Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange case, ruling procedural errors do not justify overturning lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two appellants against the Ioannina Court of Appeal's judgment regarding a bill of exchange dispute. The appellants argued for the admission of witness testimony to prove a supplementary agreement filling a missing date on the bill, while the appellee contended the lower court correctly applied the principle that such agreements are admissible as written evidence. The court held that the Court of Appeal had thoroughly analyzed and rejected the specific arguments regarding the supplementary agreement, meaning procedural errors did not warrant overturning the decision under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Procedural errors do not justify the admission of an appeal unless a substantive law rule is violated, as procedural rules govern the manner and form of legal protection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1687 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1687/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:α) Σ. Φ. του Ε., κατοίκου ... και β) Ο. Κ. του Δ., κατοίκου ... από τους οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνωστόπουλο και ο δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 385/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-6-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υπόθεση αδικοπραξίας και δη έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και μη αναγνώρισης του από αυτή χρέους.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός αλλά και εκείνος του άρθρου 19 δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005, ΑΠ 405/2004). 'Ετσι, δικονομικού, καθαρά, δικαίου κανόνες είναι, κατ' αρχήν, οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο και τα μέσα απόδειξης ενός γεγονότος (ΑΠ 1519/2008), όπως είναι και εκείνος του άρθρου 394 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1483/2009, ΑΠ1308/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", "εάν η επιταγή, ατελής κατά την έκδοσιν, συνεπληρώθη εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρηση των συμφωνιών τούτων δύναται να αντιταχθεί κατά του κομιστού μόνον, εάν ούτος απέκτησε την επιταγήν κακή τη πίστη η εάν κατά την κτήσιν αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα".
Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει, παρά τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του πιο πάνω νόμου, κατά παρέκκλιση, τη δυνατότητα έκδοσης λευκής επιταγής. Δηλαδή επιταγής, στην οποία, κατά το χρόνο της παράδοσής της, ηθελημένα λείπουν ένα ή περισσότερα ή και όλα τα τυπικά στοιχεία του άρθρου 1, εκτός από την υπογραφή του εκδότη (ΑΠ 923/2002, ΑΠ 958/1978).
Στην περίπτωση της λευκής επιταγής, η έλλειψη των στοιχείων, πρέπει να στηρίζεται σε συμφωνία μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, σύμφωνα με την οποία, ο τελευταίος εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει το ελλείπον ή τα ελλείποντα τυπικά στοιχεία της επιταγής. Η συμφωνία αυτή δε, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες, κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. Επιτρέπεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά το άρθρο 394 Κ.Πολ.Δ., απόδειξη με μάρτυρες, πλην άλλων, αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο, το οποίο έχει αποδεικτική δύναμη.
Εξ άλλου, οι πιο πάνω διατάξεις είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και, άρα, η παραβίασή τους δεν ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τα άρθρα 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1483/2009, ΑΠ 1308/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Από τις ένορκες στο ακροατήριο καταθέσεις των μαρτύρων ... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο Α. Ε. (ενάγων της πρώτης αγωγής, εναγόμενος της δεύτερης και ήδη εφεσίβλητος) ήταν κύριος μέτοχος της εταιρείας επεξεργασίας δερμάτων με την επωνυμία "ΕΥΡΩΔΕΡΜ Α.Ε.", που είχε έδρα την …Ο Ο.
Κ. (πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής και ήδη δεύτερος των εκκαλούντων) ήταν επίσης μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας και παράλληλα και διευθύνων σύμβουλος αυτής. Ο Α. Ε. ασκούσε παράλληλα και το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού και του εργολάβου δημοσίων και ιδιωτικών έργων και διατηρούσε για το λόγο αυτό δικό του τεχνικό γραφείο στα Ιωάννινα ....Οι σχέσεις των δύο ως άνω διαδίκων, επαγγελματικές και προσωπικές, ήταν άριστες.
