Supreme Court dismisses appeal for failure to re-raise specific contract invalidity claims in the appellate court. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not re-argue the contract validity and set-off claims during the appeal proceedings. Consequently, the appeal was rejected and costs were assigned to the appellant. The court held that an appellant must re-raise specific legal grounds in the appeal to allow the appellate court to examine them. This decision reinforces the requirement for precise argumentation in appellate proceedings under Greek civil procedure law. The court emphasized that failing to re-raise specific claims renders the appeal inadmissible. The appellant's failure to re-raise the contract validity and set-off claims led to the dismissal of the appeal. The court ruled that the appellant must re-raise specific legal grounds in the appeal to allow the appellate court to examine them. This decision reinforces the requirement for precise argumentation in appellate proceedings under Greek civil procedure law. The court emphasized that failing to re-raise specific claims renders the appeal inadmissible. The appellant's failure to re-raise the contract validity and set-off claims led to the dismissal of the appeal. The court ruled that the appellant must re-raise specific legal grounds in the appeal to allow the appellate court to examine them. This decision reinforces the requirement for precise argumentation in appellate proceedings under Greek civil procedure law. The court emphasized that failing to re-raise specific claims renders the appeal inadmissible. The appellant's failure to re-raise the contract validity and set-off claims led to the dismissal of the appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the appellate court failed to examine specific claims regarding the invalidity of a lease contract and a set-off claim. The court ruled that these claims were not re-raised in the appeal, rendering the appeal inadmissible. Consequently, the appeal was rejected and the costs were assigned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to re-raise specific legal grounds or claims that were previously rejected in the lower court proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1670 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1670/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ Ελαιουργικός ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΤΡΙΚΟΡΦΟΥ", που εδρεύει στην Τοπική Κοινότητα Τρικόρφου του Δήμου Μεσσήνης της Περιφερειακής Ενότητας Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρουσσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΤΕΧΝΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ" και με διακριτικό τίτλο "CORPUS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1762/2022, ΑΠ 1182/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό υπ. αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Σ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 10-9-2021 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην ορισθείσα δικάσιμο της 13-2-2023 επιδόθηκε νόμιμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη. Κατά την δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης(23-9-2024). Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στην τελευταία αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού και επικύρωσε την υπ' αριθ.123/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22-8-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1287/2018).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 346/2010).
Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση αυτής εφάπαξ (κατ' αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 690/2023, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 682/2010). Κατά το άρθρο 700 του ΑΚ "ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση.
Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ` αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως μισθώσεως έργου πριν από την περάτωση του έργου, οφείλεται στον εργολάβο ολόκληρη η συμφωνημένη αμοιβή, δηλαδή εκείνη που θα παρεχόταν σ` αυτόν, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία και περατωνόταν το έργο, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού της αμοιβής από τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη ειδικούς λόγους έκπτωσης, που μπορούν να προβληθούν κατ' ένσταση από τον εργοδότη.
Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία που απορρέει από διαπλαστικό δικαίωμα και επιτρέπεται να γίνει μέχρι την περάτωση του έργου, δεν έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ορισμένου λόγου, ούτε για το κύρος της απαιτείται σχετική υπαιτιότητα του εργολάβου ή προσφορά της συμφωνημένης αμοιβής του. Μετά την καταγγελία η σύμβαση εργολαβίας, θεωρείται ότι έχει λυθεί για το μέλλον, διατηρεί όμως αυτή την ισχύ της μέχρι την καταγγελία και συνεπώς ο εργοδότης διασώζει τα δικαιώματά του από τα άρθρα 688-691 ΑΚ αν το τμήμα του έργου που κατασκευάσθηκε μέχρι την καταγγελία έχει τέτοιες ελλείψεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για τη συνέχιση της κατασκευής του από άλλον εργολάβο.
Η επερχόμενη με την καταγγελία του εργοδότη λύση της συμβάσεως μισθώσεως έργου δημιουργεί αυτομάτως αμοιβαίες υποχρεώσεις, για τον μεν εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού αυτής με τους προτεινόμενους κατ' ένσταση του ειδικούς λόγους έκπτωσης από το άρθρο 700 εδ.
β' ΑΚ, για το δε εργολάβο να παραδώσει το εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα του έργου στον εργοδότη, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής της αμοιβής του από τον εργοδότη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 374-378 ΑΚ (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 962/2020, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1617/2009).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη εταιρία, που δραστηριοποιείται στους τομείς των τεχνικών, οικοδομικών, ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και εργασιών.
