Legislator Case Law & Legislation
1683/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural defect where appellant failed to cite specific grounds for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure.

Case Number 1683/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment from the Single-Member Court of First Instance. The appellant argued various procedural errors, including the characterization of a loan contract and the nature of a business operation, but failed to cite specific grounds required by Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the court ruled that all appeal grounds were inadmissible because they did not meet the statutory requirements for challenging a first-instance judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a first-instance judgment must cite specific grounds listed in Article 560; failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal Article 560 Code of Civil Procedure specific grounds first instance judgment procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1683 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1683/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ.Σ. του Ν., συζ. Σ.Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαίρη Καταγή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, ήτοι την εταιρεία με την επωνυμία "... ...", η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 260/2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και του Σ. Σ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-10-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή. αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1191/2023). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1544/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη με αριθμ. 1601γ/22-7-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ... Γ. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 13-10-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11/2020) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 7-10-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-2-2024). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αμέσως προαναφερόμενη δικάσιμο (της 16-2-2024), η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η νέα κλήτευσή της, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 13-10-2020 (αριθμ.

εκθ. κατ. 11/16-10-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 13/31-1-2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), αντιμωλία των εδώ διαδίκων.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (31-1-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 13/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα, ήδη αναιρεσείουσα, και ο σύζυγος της Σ.

Σ. με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... από 21-12-2015 (αριθ. κατ.260/22-12-2015) αίτησή τους κατά της ήδη αναιρεσίβλητης πιστώτριας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και κατά του ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.) καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει το Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) ζήτησαν, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών τους με την υπαγωγή τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση του περιγραφόμενου ακινήτου του αιτούντος Σ. Σ., που αποτελεί την κύρια κατοικία τους καθώς και των αναφερόμενων στην αίτηση περιουσιακών στοιχείων τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσαν.

Το Ειρηνοδικείο ... με την υπ'αριθμ. 19/2018 οριστική απόφασή του, α)απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου των καθ'ών ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.) β) δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως κατ'ουσίαν ως προς τον πρώτο των αιτούντων Σ.

Σ. ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και γ) απέρριψε την αίτηση ως προς τη δεύτερη αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα κρίνοντας ότι η τελευταία, κατά την άσκηση της αίτησής της για την υπαγωγή στο ν.3869/2010, είχε την εμπορική ιδιότητα, καθόσον διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση ελαιοτριβείου και ασχολείται με το λιανικό και χονδρικό εμπόριο ελαιοπυρήνα, δραστηριότητες οι οποίες είναι εμπορικές και της προσδίδουν την εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα, μη δυνάμενη να υπαχθεί στις διατάξεις του ν.3869/2010, λόγω της εμπορικής της ιδιότητας και της συνεπεία αυτής, πτωχευτικής της ικανότητας.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν η ήδη αναιρεσείουσα και ο Σ. Σ. με την από 16-7-2018 (αριθμ. κατ.99/2016 ) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 13/2020 απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.) κατά του οποίου στεφόταν μόνο ο εκ των εκκαλούντων Σ.

Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς τον παραιτηθέντα της έφεσης Σ. Σ. και κατά τα λοιπά δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, κρίνοντας ομοίως με την εκκαλουμένη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τις παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/14-8-2015, και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... στις 22-12-2015, φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Οι μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη είναι δυνατόν να ισχυρισθούν προς απόρριψη της αίτησης, ότι ο αιτών οφειλέτης έχει πτωχευτική ικανότητα.

Το τελευταίο μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν τούτο αποδειχθεί από τη διαδικασία, τότε θα απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.

Ακόμη, υπάγονται και οι "μικροέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν.3869/2010οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Περαιτέρω, σχετικά με την εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του β.δ. της 2/14 Μαΐου 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" κατά τις οποίες "νόμος θεωρεί εμπορικάς: τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις, δια να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, η κατειργασμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα..." (άρθρο 2) και "Δεν υπάγονται εις την αρμοδιότητα των εμποροδικείων αι κατά ιδιοκτημόνων, γεωργών, αμπελουργών αγωγαί περί πωλήσεως των από των κτημάτων αυτών προϊόντων,... " (άρθρο 8), προκύπτει ότι εξαιρούνται της εμπορικότητας οι δραστηριότητες της πρωτογενούς παραγωγής, μεταξύ των οποίων και οι πωλήσεις από αγρότες (γεωργούς, κτηνοτρόφους) των προϊόντων που παράγουν.

