Legislator Case Law & Legislation
1669/2025 AI generated

Supreme Court annuls appealable judgment, retains case, and dismisses claim as legally unfounded regarding electricity network liability.

Case Number 1669/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's decision regarding the appellants' claim for damages caused by a fire at their home. The appellants argued that the electricity distribution company was liable for the fire resulting from a short circuit during scheduled power outages. The Court found no legal basis for the claim and dismissed it as legally unfounded. Consequently, the case was retained for a final judgment dismissing the claim, with costs allocated among the parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may retain a case and decide it itself when no further factual clarification is needed after annulment, allowing for a final judgment without remitting the case to a lower court.

Keywords

AI generated
retention of case final judgment by Supreme Court electricity network liability fire damage compensation legal unfounded claim costs allocation appeal annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179(a) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Τ. του Κ. και 2) Θ. Σ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τσέλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1792/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 8-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 1792/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Οι δύο πρώτοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι σύζυγοι, με την από 26-6-2015 αγωγή τους, που απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ιστορούσαν ότι τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μίας προκατασκευασμένης οικίας με κεραμοσκεπή, εμβαδού 63 τ.μ., κείμενης επί οικοπέδου στον οικισμό "Πόρτες", στο Δημοτικό Διαμέρισμα Νέας Ποτίδαιας, του Δήμου Νέας Προποντίδας Χαλκιδικής.

Ότι στις 18/12/2014 η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία έκανε προγραμματισμένες διακοπές ρεύματος στην περιοχή, και κατά τη χρονική στιγμή που επανήλθε το ηλεκτρικό ρεύμα στην οικία τους, εκδηλώθηκε βραχυκύκλωμα λόγω στιγμιαίας υπέρτασης, που εξελίχθηκε σε φωτιά, με συνέπεια την ολοσχερή καταστροφή τόσο της οικίας ως κτίσμα, όσο και του περιεχομένου αυτής.

Με βάση τα ανωτέρω οι δύο πρώτοι ενάγοντες, επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, άλλως ευθύνη αυτής από διακινδύνευση ως κατόχου και εξουσιαστή μιας πηγής κινδύνου, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 36.755,00 ευρώ, ως αποζημίωση, που αντιστοιχεί στο ήμισυ του συνόλου της ζημίας που προκλήθηκε στην οικία τους (κτίσμα και περιεχόμενό της), καθώς και το ποσό των 7.500,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξαιτίας της καταστροφής αυτής, και σε καθένα από τους τρίτο, τέταρτη και πέμπτο των εναγόντων(ήδη μη διαδίκων), οι οποίοι είναι τέκνα των δύο πρώτων εναγόντων, το ποσό των 3.000, 3.000 και 4.000 ευρώ αντιστοίχως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την καταστροφή της οικίας των γονέων τους.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία δικάσθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους 3ο, 4η και 5ο των εναγόντων, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες έκρινε αυτή νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της και τη δέχθηκε εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αφού έκανε δεκτή ένσταση συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην επέλευση της ζημίας των δύο πρώτων εναγόντων, κατά ποσοστό 50% και επεδίκασε σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 10.135,25 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της ως άνω απόφασης οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1792/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης καθώς και την έφεση των 3ου, 4ης και 5ου των εναγόντων, ενώ δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των δύο πρώτων εναγόντων και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτούς, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας, ως προς αυτούς, την ως άνω αγωγή, αφού δέχθηκε αυτή ως νόμιμη και κατά την επικουρική της βάση, δέχθηκε εν μέρει την επικουρική βάση ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη - αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη βασική, γενικού περιεχομένου, διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι στο ισχύον δίκαιο η αδικοπρακτική ευθύνη έχει ως βάση την υπαιτιότητα, προϋποθέτει δηλαδή, κατά κανόνα, δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος και γι` αυτό χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική ευθύνη.