Ο εναγόμενος(ήδη αναιρεσείων) είναι πρωτοβάθμιος Αγροτικός συνεταιρισμός, που δραστηριοποιείται στην παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία αγροτικών προϊόντων, καταναλωτικών προϊόντων, προϊόντων ελαιοκομικής παραγωγής, γεωργικών εφοδίων κ.λ.π. και διατηρεί ελαιοτριβείο στο Τρίκορφο Μεσσηνίας. Με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, με το από 1-11-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα ανέλαβε την οργάνωση και διεύθυνση της λειτουργίας του ελαιοτριβείου του εναγομένου, για το χρονικό διάστημα από 1-11-2012 μέχρι 2-3-2013, με αμοιβή 48.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23%, η οποία θα καταβάλλονταν το αργότερο μέχρι τις 28-2-2013, από τα έσοδα της ελαιοκομικής περιόδου, και με τους παρακάτω, μεταξύ άλλων, όρους και συμφωνίες:
α) το έργο θα εκτελείται στο ελαιοτριβείο του εναγομένου ή όπου κρίνει σκόπιμο η ενάγουσα, β) κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου η ενάγουσα θα δικαιούται, μετά από προηγούμενη έγκριση του Προέδρου του εναγομένου, να προσλαμβάνει επ' ονόματι και για λογαριασμό του τελευταίου εργάτες ή υπαλλήλους, που κατά την κρίση της θα είναι αναγκαίοι για την καλή εκτέλεση του έργου, οι οποίοι θα πληρώνονται από τον εναγόμενο, γ) κατά την διάρκεια εκτέλεσης του έργου η ενάγουσα θα δικαιούται, μετά από προηγούμενη έγκριση του Προέδρου του εναγομένου, να προβαίνει σε συντηρήσεις, επισκευές μηχανημάτων και λοιπές εργασίες, που τυχόν θα κρίνει αναγκαίες για την καλή εκτέλεση του έργου, με δαπάνες του εναγομένου, δ) κατά την εκτέλεση του έργου η ενάγουσα θα δικαιούται, μετά από προηγούμενη έγκριση του Προέδρου του εναγομένου, να συνάπτει συμβάσεις με οποιουσδήποτε τρίτους κρίνει σκόπιμο, πάντοτε με δαπάνες του εναγομένου, ε) αν για οποιοδήποτε λόγο η ενάγουσα ήθελε καταβάλει οποιαδήποτε χρήματα για απαιτήσεις κατά του εναγομένου, ο εναγόμενος αναλαμβάνει, υπόσχεται και εγγυάται να καταβάλει αυτά αμέσως και σε περίπτωση καθυστέρησης έντοκα, καθώς και να την αποζημιώσει για κάθε θετική ή αποθετική ζημία, που θα υποστεί από μια τέτοια καταβολή, στ) όλες ανεξαιρέτως οι δαπάνες που σχετίζονται με την εκτέλεση του έργου βαρύνουν τον εναγόμενο και πρέπει να καταβάλλονται από αυτόν στην ενάγουσα αμέσως σε πρώτη ζήτηση, η) αν ο εναγόμενος καταγγείλει για οποιοδήποτε λόγο τη σύμβαση πριν από το κανονικό χρόνο λήξης αυτής οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα όλη τη συμφωνηθείσα αμοιβή για όλο το έργο (δηλ.
και για τους 4 μήνες), όπως ορίζει ο νόμος, διαφορετικά ως ποινική ρήτρα υπέρ της ενάγουσας και θ) με δεδομένα την παρακάτω περιγραφόμενη κατάσταση του ελαιοτριβείου, την άμεση έναρξη της ελαιοκομικής περιόδου και της ανυπαρξίας του αναγκαίου χρόνου προετοιμασίας, η καλή εκτέλεση του έργου δεν περιλαμβάνει, ούτε συνεπάγεται σε οποιαδήποτε περίπτωση την οικονομικά επικερδή για τον εναγόμενο λειτουργία του ελαιοτριβείου.
Το ελαιοτριβείο του εναγομένου ήταν κλειστό τον τελευταίο χρόνο, τα μηχανήματά του παρουσίαζαν προβλήματα και λόγω ανεξόφλητων λογαριασμών προς τη ΔΕΗ είχε διακοπεί η παροχή ρεύματος στις εγκαταστάσεις του. Επιπλέον, για την αντικατάσταση των παλιών μηχανημάτων του με καινούργια, τα έτη 2008-2009 είχαν δημιουργηθεί χρέη προς την Αγροτική Τράπεζα, ύψους 695.879,87 ευρώ, και προς την προμηθεύτρια εταιρία Peralisi, ύψους 325.000 ευρώ, τα οποία δεν εξυπηρετούνταν.