Μάλιστα ο Ο. Κ. είχε εγκατασταθεί στο γραφείο του Α. Ε., απ' όπου ασκούσε τις δραστηριότητες του διευθύνοντος συμβούλου της πιο πάνω εταιρείας. Το Σεπτέμβριο του 1992 ο Α. Ε. ανέλαβε στα πλαίσια της δραστηριότητας του ως εργολάβου την εκτέλεση έργων στη Ρωσία. Ενόψει δε του ταξιδιού του αυτού, που προβλεπόταν ότι θα διαρκέσει επί μακρόν, αναχώρησε για την Αθήνα μαζί με τον Ο.
Κ. Ο τελευταίος συνόδευσε τον Α. Ε. στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο "Στάνλεϋ", προκειμένου να συζητήσουν τις εκκρεμότητες που υπήρχαν εκείνη την περίοδο στην πιο πάνω κοινή τους επιχείρηση, αλλά και προκειμένου να ενημερωθεί από τον Α. Ε. για τις ανάγκες του τεχνικού του γραφείου, τις οποίες είχε δεχθεί να εξυπηρετήσει κατά το δυνατόν, κατά το διάστημα της απουσίας του στο εξωτερικό, που όπως προαναφέρθηκε, προβλεπόταν ότι θα έχει μεγάλη διάρκεια.
Κατά το διάστημα της παραμονής τους στο ξενοδοχείο "Στάνλεϋ" των Αθηνών, όπου είχαν εγκατασταθεί, ο Α. Ε., έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του συνεργάτη και φίλου του Ο. Κ., του παρέδωσε τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της (τότε) Τράπεζας Κρήτης, που είχε εκδώσει στα Ιωάννινα, ποσού 20.000.000 δραχμών, εις διαταγήν του (του Ο.
Κ.), με ασυμπλήρωτη όμως την ημερομηνία έκδοσης της. Συμφώνησαν δε να χρησιμοποιήσει την επιταγή αυτή ο Ο. Κ. (οπότε και θα συμπλήρωνε ο ίδιος το χρόνο έκδοσής της και θα την εισέπραττε) για να καλύψει τυχόν ανάγκες του τεχνικού γραφείου του Α. Ε. (πληρωμές εργατών κλπ), οι οποίες θα προέκυπταν κατά το χρονικό διάστημα που αυτός θα απουσίαζε στο εξωτερικό.
Ο τελευταίος αναχώρησε στη συνέχεια για τη Ρωσία, όπου όμως, παρά τις αρχικές προβλέψεις για μακρά απουσία, έμεινε μόνο για λίγες ημέρες. Όταν δε επέστρεψε στην Ελλάδα και στα Ιωάννινα, ζήτησε από τον Ο. Κ. να του επιστρέψει την επιταγή, καθώς δεν υπήρχε πλέον λόγος να βρίσκεται στα χέρια του. Ο Ο. Κ. του δήλωσε τότε, ότι από τη στιγμή που έμαθε για την επιστροφή του και επειδή δεν την είχε χρησιμοποιήσει μέχρι τότε, την κατέστρεψε, γεγονός που πίστεψε ο Α.
Ε., λόγω των προαναφερθεισών άριστων σχέσεων που είχαν μεταξύ τους ... Ενόψει των ανωτέρω σαφώς αποδειχθέντων, δεν κρίνεται βάσιμος ο ισχυρισμός του Ο. Κ. ότι ο Α. Ε. του έδωσε την επιταγή, επειδή αποχώρησε από την εταιρεία "ΕΥΡΩΔΕΡΜ Α.Ε." προκειμένου να μην υποστεί ο ίδιος τις αστικές και ποινικές συνέπειες από τις οφειλές που είχε δημιουργήσει η εταιρεία αυτή προς το ΙΚΑ, το Δημόσιο και στις Τράπεζες.