Έτσι. κατ' αρχήν, η παραγωγή αγαθών του πρωτογενούς τομέα, όπως η παραγωγή ζωικών προϊόντων από κτηνοτρόφους και η διάθεσή τους, δεν εμπίπτει στις πράξεις που συνθέτουν την εμπορική δραστηριότητα. Αν όμως τέτοια δραστηριότητα λαμβάνει χώρα συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, με σημαντική επένδυση κεφαλαίου, χρήση μηχανημάτων ή ειδικών εγκαταστάσεων και απασχόληση προσωπικού με σκοπό, ειδικά στην περίπτωση της κτηνοτροφίας, την εκτροφή, πάχυνση και διάθεση στο εμπόριο με κέρδος μεγάλου αριθμού ζώων προς παραγωγή κρέατος, όπως και των προϊόντων αυτών και έχει έτσι οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας με στοιχεία ανάληψης του επιχειρηματικού κινδύνου, τότε είναι αντικειμενικώς εμπορική πράξη και τα δραστηριοποιούμενα σ' αυτή πρόσωπα θεωρούνται έμποροι.

Οι έμποροι, δε, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας τους, αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι εκείνες του ν. 3869/2010 (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 550/201). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη (ΑΠ 1733/2023, ΑΠ 1726/2022.

ΑΠ 1442/2021), και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος, ο οποίος αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ'αυτό. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 247/2024,Π 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.

β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου.

την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το Δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικοί ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή.

πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022.ΑΠ 164/2021,ΑΠ 40/2020).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 35/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 21/2023, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτί1) το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ.α και β και 6 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με το να δεχθεί ότι αυτή διατηρεί οργανωμένη επιχείρηση χονδρικού και λιανικού εμπορίου ελαιολάδου και χονδρικού εμπορίου ελαιοπυρήνα και έχει εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα και ότι συνακόλουθα δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του 3869/2010, 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 και 3 του ΒΔ 2/14-5-1833 περί εμποροδικείων, ενώ παραβίασε επίσης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007, 2 και 3 του ΒΔ 2/14-5-1833 περί εμποροδικείων 1 παρ.1 του ν. 3869/2010, ως επίσης, διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης όσον αφορά το ζήτημα της εμπορικής ιδιότητας και δη διέλαβε α) αντιφατικές αιτιολογίες διότι ενώ δέχεται ότι αυτή κατ' επάγγελμα ασχολείται σε αγροτικές εργασίες και ότι στο ελαιοτριβείο που διατηρεί τη συνδράμουν αποκλειστικά τα μέλη της οικογένειάς της, στοιχεία τα οποία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το κέρδος από την άσκηση εκ μέρους της εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού της κόπου και μόχθου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, αντιφατικά δέχεται ότι η δραστηριότητά της αυτή γίνεται προς κτήση κέρδους και της προσδίδει την εμπορική ιδιότητα, με συνέπεια να άγεται στην κρίση ότι δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και β) ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι δεν αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού της περί μικροεμπορίας και αορίστως αναφέρεται σε οργανωμένη επιχείρηση με σημαντικό εξοπλισμό (μηχανήματα, δεξαμενές κ.λπ) χωρίς αιτιολογία και επίκληση των πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει ο οργανωμένος χαρακτήρας της δραστηριότητας ή ο σημαντικός εξοπλισμός.

Ως προς τα ζητήματα αυτά το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα- αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ηλικίας 59 ετών, έγγαμη με τον Σ. Σ., με τον οποίο έχει αποκτήσει τέσσερα τέκνα, ήδη ενήλικα. Απασχολείται σε αγροτικές εργασίες, ενώ έχει στην πλήρη κυριότητά της ένα ελαιοτριβείο επιφάνειας 162 τμ σε αγροτεμάχιο 4800 τμ στη θέση "..." της ...

του Δήμου ... το οποίο κατασκευάστηκε το έτος 1997 και στο οποίο απασχολείται η ίδια , ο σύζυγος της και τα δυο ενήλικα τέκνα τους. Πρόκειται για μια οργανωμένη επιχείρηση με σημαντικό εξοπλισμό (μηχανήματα, δεξαμενές κ.λπ) για την λειτουργία της οποίας έχει λάβει σημαντικά επιχειρηματικά δάνεια από την καθ' ης (ήδη αναιρεσίβλητη) και συγκεκριμένα δυνάμει της υπ' αριθμ. 526/2008/00074/264 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και της υπ' αριθμ. 526/2009/001 1/264 σύμβασης δανείου με εγγύηση .....

ΑΕ, από τα οποία οφείλει στην καθ' ης το συνολικό ποσό των 30.575 ευρώ. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι περιορισμένη και περιστασιακή και στοχεύει μόνο στο βιοπορισμό κι όχι στην κτήση κέρδους τυγχάνει αναπόδεικτος, έρχεται δε σε ευθεία αντίθεση με την προσωποποιημένη πληροφόρηση ΑΑΔΕ-taxis net, από την οποία προκύπτει ότι η εκκαλούσα δραστηριοποιείται στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο ελαιολάδου και το χονδρικό εμπόριο ελαιοπυρήνα.