Τέλος, από την λειτουργία του τα τελευταία πέντε χρόνια προέκυπταν ζημιές, γι' αυτό το έτος 2011 ο εναγόμενος είχε αποφασίσει την πώλησή του. Η ενάγουσα γνώριζε την πρόθεση αυτή του εναγομένου και ενδιαφερόταν να αγοράσει το ελαιοτριβείο σε απώτερο χρόνο, εφόσον γινόταν βιώσιμο και κερδοφόρο. Για την εκπλήρωση της παραπάνω σύμβασης οι σύμβουλοι της ενάγουσας Λ.
Ζ. και Ξ. Χ., (από τους οποίους ο πρώτος είχε πτυχίο της Σχολής πολιτικών επιστημών και ο δεύτερος πτυχίο της σχολής Οικονομικών επιστημών και μεταπτυχιακό τίτλο στην διοίκηση των επιχειρήσεων αντίστοιχα), εγκαταστάθηκαν αμέσως στην περιοχή και άρχισαν να ενεργούν όλες τις πράξεις που ήταν απαραίτητες για την επαναλειτουργία του ελαιοτριβείου και ο Πρόεδρος του εναγομένου στις 6-11-2012 εξουσιοδότησε τον πρώτο από αυτούς να ρυθμίσει, κατά την διακριτική του ευχέρεια, τις οφειλές που είχε ο εναγόμενος προς την Αγροτική Τράπεζα και την Εταιρία Pieralisi Hellas ΑΕ.
Ειδικότερα, οι σύμβουλοι της ενάγουσας παρευρίσκονταν στις εγκαταστάσεις του ελαιοτριβείου του εναγομένου κάθε ημέρα από το πρωί ως το βράδυ και επόπτευαν και συντόνιζαν όλες τις φάσεις λειτουργίας του. Επιπλέον, με την έγκριση του Προέδρου του εναγομένου, προχώρησαν στον καθαρισμό, συντήρηση και επισκευή των μηχανημάτων του, στον καθαρισμό και στον ελαιοχρωματισμό των χώρων, στην αγορά ειδών γραφείου, γραφικής ύλης, χαρτικών και αναλωσίμων, ασυρμάτου τηλεφώνου, χρωμάτων, καθοριστικών προϊόντων, ανταλλακτικών, εξαρτημάτων, πετρελαίου κίνησης, δοχείων συσκευασίας, εργαλείων, υδραυλικών ειδών, ηλεκτρολογικών ειδών και ηλεκτρονικών συσκευών, στην εγκατάσταση και λειτουργία γραμμής διαδικτύου, στην εγκατάσταση καινούργιου λογιστικού προγράμματος καταγραφής των εισροών και εκροών, των παραγγελιών και των υποχρεώσεων, στην διαφημιστική προβολή της επαναλειτουργίας τόσο με επισκέψεις σε χωριά, καφενεία και χώρους κοινωνικών εκδηλώσεων, όσο και με αφίσες, φυλλάδια και διοργάνωση εγκαινίων, στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τη Δ.Ε.Η, το Δήμο Μεσσήνης και τον Ο.Τ.Ε.
από την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και τηλεφώνου, στην πληρωμή των τελών κυκλοφορίας του οχήματος του εναγομένου, στην καταβολή των μισθών των εργαζομένων, στη σύναψη συμβάσεων με τρίτους για την πώληση ποσοτήτων ελαιολάδου από το εκθλιπτικό δικαίωμα του εναγομένου, όπως στις 15-11-2012 με την Δ. Τ.
και στις 20-11-2012 με την Ρ.-Δ. Ο., για την πώληση σ' αυτές 6.500 και 4.350 κιλών ελαιολάδου, αντί τιμήματος, πλέον ΦΠΑ, 16.893,50 και 11.305,65 ευρώ αντίστοιχα. Ακόμη, μερίμνησαν για την τακτοποίηση των καταστάσεων προμηθευτών και πελατών, για την τήρηση σειράς προτεραιότητας στην εξυπηρέτηση των πελατών, για τη συνεχή λειτουργία και σταθερή ταχύτητα των μηχανημάτων, για την συνεχή ροή του ελαιοκάρπου, ώστε να μην παραμένει στις εγκαταστάσεις πάνω από μία ημέρα και οξειδώνεται και για την μεταφορά του ελαιόκαρπου, από τον τόπο συλλογής στο ελαιοτριβείο, με φορτηγό του συνεταιρισμού και την αποθήκευση προσωρινά του παραγόμενου ελαιολάδου στις αποθήκες του ελαιοτριβείου, για όσους παραγωγούς το επιθυμούσαν.
Ο εναγόμενος βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία να καταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών. Για να μη χαθεί η ελαιοκομική περίοδος και απωλεσθούν τα αναμενόμενα έσοδα από αυτή, τα μέρη συμφώνησαν να τις καταβάλει η ενάγουσα και να της αποδοθούν από τον εναγόμενο, όπως προβλέπονταν στην σύμβαση, δηλ.
