Supreme Court allows bank employee's appeal regarding 20-year limitation period for promotion claims instead of 5-year period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the bank's appeal regarding the first and third grounds, but rejected the second ground concerning the limitation period. The court found that the lower court incorrectly applied the 20-year limitation period for contractual claims instead of the 5-year period applicable to claims arising from omitted promotions. Consequently, the judgment was annulled and remitted for retrial with the bank ordered to pay costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 et seq. of the Civil Code; The claim for recognition of a right to promotion or damages for omitted promotion is subject to the five-year limitation period of Article 250 of the Civil Code, not the twenty-year period for contractual claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1678 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1678/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Στάϊκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Πολυχρονιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 362/28-1-2008. Εκδόθηκαν η 843/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 2674/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης 817/20-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 9-2-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 17-10-2014 (αριθμός κατάθεσης 817/20-10-2014) αίτηση αναίρεσης κατά της 2674/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από τους διαδίκους αντιθέτων εφέσεων κατά της 843/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 31-12-2007 (αριθμός κατάθεσης 362/28-1-2008) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ήδη αναιρεσείουσα την 19-9-2014, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Π. επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του αρμοδίου Εφετείου Αθηνών την 20-10-2014, δεδομένου ότι η τελευταία ημέρα της 30θήμερης προθεσμίας για την άσκησή της (19-10-2014) ήταν Κυριακή (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείφθηκε η προαγωγή εργαζομένου που καταφανώς υπερείχε κατά τα προβλεπόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι άλλου συναδέλφου του, του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή, ενώ όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ.
Στις περιπτώσεις, δηλαδή, αυτές η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής των προς προαγωγή όρων και δη της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων προς προαγωγή. Επομένως, αν ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή οργανισμό, παρέλειψαν, αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί.
Είναι αντίθετη προς την καλή πίστη η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός προκριθέντος συναδέλφου του και κατάφωρα άδικη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί το αρμόδιο όργανο κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής απόδοσης και συμπεριφοράς του υπαλλήλου.
Από αυτά καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού προσωπικού με ισχύ νόμου), είτε εφαρμοσθεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του (ΟλΑΠ 32/2002).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 30, 31 και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της "Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 3-9-1975 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την 41073/5572/1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1048/24-9-1975) και έχει συμβατική ισχύ, οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και άνω γίνονται από το διοικητικό συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή και εφόσον:
α) υπάρχει, αν πρόκειται για προαγωγή σε οργανική θέση, κενή θέση, β) ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό, γ) ο κρινόμενος για προαγωγή έχει τα προσόντα για την ανώτερη θέση και γενικά έχει επιδείξει στην άσκηση της υπηρεσίας του ικανοποιητική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία.
Οι προαγωγές από το βαθμό του τμηματάρχη Α' και άνω γίνονται μόνο κατ' εκλογή, μία φορά το χρόνο και ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προαγωγικό όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο και περιέχονται στα κατ' έτος συντασσόμενα δελτία αξιολόγησης και ειδικότερα συνεκτιμώνται η ειδικότητα, οι γνώσεις, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος εν γένει και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.
3. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1082/1980 ορίζεται ότι "η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφ' ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στο βαθμό, στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνο για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διάταξης, να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της εναγομένης Τράπεζας, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου της για καταχρηστική παράλειψή του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντιστοίχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίο παραλείφθηκε βαθμό.
Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διάταξης θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της Τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησής της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας, κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της, με βάση τα θεωρούμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό το φόβο της κρίσης ως καταχρηστικής κάθε παράλειψης προαγωγής υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως το σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του οργανισμού αυτής, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ' εκλογή προαγωγή έχει η συμπλήρωση τριετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό (ΟλΑΠ 11/2010). 4.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2674/2014 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ των άλλων, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την εναγομένη "...", την 23-5-1973, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος αυτής, με το βαθμό του δόκιμου λογιστή και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι και το βαθμό του τμηματάρχη Β', τον οποίο έλαβε την 1-1-1994.
Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού εξέθεσε ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων της πιο πάνω Τράπεζας στο βαθμό του τμηματάρχη Α' και άνω ενεργούνται κατ' εκλογή με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 30, 31 και 32 του έχοντος συμβατική ισχύ Οργανισμού Προσωπικού της εν λόγω Τράπεζας, καθώς και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της ενάγουσας και εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου της Ι.