Παράλληλα με τη διάταξη αυτή όμως καθιερώνονται, είτε στον Αστικό Κώδικα, είτε σε ειδικούς νόμους και συγκεκριμένες περιπτώσεις εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης ανεξάρτητα από πταίσμα του ζημιώσαντος, που χαρακτηρίζονται ως περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης ή ευθύνης από διακινδύνευση. Η δικαιολογητική βάση της αντικειμενικής ευθύνης διαφέρει σε κάθε περίπτωση και επιβάλλεται, είτε γιατί κρίνεται ότι αυτός που δημιουργεί ή εξουσιάζει πηγές κινδύνων για την πρόκληση ζημιών από αυτές πρέπει να ευθύνεται και για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκαλούνται, καθόσον λόγοι δικαιοσύνης επιβάλλουν, οι ζημιές που πηγάζουν από τους κινδύνους αυτούς, να βαρύνουν όχι τους ζημιωθέντες, αλλά αυτούς που δημιούργησαν ή εξουσιάζουν τους κινδύνους ανεξάρτητα από πταίσμα τους, όπως η ευθύνη για ζημιές από τα αυτοκίνητα (Ν.

ΓΠΝ/1911), η ευθύνη από την πτώση κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου με το έδαφος (άρθρο 925 Α.Κ.) και η ευθύνη για ζημία που προξένησε μη κατοικίδιο ζώο (άρθρο 924 παρ. 1 Α.Κ.), είτε γιατί κρίνεται ότι εκείνος που χρησιμοποιεί πρόσωπα και πράγματα για να αυξήσει την οικονομική του δραστηριότητα και να αποκομίσει κέρδος, εφ` όσον απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα από τη χρησιμοποίηση αυτών, πρέπει να φέρει και το βάρος των συναφών κινδύνων, όπως στην ευθύνη του προστήσαντος (άρθρο 922 Α.Κ.) και στην ευθύνη του εργοδότη για τα εργατικά ατυχήματα του προσωπικού του (Ν. 551/1915), είτε γιατί η αντικειμενική ευθύνη δικαιολογείται από λόγους επιείκειας, όπως στην ευθύνη του ανίκανου για καταλογισμό για εύλογη ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 918 Α.Κ.) ή στην ευθύνη για εύλογη αποζημίωση αυτού που προκάλεσε ζημία ευρισκόμενος σε κατάσταση ανάγκης (άρθρο 286 εδ.α' Α.Κ.).

Ειδικότερα, ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών διατάξεων για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του κάθε ανθρώπου, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, για την προστασία της ζωής και της υγείας του (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.) και για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.), στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της, μετά και την ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ.1 Συντ.), που αποβλέπει στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις, αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση.

Αυτές είναι: α) Η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν. ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφος για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990).

ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977). στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994), η) η ευθύνη για εργατικά ατυχήματα που ρυθμίζεται στο ν. 551/1915. Κατά κανόνα, οι ρυθμισμένες από το ελληνικό δίκαιο περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση υπάγονται στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά όμως υπάρχουν και περιπτώσεις, που προϋφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ του κατόχου της πηγής κινδύνων και του ζημιωθέντος, όπως οι ανωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις ευθύνης του αεροπορικού μεταφορέα και του εργοδότη επί εργατικού ατυχήματος.

Η περιπτωσιολογική ρύθμιση των περιπτώσεων αντικειμενικής ευθύνης δημιουργεί ορισμένες φορές αξιολογική αντινομία, αφού είναι δυνατόν να υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν ρυθμίζονται ειδικά, ενώ ρυθμίζονται άλλες περιπτώσεις με ίση ή μικρότερη ανάγκη ρύθμισης αυτών (ΑΠ 111/2025, ΑΠ 110/2025, ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1904/2022) και συνεπώς είναι εξεταστέο σε κάθε περίπτωση, αν κατ' εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, θα πρέπει να γίνει δεκτό, προς άρση τη αντινομίας αυτής, ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων, ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του(ΑΠ 111/2025, ΑΠ 110/2025).

