Legislator Case Law & Legislation
167/2022 AI generated

167/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 167/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου- Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

167/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή της βασιμότητας του παραπάνω μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
financing of accident insurance claim for insurance benefits suspension of insurance cover motor vehicle expenses insurance coverage of psychotherapy invalidity insurance
AI generated
1623/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
548/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
1414/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1146/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
560/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2008 αγωγή των ήδη αρχικά αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4281/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3688/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αρχικά αναιρεσείοντες με την από 10-1-2012 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 167 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 167/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου- Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. του Ι., 2) Β. Χ. του Π. και 3) Ε. Χ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11770/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1035/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-6-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 27-6-2018, με αριθμό δικογραφίας 540/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών Γ.Α.Κ. 2175/ ΕΑΚ 172/02-07-2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 1035/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ.

όπως ίσχυε πριν το Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 27-4-2017 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση.

Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 10/2017, Ολ.

ΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Την αρχή της αναλογικότητας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζουν και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του (βλ.

και ΑΠ 1097/2020, ΑΠ 1264/2020). Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε (εκτός των άλλων), αφενός ότι η πρόκληση του επισυμβάντος στις 06.05.2014, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται αναλυτικά στην απόφαση αυτή, ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής των εναγόντων -ήδη αναιρεσειόντων, οδηγός του με αριθμ.

κυκλοφ. ... μοτοποδήλατου Ι. Κ. του Κ. και Μ., ετών 73, οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητα της Α. Ν. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με αριθμ. κυκλοφ ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της, αφετέρου ότι η πρόκληση και έκταση των σωματικών βλαβών του ως άνω θανάσιμα τραυματισθέντος Ι.

Κ. (για τον οποίο έγινε δεκτό ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος ασφαλείας) οφειλόταν σε συνυπαιτιότητα του ως άνω αποβιώσαντος κατά ποσοστό 30 %, οι δε παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προσεβλήθησαν με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, κεφάλαιο της κατ` άρθρο 932 Α.Κ.

απαίτησης των εναγόντων - αναιρεσειόντων περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τον επισυμβάντα συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος θάνατο του ως άνω συγγενούς τους Ι. Κ., που ήταν αντιστοίχως πατέρας της πρώτης των εναγόντων - αναιρεσειόντων, και παππούς της δεύτερης και του τρίτου εξ αυτών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Επιπλέον από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι ο θανών από το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, σε ηλικία 73 ετών, πατέρας και παππούς των εναγόντων, είχε καλή κατάσταση υγείας και διατηρούσε στενότατες σχέσεις αγάπης και στοργής με όλα τα μέλη της οικογενείας του.

Ο αδόκητος, αιφνίδιος και τραγικός θάνατος του παραπάνω, που προήλθε από την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννοµα αγαθά των προσώπων όλων των εναγόντων, οι οποίοι συνδέονταν μαζί του με μεγάλη αγάπη, στενό ψυχικό δεσμό..........και εξ αντικειμένου στενή συγγένεια και περιλαμβάνονται όλοι στην οικογένειά του, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ........Η θανάτωση του αγαπημένου τους προσώπου, κάτω από τις παραπάνω τραγικές συνθήκες, συγκλόνισε ανεπανόρθωτα τον ψυχικό τους κόσμο, διατάραξε τη συναισθηματική τους ισορροπία και τους δημιούργησε έντονα και βαθύτατα συναισθήματα θλίψης, οδύνης, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας, που είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξαλειφθούν ολοσχερώς στο μέλλον.

Για να επέλθει κάποια σχετική εξισορρόπηση στη δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε σ' όλους τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες και εφεσίβλητους και να τους δοθεί κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τον πόνο και τη στεναχώρια τους και αποσκοπεί, πρωτίστως, στην παροχή προς αυτούς των απαραίτητων εκείνων οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό, είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που δέχθηκαν, προκειμένου να καταστεί (σε έναν βαθμό) δυνατή η ηθική τους παρηγοριά και η ψυχική τους ανακούφιση.