Αποδείχθηκε επίσης ... ότι
εννέα χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης επιταγής και συγκεκριμένα στις 13-12-2001, ο Ο. Κ., αφού συμπλήρωσε την επιταγή με την ημερομηνία αυτή, την οπισθογράφησε στον ανιψιό του Σ. Φ. (δεύτερο εναγόμενο της πρώτης αγωγής-ενάγοντα της δεύτερης και ήδη πρώτο των εκκαλούντων). Ο τελευταίος, ο οποίος σημειωτέον ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΕΥΡΩΔΕΡΜ Α.Ε." και εργαζόμενος ως οδηγός στην εταιρεία αυτή, εμφάνισε την επιταγή στις 21-12-2001 στην πληρώτρια Τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.", η οποία είχε καταστεί καθολική διάδοχος της Τράπεζας Κρήτης, πλην όμως η επιταγή δεν πληρώθηκε, καθώς ο λογαριασμός του εκδότη της επιταγής Α.
Ε. ήταν κλειστός... 'Οπως δε περαιτέρω αποδείχθηκε, ο Σ. Φ. κατά την οπισθογράφηση σ' αυτόν της επίδικης επιταγής, βρισκόταν σε κακή πίστη, καθώς γνώριζε την ανωτέρω συμφωνία που είχαν κάνει ο Α. Ε. και ο Ο. Κ. για την επιταγή αυτή και ότι η επιταγή δεν αντιπροσώπευε κάποια οφειλή του πρώτου προς το δεύτερο. Ειδικότερα ο Ο.
Κ., σε συνεννόηση με το Σ. Φ., αφού συμπλήρωσε κατά παράβαση της συμφωνίας του με τον Α. Ε., την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, την παρέδωσε σ' αυτόν, με μοναδικό σκοπό να την εμφανίσει ο τελευταίος ως τρίτος καλόπιστος κομιστής για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα ...Επίσης, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, η οπισθογράφηση της επίδικης επιταγής από τον λήπτη της Ο.
Κ. προς τον ανιψιό του Σ. Φ. έγινε χωρίς να υπάρχει κάποια ισόποση απαίτηση του δευτέρου έναντι του πρώτου. Οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν βέβαια ότι η επιταγή μεταβιβάστηκε στον Σ. Φ. σε εξόφληση δανείου που είχε λάβει ο Ο. Κ. από την οικογένεια του πρώτου κατά τα προηγούμενα χρόνια, όταν αυτός αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, πέρα από το ότι δεν αποδεικνύεται βάσιμος, δεν κρίνεται και πειστικός. Ειδικότερα δεν κατονομάζονται κατ' αρχήν τα πρόσωπα της οικογένειας του Σ. Φ. από τα οποία ο Ο. Κ. έλαβε το δάνειο και ποια συγκεκριμένα ποσά έλαβε από το καθένα. Επί πλέον, αν πράγματι είχε καταρτισθεί τέτοιο δάνειο, το λογικό θα ήταν να εισπράξει ο ίδιος ο Ο.
Κ. την επιταγή και να εξοφλήσει στη συνέχεια τους δανειστές του και όχι να οπισθογραφήσει την επιταγή στο Σ. Φ., ο οποίος δεν είχε καμιά σχέση με τη σύμβαση δανείου. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, ο εκδότης της επίδικης λευκής επιταγής Α. Ε. δεν ευθύνεται για την πληρωμή της, τόσο έναντι του λήπτη της Ο.
Κ., αφού αυτός προέβη στη συμπλήρωση του χρόνου έκδοσης της κατά παράβαση των όσων συμφώνησε με τον εκδότη της, όσο και έναντι του κομιστή της επιταγής Σ. Φ., καθώς αυτός ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ...". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο έχει επαρκή, σαφή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό του.
Ειδικότερα: 1) δεν είναι αντιφατικό το ότι γίνεται δεκτό, πως δεν υπάρχει πλαστογραφία της επιταγής, ενώ, ταυτόχρονα, δεν έγινε δεκτό, πως αυτή δεν είναι πλήρες (τέλειο) έγγραφο, αλλά αποτελεί ατελή απόδειξη. Και τούτο διότι, είναι τελείως διαφορετική η ύπαρξη πλαστογραφίας και η συμπλήρωση της λευκής επιταγής, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων (ΑΠ 1164 /1174, ΑΠ 784/1994, ΑΠ 117/1986). 'Αρα, ουδεμία αντίφαση, εδώ, υφίσταται.