με την πρώτη ζήτηση. Οι εν λόγω δαπάνες ανήλθαν, σύμφωνα με τα παραστατικά (αποδείξεις λιανικής πώλησης, τιμολόγια-δελτία αποστολής, εξοφλητικές αποδείξεις κ.λ.π.), που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, στο συνολικό ποσό των 38.522,21 ευρώ. Ένα μέρος από 25.000 ευρώ, της αποδόθηκε, με την έγκριση του Προέδρου του εναγομένου, από τις παραπάνω προκαταβολές του τιμήματος που κατέβαλαν οι αγοράστριες Δ.
Τ. και Ρ. - Δ. Ο. στον εναγόμενο. Το υπόλοιπο από 13.522,21 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο και αναλώθηκε για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τη Δ.Ε.Η., δεν της αποδόθηκε ποτέ, παρά τη σχετική προφορική όχλησή της περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2012. Περαιτέρω, στις 2-1-2013, ενώ το ελαιοτριβείο λειτουργούσε κανονικά, και επεξεργαζόταν τον ελαιόκαρπο, υπό την διεύθυνση της ενάγουσας, ο Πρόεδρος του εναγομένου απαγόρευσε την είσοδο των συμβούλων στο χώρο της διεύθυνσης και προέβαλε, ενώπιον υπαλλήλων και πελατών του ελαιοτριβείου, τους ισχυρισμούς γι' αυτούς, ότι είναι κλέφτες και απατεώνες, ότι "θα τους "γρασσάρει", και ότι δεν θα φύγουν από εκεί έτσι, οι οποίοι έθιγαν τη φήμη και την επαγγελματική πίστη της ενάγουσας και ήταν πρόσφορες να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρία και γενικά στις επιχειρήσεις της.
Την ίδια ημέρα το βράδυ, όταν οι σύμβουλοι προσπάθησαν να επανέλθουν στο ελαιοτριβείο τους εκδίωξε, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συνεχίσουν την εκτέλεση του έργου, ώστε αυτό να ολοκληρωθεί μέχρι τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης. Μετά τη στάση αυτή, η ενάγουσα απέστειλε στις 4-1-2013 στον εναγόμενο εξώδικη πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε να δηλώσει εντός 24 ωρών αν επιθυμεί τη συνέχιση του έργου, αλλιώς θα θεωρούσε τη σύμβαση καταγγελθείσα, δεν έλαβε όμως καμία απάντηση από αυτόν.
Η άρνηση αυτή του εναγομένου να δέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, συνιστά σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης έργου, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την λύση αυτής για το μέλλον και την δημιουργία υποχρέωσης στον εναγόμενο, σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση, να καταβάλει στην ενάγουσα την συμφωνηθείσα αμοιβή, δηλ. 48.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, και συνολικά 59.040 ευρώ.
Από την παραπάνω δυσφημιστική συμπεριφορά του εκπροσώπου του η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και επομένως δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της προσβολής, το μέγεθος της βλάβης (ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν δραστηριοποιείται κατ' εξοχήν στην λειτουργία ελαιοτριβείων), το βαθμό πταίσματος του εκπροσώπου του εναγομένου, και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο και δεν υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση στον τόπο και τον χρόνο της προσβολής, και αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις, η ενάγουσα έχει απαίτηση κατά του εναγομένου από τις παραπάνω αιτίες 74.062,21 (72.562,21 + 1.500) συνολικά ευρώ, εκ των οποίων 72.562,21 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 5-1-2013 και 1.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από επομένη επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα αν και με πιο συνοπτικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους του αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση έργου που κατήρτισαν οι διάδικοι είναι εικονική και άκυρη, διότι δεν έγινε από αυτούς στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, δηλ. χωρίς να επιθυμούν την παραγωγή των έννομων συνεπειών της και τη νομική τους δέσμευση και ότι κάτω από αυτή υποκρύπτεται σύμβαση δανείου, με το ποσό του οποίου θα πλήρωνε τα ληξιπρόθεσμα χρέη του προς την Δ.Ε.Η και τον Δήμο Μεσσήνης, από την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού αντίστοιχα, για να καταστεί δυνατή η επανεκκίνηση του ελαιοτριβείου την οποία ήθελαν τα μέρη και είναι έγκυρη.