Το παρόν Δικαστήριο, για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ενός εκάστου των ως άνω εναγόντων, λαμβάνει υπόψη του, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του επίδικου ατυχήματος (βλ. και Αθ. Κρητικό, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, παράγραφος 20, αριθμοί 60-71), μεταξύ των άλλων, το είδος της προσβολής που δέχθηκαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του (του ψυχικού άλγους) προσπάθεια ενός εκάστου, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμό τους και το βαθμό της συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με τον θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, τις ιδιαίτερες παραπάνω συνθήκες του αδικήματος, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος της υπαιτίου οδηγού, την συνυπαιτιότητα του θύματος στην επέλευση του θανάτου του, καθώς και την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην του εναγομένου νομικού προσώπου, η ευθύνη του οποίου είναι εγγυητική (ΑΠ 71/2011, ΑΠ 716/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 163/2007 ΧρΙΔ 2007/602).

Εν όψει των παραπάνω η εύλογη, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες, ανέρχεται ειδικότερα στα παρακάτω ποσά : α) στο ποσό των 8.050 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, κόρη του θύματος, το οποίο πρέπει να περιορισθεί κατά το μερικότερο ποσό των 50 ευρώ, λόγω της σχετικής επιφύλαξης της ανωτέρω ενάγουσας, προκειμένου να επιδιώξει την καταψήφισή του με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας στην ποινική δίκη και επομένως, πρέπει να επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό των 8.000 ευρώ, β) στο ποσό των 5.050 ευρώ για καθένα από τη δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, εγγόνια του θύματος, το οποίο πρέπει να περιορισθεί κατά το μερικότερο ποσό των 50 ευρώ, λόγω της σχετικής επιφύλαξης, προκειμένου να επιδιώξουν την καταψήφισή του με την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων στην (εκκρεμούσα) ποινική δίκη και επομένως, πρέπει να επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε τα ίδια ποσά ορθά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε στην κρίση του και ως εκ τούτου, όλα τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους συναφείς λόγους των υπό κρίση εφέσεων τυγχάνουν αβάσιμα.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμους τους σχετικούς λόγους αμφότερων των αντίθετων εφέσεων (που είχαν ασκήσει κατά της εκκαλούμενης απόφασης αντιστοίχως οι ενάγοντες και η εναγομένη) και στην συνέχεια απέρριψε τόσον την από 5-11-2015 έφεση των εναγόντων - τώρα αναιρεσειόντων, όσο και την από 8-1-2016 έφεση της εναγομένης - τώρα αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Ήδη με τον μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ., και κατ'ορθήν εκτίμησή του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., οι αναιρεσείοντες (εκκαλούντες - εφεσίβλητοι- ενάγοντες) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω και επιδικάζοντας στους τώρα αναιρεσείοντες (ενάγοντες) ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τον επισυμβάντα συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος θάνατο του ως άνω συγγενούς τους Ι.

Κ. (που ήταν αντιστοίχως πατέρας της πρώτης των εναγόντων - αναιρεσειόντων και παππούς της δεύτερης και του τρίτου εξ αυτών) τα ανωτέρω (αντίστοιχα για έκαστο τούτων) χρηματικά ποσά, " υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 εδ.

δ' Συντ, και 932 Α.Κ., αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση υπολείπονται, (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων, σε παρόμοιες περιπτώσεις .....". Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι επαρκώς ορισμένος, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αοριστίας του ισχυρισμών της αναιρεσιβλήτου, είναι δε παραδεκτός, καθόσον, κατ'ορθήν εκτίμησή του, στηρίζεται σε ισχυρισμό που είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.