Εξ άλλου, για να υπάρχει ο από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, πρέπει να υπάρχει η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα, ως προς τη λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση (ΑΠ 1022/2004). Εδώ, ουδεμία σχετική αντίφαση υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε γίνεται, συναφώς, επίκληση τέτοιας αντίφασης. 'Αρα, ο από το άρθρο 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος της αναίρεσης (κατά το οικείο μέρος του, με τον αριθμό 36). Πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος, 2) ούτε, όμως, κατά τα προεκτεθέντα, καθιδρύεται, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παράβαση των άρθρων 1, 2, 13 και 28 του Ν.5960/1933, εφ' όσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές. 3) όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 2, 3, 394 παρ. 1,2 και 395 Κ.Πολ.Δ.
ουδόλως μπορεί, ως προς αυτές, να θεμελιωθεί η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης, γιατί, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτές είναι δικονομικού χαρακτήρα και δεν μπορεί να θεμελιώσουν την παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., 4) περαιτέρω από ουδεμία διάταξη μπορεί να εξαχθεί, πως το άρθρο 394 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι ανίσχυρο, ειδικά, ως προς τα θέματα της επιταγής. 5) επιπρόσθετα, σε κάθε περίπτωση, ουδόλως, προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις του νόμου για την επιταγή, πως δεν μπορεί να υπάρξει απόδειξη με μάρτυρες, ως προς την ύπαρξη ή μη συμφωνίας, για την μεταγενέστερη συμπλήρωσή της, ηθελημένα αφεθείσας ασυμπλήρωτης, ως προς συγκεκριμένο σημειό της, 6) ήδη δε εκτέθηκε, πως η πιο πάνω συμφωνία μπορεί να είναι και σιωπηρή και η ύπαρξή της να συνάγεται από τα περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, 7) εξ άλλου, για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο από το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικός λόγος, είναι ανάγκη, εκτός των άλλων, να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο αυτό παραβιάστηκε, ενώ δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και σε αυτή ακόμη την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 509/2002, ΑΠ 945/2008, ΑΠ 68/2002).
Ακόμη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί και μάλιστα νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 2328/2009). Εδώ, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, πλην άλλων, πως η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο, που εξήγετο από την πρωτόδικη απόφαση (με την έννοια πως δεν προσβλήθηκαν με έφεση σχετικές διατάξεις της). 'Όμως ουδόλως εκτίθεται στην αναίρεση, αν ο σχετικός, περί δεδικασμένου, ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα και πως, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε, πως τούτο εξάγεται από την πρωτοβάθμια απόφαση.
Δεν αρκεί δε, πρόδηλα, η παράθεση μέρους της πρωτοβάθμιας απόφασης χωρίς, εν ταυτώ, να συνδέεται το αναφερόμενο, στο ιστορικό της αναίρεσης περιεχόμενό της, με συγκεκριμένο τρόπο, με την προσβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες παραβίαση του δεδικασμένου. 'Αρα, ο συναφής, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικός λόγος (αρ. 35 της αναίρεσης), πρέπει ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση δε, είναι και αβάσιμος, εφ' όσον δεν προκύπτει δεδικασμένο περί της ύπαρξης τελείας επιταγής, δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αναίρεση, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο του σχετικού δικογράφου, δεν πρόκειται περί αυτούσιων παραδοχών της πρωτόδικης απόφασης, αλλά για εκτίμηση των αναιρεσειόντων, από τις πιο πάνω παραδοχές, η οποία δεν είναι ακριβής, 7) ακόμη, κατά τα προαναφερθέντα, ορθά το Εφετείο εξήτασε συναφώς μάρτυρες, αφού, ανέλεγκτα, δέχτηκε την ύπαρξη αρχής έγγραφης απόδειξης και οι από το άρθρο 559 αρ. 10 (αρ. 34) και 559 αρ. 11 (αρ. 33) λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. 'Αρα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό του, για τους προεκτεθέντες λόγους, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (αρ. 13 έως 37).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., "πράγματα" που προτάθηκαν, αποτελούν οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους εκφέρονται παράπονα σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (Ολ. ΑΠ 3/2008). Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, δηλαδή, αν δε προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 439/2005, ΑΠ 599/2005, ΑΠ 1275/2004).
