνεται σε σχέση με την αγωγή του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ούτε επισημαίνονται οι, κατ' αυτόν, υπάρχουσες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι εντελώς αόριστοι.
8. Από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, συνάγεται ότι, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται περιοριστικά στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα και απαράδεκτο από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 1130/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε ως απαράδεκτη την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, με την αιτιολογία ότι δεν προτάθηκε παραδεκτά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, ενώ, όπως υποστηρίζει, δεν ήταν κατά νόμο απαραίτητη η καταχώριση αυτής στα πρακτικά και ότι, συνεπώς, μη λαβούσα υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως άνω ισχυρισμό, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν υπάγεται στη διάταξη που επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτος, διότι η συγκεκριμένη πλημμέλεια ελέγχεται αναιρετικά με βάση τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εφαρμογή του οποίου αποκλείεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν επιδικάζονται, ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού δεν παραστάθηκαν (ΚΠολΔ 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-8-2017 και με αριθμό κατάθεσης 290/25-9-2017 αίτηση για αναίρεση της 323/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Δεκεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