Ωστόσο, από τα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι υπήρχε κάποια αιτία (συμφέρον, ανάγκη, φορολογική επιβάρυνση κ.λ.π.), για την οποία τα μέρη ήθελαν να προκληθεί πλάνη στους τρίτους ότι είναι σοβαρή και μη φαινομενική η δήλωση της βούλησής τους για σύναψη σύμβασης έργου και να μην εμφανιστεί σ' αυτούς η σύμβαση δανείου, την οποία κάλυψαν κάτω από την εικονική, δεδομένου ότι η εξασφάλιση της απόδοσης του δανείσματος, που επικαλέστηκε ο εναγόμενος, δεν μπορούσε να αποτελεί αιτία της εικονικότητας, αφού αυτή επιτυγχάνεται και με την κατάρτιση της σύμβασης του δανείου.
Επίσης, δεν προέκυψε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε πραγματικά τους συμβαλλόμενους ήταν σύμβαση δανείου και ότι οι σύμβουλοι της ενάγουσας παρευρίσκονταν στο ελαιοτριβείο με μοναδικό σκοπό τον σχηματισμό ιδίας αντίληψης για την πελατεία και τα κέρδη του, προκειμένου να κρίνουν αν θα είναι συμφέρουσα η αγορά του στο μέλλον.
Αντίθετα, αυτοί είχαν ευρείες εξουσίες ανάμιξης και διευθέτησης σε όλες τις υποθέσεις του ελαιοτριβείου, όπως της ρύθμισης, κατά την κρίση τους, της αποπληρωμής των δύο μεγαλύτερων χρεών του προς την Αγροτική Τράπεζα και την εταιρία Pieralisi Hellas ΑΕ, που δεν δικαιολογούνται από την απλή σχέση δανείου ή από το ενδιαφέρον τους για την μελλοντική αγορά του ελαιοτριβείου, αλλά φανερώνουν ότι τους είχε ανατεθεί η εκτέλεση του έργου της διεύθυνσης και της οργάνωσης των εργασιών του, για την προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού παραγωγών και την μεγιστοποίηση των κερδών του...
Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου, ο οποίος αποτελεί ένσταση εικονικότητας εκ του άρθρου 138 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός αυτός στο Δικαστήριο τούτο και αποδίδεται στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρότεινε σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά της ενάγουσας, συνολικού ποσού 156.497,43 ευρώ, κατά το αναφερόμενο σ' αυτές μέρος της, που καλύπτει την απαίτηση της ενάγουσας, η οποία ανταπαίτησή του αφορά αποζημίωση από αδικοπραξία, που τέλεσαν σε βάρος του οι παραπάνω σύμβουλοι της ενάγουσας, καθώς αυτοί:
α) στις 28-12-2012 αφαίρεσαν από πρόθεση 140 κιλά ελαιολάδου από το εκθλιπτικό του δικαίωμα, που φυλάγονταν στην αποθήκη του ελαιοτριβείου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, εξαναγκάζοντας την παραπάνω υπάλληλό του Κ. Κ. να εκδώσει την υπ' αριθ. ...-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, περί του ότι η εν λόγω ποσότητα ελαιολάδου παρήχθη δήθεν από την έκθλιψη ελαιοκάρπου του πρώτου από αυτούς, η οποία στην συνέχεια ακυρώθηκε και προκαλώντας στον ίδιο (τον εναγόμενο) ζημία 427 ευρώ, αφού θα πουλούσε την ποσότητα αυτή προς 3,05 ευρώ το κιλό, β) στις 29-12-2012 αφαίρεσαν από πρόθεση 1.075 κιλά ελαιολάδου από το εκθλιπτικό δικαίωμα του εναγομένου, που φυλάγονταν στην αποθήκη του ελαιοτριβείου, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, εξαναγκάζοντας την παραπάνω υπάλληλό του Κ.
Κ. να εκδώσει την υπ' αριθ. ...-2012 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, περί του ότι η εν λόγω ποσότητα ελαιολάδου παρήχθη δήθεν από την έκθλιψη ελαιοκάρπου του πρώτου από αυτούς, η οποία στην συνέχεια ακυρώθηκε, προκαλώντας στον ίδιο (τον εναγόμενο) ζημία 3.278,75 ευρώ, αφού θα πουλούσε την ποσότητα αυτή προς 3,05 ευρώ το κιλό, γ) στις 29-12-2012 αφαίρεσαν από πρόθεση 1.200 κιλά ελαιολάδου από το εκθλιπτικό του δικαίωμα, που φυλάγονταν στην αποθήκη, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, προκαλώντας του ζημία 3.660 ευρώ, αφού θα πουλούσε την ποσότητα αυτή προς 3,05 ευρώ το κιλό, δ) από 19-11-2012 μέχρι 2-1-2013 αφαίρεσαν από πρόθεση το ποσό των 5.995 ευρώ, που είχε εισπράξει από τους παραγωγούς ως ΦΠΑ και δάκο, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, προκαλώντας του ισόποση ζημία, αφού αναγκάστηκε να το αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο εξ ιδίων χρημάτων, ε) από τις αρχές Δεκεμβρίου 2012 μέχρι τις 2-1-2013 αφαίρεσαν το ποσό των 510 ευρώ, που είχε εισπράξει για τη μεταφορά του ελαιοκάρπου των παραγωγών από το χωράφι τους στο ελαιοτριβείο, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, προκαλώντας του ισόποση ζημία, αφού αναγκάστηκε να το αποδώσει στον μεταφορέα Ε.