Με το Ν. 4001/22-8-2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού σκοπήθηκε, μεταξύ άλλων, και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 "Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ" (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και ορίστηκε ότι και οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους.

Στο άρθρο 2 του ως νόμου με υπότιτλο "ορισμοί", όπως ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, για την εφαρμογή του ως άνω νόμου, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια: παρ. 1 ... (στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου...

παρ. 3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια: ... (ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας, (η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας:

ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις, (θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής. (ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής:

κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.

Με τις διατάξεις του άρθρου 122 του ν. 4001/2011, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε ότι η κυριότητα του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, και χορηγήθηκε σ` αυτήν η άδεια αποκλειστικής κυριότητας του δικτύου και μελλοντικής επέκτασης αυτού. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του ν. 4001/2011, όπως επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέφθηκε η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΗ Α.Ε." να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Ελληνικού Δικτύου Διαχείρισης Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ) από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του Κλάδου Διανομής στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ) και ότι η απόσχιση του ως άνω κλάδου πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους του παρόντος νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του κ.ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως και 5 του ν. 2166/1993, με αναλογική εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 98, ορίστηκε δε ότι η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ΔΕΗ ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ, χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται για τη συνέχιση ή την επανάληψη τους οποιαδήποτε διατύπωση ή δήλωση εκ μέρους της.

Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 127 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με υπότιτλο "αρμοδιότητες του διαχειριστή του ΕΔΔΗΕ", προβλέφθηκε στην παρ. 1 ότι "Η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη, τη λειτουργία και τη συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους του ΕΔΔΗΕ, ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητα του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, καθώς και για τη διασφάλιση, κατά τον πλέον οικονομικό, διαφανή, άμεσο και αμερόληπτο τρόπο, της πρόσβασης των χρηστών στο ΕΔΔΗΕ, προκειμένου να ασκούν τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με την Άδεια Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ που της χορηγείται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ" και στην παρ. 5 ότι "5.

Για την παραχώρηση της διαχείρισης του ΕΔΔΗΕ, η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ καταβάλλει ετήσιο αντάλλαγμα στον κύριο του ΕΔΔΗΕ, που εγκρίνεται από τη ΡΑΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22" (ΑΠ 111/2025, ΑΠ 110/2025, ΑΠ 132/2023). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι ο νομοθέτης, στην δημιουργηθείσα με απόσχιση από την ΔΕΗ ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), στην οποία ανατέθηκε η ανάπτυξη, η λειτουργία και η συντήρηση, υπό οικονομικούς όρους του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ), ώστε να διασφαλίζεται η αξιόπιστη, αποδοτική και ασφαλής λειτουργία του, καθώς και η μακροπρόθεσμη ικανότητά του να ανταποκρίνεται σε εύλογες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας, λαμβάνοντας τη δέουσα μέριμνα για το περιβάλλον και την ενεργειακή αποδοτικότητα, η κυριότητα του οποίου Δικτύου ανήκει αποκλειστικά στη ΔΕΗ ΑΕ, προέβλεψε ευθύνη της ΔΕΔΔΗΕ μόνο από υπαιτιότητά της για την λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου έχει την διαχείριση και συνεπώς δεν υπάρχει ακούσιο κενό, ώστε να είναι δυνατόν να θεμελιωθεί, κατ' αναλογία των ανωτέρω ειδικών διατάξεων, ευθύνη της από διακινδύνευση, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας των προστηθέντων από αυτήν προσώπων για την συντήρηση του δικτύου, τέτοια δε ευθύνη δεν γεννάται ούτε κατ' εφαρμογή των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, αφού η ΔΕΔΔΗΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είναι απλός διαχειριστής του δικτύου, ο οποίος δεν αντλεί καμία ωφέλεια από την κινδυνώδη λειτουργία του(ΑΠ 111/2025, ΑΠ 110/2025).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης περιέλαβε στην απόφασή του, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, την ακόλουθη νομική σκέψη: " Ι. Με το άρθρο 1 Ν. 1468/1950 ιδρύθηκε η "Δημοσία Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η.), η οποία είχε ως σκοπό την παραγωγή και διάθεση ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διατάξεις του ν. 4001/2011 "Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις" (Α' 179) μεταφέρθηκε στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου...