Εδώ, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, το Εφετείο διαλαμβάνει επαρκή, σαφή, πλήρη, και μη αντιφατική αιτιολογία, δεν έχει δε νομική σημασία η επανάληψη στην εφετειακή απόφαση της φρασεολογίας της πρωτοβάθμιας, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες. Αβασίμως, επίσης, οι τελευταίοι ψέγουν το Εφετείο για μη απάντηση στους λόγους έφεσης χωρίς, εν ταύτω, να αναφέρουν, ποιοι λόγοι της έφεσης δεν απαντήθηκαν.
Το ότι οι τελευταίοι απορρίφθηκαν, χωρίς το Εφετείο να αναφέρεται αναλυτικά και συγκεκριμένα, σε καθένα απ' αυτούς (κατά το αναιρετήριο), δεν μπορεί, πρόδηλα, να έχει την έννοια της έλλειψης ακρόασης. 'Αρα, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (αριθμός 38 έως και 46) που προβάλλει τις από το άρθρ. 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες (όπως και την παραβίαση των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. Στην έφεση, όπως προκύπτει από την νόμιμη επισκόπηση του δικογράφου της (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), γίνονταν μνεία στην παραβίαση από την εκκαλούμενη απόφαση, πλην άλλων και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Τούτο όμως, δεν έγινε κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά σε σχέση με την ύπαρξη αντίθετης συμφωνίας ως προς το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης για την συμπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της επιταγής. Συναφώς το Εφετείο, διάλαβε στην απόφασή του, πλην άλλων και τα ακόλουθα: "...Με το άρθρο 13 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" ορίζεται ότι, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση, συμπληρώθηκε εναντίον των γενόμενων συμφωνιών, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών (αναφορικά με τη συμπλήρωση) δεν δύναται να αντιταχθεί κατά του κομιστή, παρά μόνο εάν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή εάν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα ...
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων της από 20-6-2003 αγωγής ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι η επίμαχη επιταγή εκδόθηκε απ' αυτόν λευκή ως προς την ημεροχρονολογία έκδοσης της, με την ειδικότερη συμφωνία συμπλήρωσή της που αναφέρει στην αγωγή. Οι εναγόμενοι της αγωγής αυτής και ήδη εκκαλούντες, συνομολόγησαν το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε λευκή ως προς την ημερομηνία της (όπως συνομολογούν το περιστατικό αυτό και με την έφεση τους), αρνήθηκαν όμως την ειδικότερη συμφωνία για τη συμπλήρωση της, την οποία ο ενάγων επικαλέστηκε με την αγωγή του.
Τον ίδιο πιο πάνω ισχυρισμό προέβαλε επίσης ο ανωτέρω ενάγων, και ως εναγόμενος της από 4-9-2003 αγωγής του πρώτου των εκκαλούντων. Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, η επίδικη επιταγή μπορεί να αποτελέσει αρχή έγγραφης απόδειξης όσον αφορά την ειδικότερη πρόσθετη συμφωνία για τη συμπλήρωση της που επικαλέστηκε ο ανωτέρω ενάγων-εναγόμενος, η οποία επομένως με βάση την αρχή αυτή μπορεί να αποδειχθεί και με μάρτυρες, που αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη περίπτωση ...". 'Αρα, είναι πρόδηλο, πως αποφάνθηκε για τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων.
Το αν δεν έκανε ρητή μνεία της πιο πάνω διάταξης, δεν μπορεί, ασφαλώς, να έχει την έννοια, πως δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν, αφού διεξοδικά αναλύονται, κρίνονται και απορρίπτονται οι ισχυρισμοί, με τους οποίους η διάταξη αυτή συνδέεται κατά τους αναιρεσείοντες. 'Αρα και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως (αριθμοί 47 έως και 51), ο οποίος προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, άλλως την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων (αρθρ. 176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2011 αίτηση των Σ. Φ. και Ο. Κ., προς αναίρεση της με αριθμό 385/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