Ζ., έκρινε ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2000, στο βαθμό του τμηματάρχη Α', το αρμόδιο συμβούλιο προαγωγών προήγαγε κατ' εκλογή στο βαθμό αυτό τον ανωτέρω συγκρινόμενο συνάδελφο της ενάγουσας και παρέλειψε να προαγάγει αυτή, η οποία υπερτερούσε καταφανώς του προαχθέντος, κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης και ότι η εναγομένη με τη μη προαγωγή της ενάγουσας παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, η δε εργοδοτική αυτή κρίση κρίνεται ως κατάφωρα άδικη για την παραλειφθείσα ενάγουσα.
Ακόμη, το Εφετείο, αφού εξέθεσε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της υπαλλήλου Ά. Α., τα οποία συνέκρινε με αυτά της ενάγουσας, δέχθηκε ότι, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2003, προήχθη στο βαθμό του υποδιευθυντή Β', εκτός των άλλων, και η πιο πάνω υπάλληλος της εναγομένης (Ά. Α.) και ότι η κρίση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης, το οποίο παρέλειψε να προαγάγει την ενάγουσα και αντί αυτής προήγαγε την άνω συνάδελφό της στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' από 1-1-2003, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και παρακωλύθηκε έτσι η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επικύρωσε την πρωτόδικη 843/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης α) να προαγάγει την ενάγουσα στο βαθμό του τμηματάρχη Α' από 1-1-2000 και στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' από 1-1-2003, β) να καταβάλει στην ενάγουσα τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από το βαθμό του τμηματάρχη Β' στο βαθμό του τμηματάρχη Α' και εν συνεχεία στο βαθμό του υποδιευθυντή Β', με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή και β) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις παράνομες διαδοχικές παραλείψεις, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
6. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο, κατά το μέρος που δέχθηκε το κεφάλαιο προαγωγής της ενάγουσας στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' από 1-1-2003 και επιδίκασε αναγνωριστικά τις απορρέουσες από αυτή ως άνω απαιτήσεις, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 12 του ν. 1082/1980, καθόσον το ως άνω αίτημα της αγωγής αφορούσε προαγωγική κρίση πριν την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης, που αναγνώριζε ότι η ενάγουσα έπρεπε να προαχθεί στον προηγούμενο βαθμό του τμηματάρχη Α' από 1-1-2000. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό του το προσβαλλόμενο με αυτόν ως άνω κεφάλαιο της απόφασης, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, που αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής της ενάγουσας στο βαθμό του υποδιευθυντή Β' από 1-1-2003.
7. Με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 3 του ν. 2085/1992, που ίσχυσε από την, κατά την 20-10-1992, δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, ορίσθηκε αποσβεστική προθεσμία έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης του αρμοδίου περί προαγωγής οργάνου για την άσκηση αξιώσεων υπαλλήλων ή συνταξιούχων των τραπεζών, οι οποίοι παραλείφθηκαν κατά τις προαγωγές. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν. 2224/1994, που άρχισε να ισχύει από την, κατά την 6-7-1994, δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 58 του νόμου αυτού, καταργήθηκε ρητώς η αναφερόμενη ως άνω διάταξη (του άρθρου 28 παρ. 3 ν. 2085/1992) και ορίσθηκε ότι για τη δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων των παραλειφθέντων υπαλλήλων των τραπεζών, που αφορούν αιτήματα αναγνώρισης δικαιώματος προαγωγής ή αξιώσεις από την παράλειψη προαγωγής, ισχύει η συνήθης πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ (ΑΠ 598/2006, ΑΠ 1138/2006). Σύμφωνα με τα παραπάνω, κάθε αξίωση του μη προαχθέντος τραπεζικού υπαλλήλου, γεννηθείσα μετά την έναρξη ισχύος της ανωτέρω καταργητικής διάταξης του άρθρου 10 παρ.1 του ν. 2224/1994, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο αξιώσεις από την παράλειψη προαγωγής (μισθολογικές διαφορές), υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.
8. Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση παραγραφής, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η παραγραφή της αξίωσης του μισθωτού για βαθμολογική προαγωγή διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 249 επ. ΑΚ, που ρυθμίζουν το χρόνο παραγραφής των ενοχικών αξιώσεων από τη σύμβαση εργασίας και όχι από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, που ρυθμίζει το χρόνο παραγραφής της αξίωσης από εξωσυμβατική ευθύνη. Ότι η αξίωση της ενάγουσας για βαθμολογική προαγωγή υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και ότι δεν έχει παρέλθει εικοσαετία από το τέλος του έτους 2000, εντός του οποίου είχε συντελεσθεί η παράλειψη της προαγωγής, μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής το έτος 2008, στη συνέχεια δε απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η αξίωση της ενάγουσας, η οποία είχε παραλειφθεί κατά τις γενόμενες το έτος 2000 προαγωγές, είχε υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, δοθέντος ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 7-2-2008, παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2674/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τρακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 20η Νοεμβρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 13η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