Με τις διατάξεις των άρθρων 122 επ. του νόμου αυτού παραχωρήθηκε σε θυγατρική εταιρεία της ΔΕΗ ΑΕ, υπό την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε", (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), κατόπιν άδειας της Ρ.Α.Ε. σύμφωνα με τα άρθρα 126 - 127 του ανωτέρω νόμου, η διαχείριση του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ), δηλαδή του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της Δ.Ε.Η.

ΑΕ, που είναι εγκατεστημένο στην Ελληνική Επικράτεια, το οποίο αποτελείται από γραμμές μέσης και χαμηλής τάσεως και εγκαταστάσεις διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και από γραμμές και εγκαταστάσεις υψηλής τάσεως που έχουν ενταχθεί στο δίκτυο αυτό (άρθρο 2 παρ.3 περ. ιδ ν.4001/2011), με σκοπό ιδίως τον αποτελεσματικό διαχωρισμό των συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τις δραστηριότητες παραγωγής και προμήθειας....

Ο διαχωρισμός αυτός έγινε με απόσχιση του Κλάδου Διανομής από τη ΔΕΗ ΑΕ και την εισφορά του στη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ.

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ ο κύριος ή νομέας κτίσματος ή άλλου έργου που συνέχεται με το έδαφος ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε σε τρίτον, εξαιτίας ολικής ή μερικής πτώσης του, εκτός αν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή σε πλημμελή συντήρησή του. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται γνήσια αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή νομέα κτίσματος ή άλλου έργου, για την ζημία που προκάλεσε σε τρίτο η πτώση του.

Αυτός απαλλάσσεται μόνο αν επικαλεσθεί κατ' ένσταση και κατ' ουσίαν αποδείξει ότι η πτώση δεν οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση. Δηλαδή, ο εναγόμενος για να απαλλαγεί πρέπει να προτείνει με ένσταση και να αποδείξει ότι η πτώση οφείλεται σε τρίτη αιτία, καταρρίπτοντας έτσι το τεκμήριο ότι οφειλόταν σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρηση, λ.χ.

ότι αυτό οφειλόταν σε ανωτέρα βία (σεισμό, πυρκαγιά κλπ) ή σε αποκλειστική ενέργεια τρίτου ή αυτού του ιδίου του βλαβέντα, γιατί στις περιπτώσεις αυτές δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πτώσεως και του αιτίου που την προκάλεσε. Το πότε το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία γεγονός αποτελεί τρίτη αυτοτελή αιτία για την πτώση της οικοδομής ή τμήματός της, και άρα αιτία για τη διακοπή-άρση της αιτιώδους συνάφειας, που κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 925 του ΑΚ τεκμαίρεται ότι υπάρχει ανάμεσα στην υπάρχουσα ελαττωματική κατασκευή ή την πλημμελή συντήρηση της οικοδομής και της πτώσης της, εξαρτάται από την ένταση του γεγονότος που εμφανίζεται ως ανωτέρα βία, και η οποία (ένταση) τελεί σε αναλογία με την έκταση της πιο πάνω αιτιώδους συνάφειας.

Όταν όμως το επικαλούμενο ως ανωτέρα βία γεγονός, καίτοι μέτριας έντασης, συνδυάζεται πραγματικά με ελαττωματικότητα της οικοδομής, που αποτέλεσε αιτία της πτώσης, περιορίζεται το ενδεχόμενο διάρρηξης της αιτιώδους συνάφειας και ανατροπής του νόμιμου τεκμηρίου που προαναφέρθηκε. Πταίσμα του κυρίου ή νομέα δικό του ή των προστηθέντων του, δεν απαιτείται ούτε τεκμαίρεται, ούτε και τον ωφελεί η απόδειξη ότι δεν βαρύνεται ο ίδιος με πταίσμα, αλλά κάποιος άλλος, ενδεχομένως ο κατασκευαστής ή ο δικαιοπάροχός του.

Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι: 1) ο υπεύθυνος προς αποζημίωση πρέπει να είναι κύριος ή νομέας του κτίσματος ή του συνεχόμενου μετά του εδάφους άλλου έργου κατά την πτώση αυτών. Υπεύθυνος επομένως, προς αποζημίωση είναι: α) ο κύριος του κτίσματος, εφόσον ευρίσκεται στη νομή αυτού ο ίδιος ή δι' αντιπροσώπου και β) ο νομέας αυτού. 2) Να πρόκειται περί κτίσματος ή άλλου έργου συνεχόμενου μετά του εδάφους.

Ως κτίσμα νοείται κάθε ανθρώπινο δομικό δημιούργημα, που συνδέεται σταθερά με το έδαφος, πάνω ή κάτω από τη επιφάνειά του, που έχει οικονομική αξία, αδιάφορα από την κατάσταση ή τον προορισμό του. Στην έννοια του "άλλου έργου" περιλαμβάνεται κάθε τεχνητό αντικείμενο που συνδέεται με το έδαφος και εγκυμονεί κίνδυνο, από πιθανή κατάρρευσή του και που, λόγω του τρόπου κατασκευής και της ιδιομορφίας του, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν "κτίσμα" (κολώνες καλωδίων, κεραίες, καπνοσυλλέκτες, διαφημιστικές πινακίδες, ανάχωμα, εναέριος αγωγός ηλεκτρικού κλπ). 3) Η ζημία του τρίτου πρέπει να επήλθε εξαιτίας της πτώσεως του κτίσματος, ή του άλλου έργου ολικής ή μερικής.

Σαν πτώση νοείται η λύση των τεχνικών συνδέσμων των διαφόρων υλικών του και η ολική ή μερική κατάρρευσή του σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας ή και η ολική ή μερική υποχώρηση κάτω από μία συνηθισμένη δύναμη, λ.χ. υποχώρηση μιάς σκάλας ή δαπέδου κάτω από το βάρος του ανθρώπινου σώματος... Επίσης στην έννοια της πτώσης κτίσματος εμπίπτει και η διαρροή από αγωγό...

ΙΙΙ. Εξάλλου η σύγχρονη εκρηκτική και τεχνολογική εξέλιξη παρήγαγε αναγκαία και ένα σύνολο πηγών κινδύνου που αποτελούν απρόβλεπτη απειλή για τον άνθρωπο και τα αγαθά του. Τέτοιες πηγές κινδύνου προκλήσεως ζημιών συνιστούν λ.χ. τα (επίγεια, υδάτινα και εναέρια) μέσα μαζικής μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρισμού και τα δίκτυα διανομής του, οι ανάλογες εγκαταστάσεις πυρηνικής ενέργειας, φυσικού αερίου και άλλων εύφλεκτων και εκρηκτικών χημικών ουσιών, η αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή προϊόντων.

Η πρόκληση ζημίας από μια τέτοια πηγή κινδύνου περιάγει τον ζημιωθέντα σε δυσχερή θέση αποκαταστάσεως της ζημίας του διότι η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης που διέπει το δίκαιο της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης αποκλείει την αποζημίωσή του από τον κάτοχο ή τον εξουσιαστή μιάς τέτοιας πηγής κινδύνου όταν η ζημία δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπαιτιότητα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, οπότε "casum sentit dominus", δηλαδή η τυχαία ζημία βαρύνει εν τέλει τον παθόντα.

Επίσης, ο ζημιωθείς δυσχερέστατα αποδεικνύει το πταίσμα (όταν υπάρχει) εκείνου που τον ζημίωσε, ενώ ο τελευταίος ως κάτοχος της ανάλογης τεχνογνωσίας ευχερέστατα ανταποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πταίσμα. 'Ετσι το (αναίτιο) θύμα μιας σύγχρονης πηγής κινδύνων μένει αναποζημίωτο, πράγμα που συνιστά μη αποδεκτή δικαϊκή πραγματικότητα και καταδεικνύει την αδυναμία πλέον της αρχής της υποκειμενικής ευθύνης να ρυθμίσει, με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, τα σύγχρονα ζητήματα της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης.