Αποδεικνύεται, λοιπόν, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι η εκκαλούσα έχει την ιδιότητα του εμπόρου και επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέτασή του, πρέπει, απορριπτόμενων των αντίθετων υποστηριζόμενων με την υπό κρίση έφεση, να απορριφθεί αυτή (έφεση) στο σύνολο της ως ουσία αβάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό...".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την με αριθμό 19/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... με την οποία είχε απορριφθεί η με αριθμό 260/2015 αίτησή της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό δεν υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/14-5-1835 "περί εμποροδικείων", ενώ ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 1 παρ. 1 εδ.α' του ν. 3869/2010, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της τελευταίας ουσιαστικής διάταξης για την υπαγωγή της αναιρεσείουσας στις προστατευτικές διατάξεις του ίδιου νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.

Συγκεκριμένα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η αναιρεσείουσα: α) διατηρεί σε αγροτεμάχιο της κυριότητάς της, έκτασης 4.800 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." στην περιοχή ... του Δήμου ... ελαιοτριβείο, εμβαδού 162 τ.μ., το οποίο κατασκευάστηκε το έτος 1997, αποτελεί οργανωμένη εμπορική επιχείρηση με σημαντικό εξοπλισμό (μηχανήματα, δεξαμενές κλπ), για τη λειτουργία της οποίας έχει λάβει σημαντικά επιχειρηματικά δάνεια από την αναιρεσείουσα και δη δυνάμει της υπ' αριθμ. 526/2008/00074/264 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και της υπ' αριθμ. 526/2009/0011/264 σύμβασης δανείου με εγγύηση .....

ΑΕ, από τα οποία οφείλει στην τελευταία το συνολικό ποσό των 30.575 ευρώ, στην απασχολείται τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγος της και τα δυο ενήλικα τους, β) ότι δραστηριοποιείται στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο ελαιολάδου και στο χονδρικό εμπόριο ελαιοπυρήνα και γ) ότι η δραστηριότητα αυτή δεν είναι περιορισμένη και περιστασιακή και δεν στοχεύει στον βιοπορισμό αλλά στην απόκτηση κέρδους.

Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 και 2 του β.δ. 2/1835, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, ενώ αντίστοιχα απέκλειαν την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ορθώς δεν εφαρμόστηκε.

Περαιτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη την ύπαρξη πτωχευτικής ικανότητας εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή της στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω της εμπορικής της ιδιότητας, γεγονός που δεν της επιτρέπει να υπαχθεί στην προστασία του νόμου αυτού, οι αιτιολογίες σε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ δέχεται ότι στο ελαιοτριβείο απασχολείται η ίδια (αναιρεσίβλητη), ο σύζυγος της και τα δυο ενήλικα τέκνα τους ακολούθως δέχεται ότι αυτή η δραστηριότητα γίνεται με σκοπό το κέρδος κρίνεται απορριπτέα, διότι η απασχόληση της ίδιας και μελών της οικογένειάς της στην επιχείρηση του ελαιοτριβείου απασχολείται η ίδια και η υπόλοιπη οικογένειά της δεν αναιρεί ούτε αντιφάσκει με το γεγονός ότι η απασχόληση αυτή δεν στοχεύει μόνο στον βιοπορισμό αλλά γίνεται με σκοπό το κέρδος και επομένως η αναιρεσείουσα δεν είναι μικρέμπορος.

Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ένταξής της στην κατηγορία του μικρεμπόρου και όσον αφορά την παραδοχή περί λειτουργίας "οργανωμένης επιχείρησης με σημαντικό εξοπλισμό (μηχανήματα δεξαμενές κλπ.)", χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ο οργανωμένος χαρακτήρας της δραστηριότητας ή ο σημαντικός εξοπλισμός, κρίνονται ομοίως απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι η λειτουργία ελαιοτριβείου συνιστά αυτομάτως εμπορική πράξη παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ),, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν.

Κατά συνέπεια, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης κρίνονται απορριπτέοι. Τέλος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτήρισε την υπ' αριθμ. 526/2008/00074/264 σύμβαση ως σύμβαση δανείου (άρθρο 806 ΑΚ), ενώ από την απλή επισκόπηση του εγγράφου αυτής προκύπτει ότι συνεβλήθη ως εγγυήτρια για λήψη πίστωσης από το σύζυγο της είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της προαναφερόμενης πλημμέλειας προβάλλει αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον πρόκειται για απόφαση Πρωτοδικείου, εκδοθείσα επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2020 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