ΑΠ 43/1990, ΑΠ 760/2004), από δε το αναιρετήριο, κατ'ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, προκύπτει ότι οι τώρα αναιρεσείοντες με την έφεσή τους, επί της οποίας (και της συνεκδικασθείσας αντίθετής της) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν παραπονεθεί για το ύψος των πρωτοδίκως επιδικασθέντων σε αυτούς ποσών για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και είχαν ζητήσει την εξαφάνιση της εκκαλούμενης ως προς τα ποσά αυτά και την επιδίκαση των με την αγωγή τους αιτούμενων μεγαλύτερων ποσών, η έφεσή τους όμως απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 5.11.2015 έφεσης των αναιρεσειόντων (τότε εκκαλούντων) προκύπτει ότι ρητά ανέφεραν σε αυτό οι τώρα αναιρεσείοντες, πως τα επιδικασθέντα σε αυτούς με την εκκαλούμενη απόφαση ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τον επισυμβάντα συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος θάνατο του συγγενούς τους και συγκεκριμένα τα επιδικασθέντα 8.000 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα- πρώτη εκκαλούσα κόρη του αποβιώσαντος και των 5.000 ευρώ, σε έκαστο των δεύτερης και τρίτου των εναγουσών - εκκαλούντων, εγγονών του αποβιώσαντος, ήταν ιδιαιτέρως μικρά, και συγκεκριμένα ότι ήταν " εξόφθαλμα και σε κραυγαλέο βαθμό σημαντικά μικρότερα αυτών, τα οποία θα έπρεπε κανονικά να επιδικασθούν....."., ώστε δεν ήταν εύλογα, ούτε ανάλογα των κρατούντων σήμερα ανεπτυγμένων οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά την ψυχική οδύνη των εναγόντων και τα επί μέρους αναφερόμενα στην έφεση συναφή πραγματικά περιστατικά σχετιζόμενα με τον ψυχικό σύνδεσμο των εναγόντων με τον αποβιώσαντα συγγενή τους, την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση, και ότι οι εκκαλούντες δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική τους οδύνη και συγκεκριμένα τα κατά πολύ μείζονα των επιδικασθέντων, αιτούμενα με την αγωγή τους και προσδιοριζόμενα στην έφεσή τους χρηματικά ποσά.

Εν όψει των προεκτεθέντων και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ωστόσο η διάταξη αυτή αναφέρεται σε "ισχυρισμό" και όχι σε νομικούς κανόνες, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι κανόνες του Συντάγματος, άρα και το άρθρο 25 αυτού (Συντάγματος), συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου που υποστηρίζει με τις κατατεθείσες προτάσεις της ότι ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβίασης της αρχής αναλογικότητας και των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν είχε προταθεί στο Εφετείο με την έφεση ή τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, και δεν γίνεται σχετική μνεία στο αναιρετήριο.

Πρέπει λοιπόν ο μοναδικός αυτός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης να εξεταστεί περαιτέρω.

Εν προκειμένω, κρίνοντας το Εφετείο όπως αυτολεξεί παραπάνω παρατέθηκε, δηλαδή καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες υπέστησαν από τον επισυμβάντα συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος θάνατο του ως άνω συγγενούς τους στο ποσό των 8.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα- πρώτη αναιρεσείουσα κόρη του ως άνω αποβιώσαντος, στο ποσό των 5.000 ευρώ, για έκαστο των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων - αναιρεσειόντων - εγγονών του, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, με βάση όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ουσίας ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος της πρώτης εναγόμενης (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) υπαίτιας οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θύματος στην επέλευση του θανάτου του, το είδος της προσβολής που οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες υπέστησαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του οφειλόμενου στον θάνατο του ως άνω συγγενούς τους ψυχικού πόνου προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμό τους και το βαθμό συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με τον θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, καθώς και την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) νομικού προσώπου, η ευθύνη του οποίου είναι εγγυητική.

Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφ.

δ` του Συντάγματος, επιδίκασε σε έκαστο από αυτούς (τώρα αναιρεσείοντες), ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα προαναφερόμενα (αντιστοίχως για έκαστο αναιρεσείοντα) ως άνω ποσά, τα οποίο είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή της βασιμότητας του παραπάνω μοναδικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 1035/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