Απαιτείται λοιπόν μια διαφορετική νομική αντιμετώπιση της ευθύνης από την πρόκληση ζημιών από τέτοιες πηγές ιδιαίτερων κινδύνων που αποκαλείται "ευθύνη από διακινδύνευση". Αυτή δεν μπορεί να είναι παρά η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημιά συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένα "ιδιαίτερος" κίνδυνος.

Κίνδυνος που αφενός δεν μπορεί να ελεγχθεί με την καταβολή της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας και αφετέρου απειλεί άτομα που λόγω της δομής και οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών είναι υποχρεωμένα να εκτίθενται σ' αυτόν.

Συνεπώς, η αρχή της διακινδύνευσης συνεπάγεται ότι ο κάτοχος ή εξουσιαστής μιας τέτοιας πηγής ιδιαίτερων κινδύνων είναι υποχρεωμένος, αφού άλλωστε αντλεί τα οφέλη από την κινδυνώδη για τους τρίτους λειτουργία της, να αποκαταστήσει κάθε ζημία που προκαλείται από την πραγμάτωση των ιδιαίτερων αυτών κινδύνων ανεξάρτητα από το αν η πρόκληση της ζημίας οφείλεται ή όχι σε υπαιτιότητά του.

Η ευθύνη από διακινδύνευση, η οποία είναι συνήθως εξωδικαιοπρακτική και μπορεί να συρρέει με την ευθύνη από αδικοπραξία ή σύμβαση, δεν προϋποθέτει κατά κανόνα πράξη ούτε παράνομη συμπεριφορά ή πταίσμα του υπεύθυνου. Γεννάται είτε από φυσικά γεγονότα είτε από τεχνικές λειτουργίες ή και ανθρώπινη συμπεριφορά που δεν είναι πράξη.

Απαιτεί όμως πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πηγής του κινδύνου και της ζημίας. Υπόχρεος σε αποζημίωση είναι ο κάτοχος ή εξουσιαστής της πηγής των ιδιαίτερων κινδύνων. Η επιβάρυνσή του δικαιολογείται ηθικά τόσο από τη νομική αναγνώριση από τη δικαϊκή τάξη λειτουργίας των πηγών αυτών, όσο και από τα οικονομικά οφέλη (συνήθως μεγάλα) που αντλούνται από τέτοιες πηγές.

Η αποκλειστική προσήλωση λοιπόν στο δόγμα της υποκειμενικής ευθύνης συνεπάγεται την αδυναμία της έννομης τάξεως να αποκαταστήσει σημαντικό ποσοστό από τις ζημίες του σύγχρονου πολίτη και γι' αυτό επιβάλλεται ένας αναπροσανατολισμός στη λειτουργία του δικαίου της εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης στο πλαίσιο του σύγχρονου κοινωνικού κράτους που θα κατευθύνεται στην αποκατάσταση της ζημίας με την παροχή στο ζημιωθέντα αξίωσης για πλήρη αποζημίωση όταν η ζημία του αιτία έχει μια τέτοια πηγή κινδύνου, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται και ικανοποιούνται με πληρότητα τα συνταγματικά δικαιώματα του ατόμου για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, για τη συμμετοχή του στην κοινωνική και οικονομική ζωή, την προστασία της ζωής και της υγείας (άρθρο 5 παρ. 1 και 5 Συντ.), για την προστασία της ιδιοκτησίας του (άρθρο 17 παρ. 1 Συντ.) στην ευρύτητα μάλιστα που η έννοια της ιδιοκτησίας προστατεύεται από την ΕΣΔΑ στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της.