Κ., εξ ιδίων χρημάτων, στ) από τις αρχές Δεκεμβρίου 2012 μέχρι τις 2-1-2013 αφαίρεσαν από πρόθεση το ποσό των 400 ευρώ, που αποτελούσε τίμημα από την πώληση 100 δοχείων λαδιού, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, προκαλώντας του ισόποση ζημία, ζ) στις 6-1-2013 και στις 8-1-2013 ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων, πελατών του και μη, στο Κοινοτικό γραφείο Τρίκορφου, ότι ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι κλέφτης, ότι οι εργαζόμενοι στο ελαιοτριβείο του κλέβουν, ότι χρωστάει σε όλο τον κόσμο και θα κλείσει το ελαιοτριβείο του και ότι μόνο αυτοί μπορούν να το γλυτώσουν γιατί έχουν χρήματα και θα πληρώσουν τα χρέη του, και από τις 2-1-2013 μέχρι την άσκηση της αγωγής ισχυρίζονται ενώπιον τρίτων στο Τρίκορφο και στα γειτονικά χωριά ότι στο ελαιοτριβείο του κλέβουν, τα οποία περιστατικά είναι ψευδή, εν γνώσει της αναλήθειας τους, και με σκοπό να βλάψουν τη φήμη του, προκαλώντας του ζημία που συνίσταται κατά τις ελαιοκομικές περιόδους 2013-2014, 2014-2015 και 2015-2016 σε απώλεια 76 πελατών του, 6.703 κιλών ελαιολάδου ως εκθλιπτικό δικαίωμά του και 476 τόνων ελαιοπυρήνα κάθε ελαιοκομική περίοδο, τα οποία θα πουλούσε προς 3,00 το κιλό και 26 ευρώ τον τόνο αντίστοιχα, πλέον ΦΠΑ 13% και κατά την ελαιοκομική περίοδο 2012-2013 σε απώλεια μέρος της παραγωγής των υπαρχόντων πελατών του, 6.703 κιλών ελαιολάδου ως εκθλιπτικό του δικαίωμα και 476 τόνων ελαιοπυρήνα, τα οποία θα πουλούσε προς 3,00 ευρώ το κιλό και 26 ευρώ τον τόνο αντίστοιχα, πλέον ΦΠΑ 13%.
Από τα προαναφερόμενα όμως στοιχεία δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας απαίτησης του εναγομένου κατά της ενάγουσας. Ειδικότερα, ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού και ο γιός του Ν. Π. κρατούσαν τα κλειδιά της αποθήκης του ελαιοτριβείου, είχαν τον πλήρη έλεγχό της και δεν επέτρεπαν την είσοδο σ' αυτή άλλου προσώπου, χωρίς την παρουσία τους...ενώ ο πρώτος από αυτούς είχε και τον έλεγχο του ταμείου και του γραφείου διεύθυνσης του ελαιοτριβείου, ενόψει και του ότι για τις περισσότερες πράξεις εκτέλεσης του έργου ήταν απαραίτητη η έγκρισή του.
Οι σύμβουλοι της ενάγουσας είχαν ελεγχόμενη πρόσβαση στους χώρους αυτούς από τα παραπάνω πρόσωπα και συνεπώς δεν είχαν καμιά πραγματική ευκαιρία να αφαιρέσουν από την αποθήκη τόσο μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου και από το ταμείο τα προαναφερόμενα ποσά. Περαιτέρω, τα υπ' αριθ. ...-2013 παραστατικά ακύρωσης των προαναφερόμενων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, που αφορούσαν έκθλιψη ελαιοκάρπου του πρώτου από τους συμβούλους της ενάγουσας στις εγκαταστάσεις του ελαιοτριβείου, εκδόθηκαν την ίδια ημέρα που ο Πρόεδρος του εναγομένου απαγόρευσε την είσοδο των συμβούλων στα γραφεία τής διεύθυνσής του, δηλ.
ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη έριδες μεταξύ των διαδίκων, ώστε να μη μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι οι εν λόγω συναλλαγές δεν ήταν πραγματικές. Ακόμη, δεν προέκυψε ότι οι σύμβουλοι της ενάγουσας προέβαλαν ενώπιον τρίτων συκοφαντικούς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς για τις εργασίες, την οικονομική κατάσταση, τους εργαζόμενους και τα πρόσωπα της διοίκησης του εναγομένου.
Η από 29-1-2013 έγκληση που υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καλαμάτας, με την οποία καταμήνυαν τον Πρόεδρο του εναγομένου για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης που τέλεσε σε βάρος τους, με τις φράσεις "κλέφτες", "απατεώνες", "θα σας γρασάρω", "αλήτες που ήρθατε εδώ να ελέγξετε εμένα", που τους απηύθυνε ενώπιον υπαλλήλων και πελατών του ελαιοτριβείου, όταν τους απαγόρευσε την είσοδό τους στο χώρο διεύθυνσής του, και ανέφεραν γι' αυτόν ότι τους εμπόδισε να ερευνήσουν την ύπαρξη ελλείμματος 6 τόνων ελαιολάδου από τις αποθήκες του εναγομένου, αποτελούσε άσκηση νομίμου δικαιώματος τους, πέραν του γεγονότος ότι ο Εισαγγελέας και οι υπάλληλοι της Εισαγγελίας που είναι θεσμικά εξουσιοδοτημένα πρόσωπα να παραλαμβάνουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου τους, δεν θεωρούνται τρίτοι, χωρίς άλλες περιστάσεις...
Εξάλλου, επί της μήνυσης που υπέβαλε ο εναγόμενος κατά των συμβούλων της ενάγουσας τόσο για τις πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και κατ' εξακολούθηση (στην οποία περιλαμβάνονται προβαλλόμενες με τις προτάσεις του επιμέρους πράξεις), όσο και για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 110/2018 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Καλαμάτας.
Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγόμενου, οποίος αποτελεί ένσταση συμψηφισμού εκ των άρθρων 441 επ. ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, αν και με πιο συνοπτικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο ισχυρισμός αυτός στο Δικαστήριο τούτο και αποδίδεται στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η παραπάνω πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πρότεινε τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο του από 1-11-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού έχει παραποιηθεί, διότι κατά την υπογραφή του, η ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης, η διάρκεια αυτής, και η αμοιβή της ενάγουσας, είχαν παραμείνει ασυμπλήρωτες, και μέχρι τις 3-1-2013 οι σύμβουλοι της ενάγουσας τις συμπλήρωσαν αυθαίρετα, δηλ.
χωρίς να έχει γίνει καμία συμφωνία περί του παραπάνω τρόπου της συμπλήρωσης αυτών. Για την προβολή του ισχυρισμού του αυτού, ο εναγόμενος χορήγησε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δια του νομίμου εκπροσώπου του, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο τούτο, ειδική πληρεξουσιότητα.
Τέλος, για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού ο εναγόμενος επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση του Π. Α. στη συμβολαιογράφο Παμίσου Α. Κ. - Α., την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση του Γ. Π. στην ίδια συμβολαιογράφο, την υπ' αριθ. ...-2016 ένορκη βεβαίωση της Κ. Κ. στην συμβολαιογράφο Παμίσου Α.
Κ. - Α. και την χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρά του Α. Π. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί ένσταση πλαστότητας που αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο, ενόψει του ότι υπάγεται στους προνομιακούς ισχυρισμούς που μπορούν να προβληθούν σε κάθε στάση της δίκης και συνοδεύεται με την ταυτόχρονη επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων και είναι νόμιμος (άρθ. 269 παρ. 1, 461, 463, και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Είναι γεγονός ότι το κείμενο του συμφωνητικού ήταν προεκτυπωμένο από δικηγόρο και υπήρχαν κενά στα ανωτέρω σημεία. Ωστόσο, κατά την ημέρα της υπογραφής του, τα κενά συμπληρώθηκαν κανονικά από τους συμβαλλόμενους. Δεν αποδείχθηκε ότι η συμπλήρωση έγινε σε άλλο χρόνο από τους νόμιμους εκπροσώπους της ενάγουσας, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου.
Εξάλλου, οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν το είδος και το σκοπό της σύμβασης (παροχή έργου) και δεν υπήρχε κάποιος βάσιμος λόγος να μείνουν ασυμπλήρωτα η ημερομηνία κατάρτισής της, η διάρκειά της και το ποσό της αμοιβής, τα οποία είναι ουσιώδη στοιχεία για την συντέλεσή της, αφού δεν υπήρχε αβεβαιότητα και αδυναμία προσδιορισμού των στοιχείων αυτών από την αρχή (λ.χ.
η διάρκεια της ελαιοκομικής περιόδου είναι γνωστή). Ακόμη όμως και αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν να συμπληρωθούν τα στοιχεία αυτά με μεταγενέστερη συμφωνία, δεν υπήρχε και πάλι κάποιος βάσιμος λόγος που δεν επιφυλάχθηκαν στην αρχική σύμβαση να τα ρυθμίσουν στο μέλλον. Έτσι, δεν συντρέχει λόγος να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η χειρόγραφη συμπλήρωση των κενών της σύμβασης έγινε το Νοέμβριο του 2012 ή σε κάποιο χρονικό σημείο μέχρι τις 18-1-2013, όταν η σύμβαση θεωρήθηκε συμπληρωμένη από τη Δ.Ο.Υ., και το σχετικό αίτημα του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει ο παραπάνω ισχυρισμός του εκκαλούντος να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι δε και 10 κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο "..δέχθηκε εσφαλμένως όλες τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης... χωρίς καμία περαιτέρω αιτιολογία και νόμιμη ερμηνεία... η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως.. δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν αιτιολόγησε τους λόγους για την απόρριψη των ισχυρισμών μου... καθώς παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε εσφαλμένως το Νόμο και τα πραγματικά περιστατικά, δεν εξέτασε και δεν έλαβε υπ' όψιν της ουσιώδεις ισχυρισμούς μου, δεν έλαβε υπ' όψιν της τα επικληθέντα και προσκομισθέντα νομότυπα και εμπρόθεσμα αποδεικτικά στοιχεία που προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και δεν αξιολόγησε τις μαρτυρικές καταθέσεις των διαδίκων".
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι γιατί είναι παντελώς αόριστοι, αφού δεν περιλαμβάνονται σε αυτούς οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, πλην μικρού τμήματος αυτής, που αφορά μόνο στην συμπλήρωση της επίδικης σύμβασης έργου κατά τα μη προτυπωμένα στοιχεία της, δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που φέρονται να παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους και τέλος δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις, υπό την επίκληση δε των λόγων αυτών και τον αναλυτικό σχολιασμό των προσκομισθεισών αποδείξεων, στον οποίο προβαίνει στη συνέχεια της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, παραθέτοντας και σχολιαζοντας το σύνολο σχεδόν των αποδεικτικών μέσων, που είχε επικαλεστει και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου και ισχυριζόμενος ότι, σύμφωνα με την ορθή εκτίμηση αυτών, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή, πλήτετται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 34/2024, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017) και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο(ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 816/2022).
Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ (ΑΠ 354/2011).
Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, τις υποβληθείσες και απορριφθείσες πρωτοδίκως και επαναφερθείσες στο Εφετείο με τις ενώπιον του προτάσεις του ενστάσεις α) ακυρότητας της επίδικης σύμβασης μίσθωσης έργου, και της υποκρυπτομένης σε αυτήν σύμβασης δανείου, γιατί ο ενεργήσας κατά την κατάρτισή τους για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας Λ.
Ζ. δεν εκπροσωπούσε νόμιμα αυτήν και β) συμψηφισμού προς την επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης δικής του απαίτησης κατ' αυτής, συνολικού ποσού 156.497,43 ευρώ από υπεξαιρέσεις ελαιολάδου και χρημάτων ιδιοκτησίας του, στις οποίες προέβησαν τα στελέχη της αναιρεσίβλητης Λ. Ζ. και Ξ. Χ., από 19-11-2012 έως 8-1-2023 και από ζημία, που υπέστη από τους εναντίον του συκοφαντικούς ισχυρισμούς των ανωτέρω και την εξαιτίας αυτών απώλεια πελατών και κερδών, κατά τις ελαιοκομικές περιόδους 2012 έως 2016, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αναίρεση.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι τις απορριφθείσες πρωτοδίκως ενστάσεις αυτές, τις επανέφερε στο Εφετείο, με λόγο της έφεσης του, ώστε να εξετασθούν από αυτό. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, ως προς την πρώτη ένσταση γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, αυτός δεν προσέβαλε με την έφεσή του την απόρριψη της ένστασης και συνεπώς το Εφετείο, δεν είχε εξουσία να την ερευνήσει και ορθά δεν την ερεύνησε, ως προς δε την δεύτερη ένσταση γιατί το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, εξέτασε την ένσταση αυτή και με την προαναφερθείσα εκτενή αιτιολογία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Θέμα επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος κάποιου δεν τίθεται, γιατί η αναιρεσίβλητη, που νικά, δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα(άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2021 αίτηση του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Τρικόρφου Μεσσηνίας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