Τα συνταγματικά αυτά δικαιώματα στο πλαίσιο της γενικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου αποβλέπουν, μάλιστα μετά τη ρητή καθιέρωση της αρχής της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.), στην κατοχύρωση και προστασία των σχετικών έννομων αγαθών όχι μόνο απέναντι σε κυριαρχικές κρατικές επεμβάσεις αλλά και απέναντι σε προσβολές τους από φορείς ιδιωτικής εξουσίας στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων.

Με την έννοια αυτή, η εξωδικαιοπρακτική ευθύνη (άρα και η ευθύνη από διακινδύνευση ως μέρος της) αποτελεί μία δευτερογενή προστατευτική λειτουργία των προαναφερόμενων έννομων ατομικών αγαθών και γι' αυτό προάγεται σε ουσιώδες στοιχείο της συνταγματικής τάξεως, αφού διαφορετικά η επιδιωκόμενη από το Σύνταγμα προστασία τους θα παρέμενε ατελής.

Με άλλα λόγια, η προαναφερόμενη αρχή στην "ευθύνη από διακινδύνευση", δηλαδή η αναγνώριση της υποχρέωσης για αποζημίωση ανεξάρτητα από υπαιτιότητα όταν η ζημία συναρτάται με πηγές, από τις οποίες εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις, αφού μόνο έτσι διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα.

Ο νομοθέτης, υλοποιώντας το πνεύμα των συνταγματικών αυτών διατάξεων, δεν καθιέρωσε ένα γενικό κανόνα (ρήτρα) για την ευθύνη από διακινδύνευση, αλλά ρύθμισε (εκτός από τα άρθρα 924 παρ. 1, 925 ΑΚ) περιπτωσιολογικά κάποιες περιπτώσεις ευθύνης από διακινδύνευση. Αυτές είναι: α) η ευθύνη για ζημίες από τα αυτοκίνητα (ν.

ΓΠΝ/1911). β) Η ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αεροσκάφους για ζημίες κατά την αεροπορική μεταφορά (ν. 1815/1988). γ) Η ευθύνη για ζημίες από πυρηνική ενέργεια (ν. 1758/1988, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1897/1990). δ) Η ευθύνη για ζημίες από ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (ν. 1650/1986, όπως συμπληρώθηκε από το ν. 1892/1990). ε) Η ευθύνη για ζημίες από αντικείμενα που εκτοξεύονται στο διάστημα (ν. 563/1977).

στ) Η ευθύνη για ρύπανση με πετρέλαιο (ν. 314/1976). ζ) Η ευθύνη παραγωγού από ελαττωματικά προϊόντα (ν. 2251/1994). Στις αρρύθμιστες περιπτώσεις, όπως λ.χ. η ευθύνη για ζημίες από τις εγκαταστάσεις παραγωγής και δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η υποχρέωση του κατόχου ή εξουσιαστή της πηγής, από την οποία εκπορεύεται ένας "ιδιαίτερος" κίνδυνος, θεμελιώνεται ευθέως στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν και στους ιδιώτες το σεβασμό και την προστασία των αντίστοιχων έννομων αγαθών.

Προτείνεται επίσης βάσιμα και η θεμελίωσή της σε αναλογική εφαρμογή των διατάξεων που ήδη ισχύουν για τις προαναφερόμενες ρυθμισμένες περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης, ρυθμίζοντας μερικές μόνο περιπτώσεις κατά τον τρόπο αυτό, δεν ήθελε (ενόψει και της καθολικότητας των ανωτέρω συνταγματικών επιταγών) να ρυθμίσει εξαιρετικά μόνο αυτές και να αποκλείσει από μία παρόμοια ρύθμιση τις λοιπές, αλλά εξ αιτίας της περιπτωσιολογικής ρυθμίσεως που ακολούθησε εκφράστηκε στενότερα απ' ό,τι ήθελε...".

Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμό ...-2001 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Χαλκιδικής Ο.

Κ.-Κ., νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέων Μουδανιών, οι πρώτος και δεύτερη από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από ένα αγροτεμάχιο συνολικής έκτασης 3.150 τμ με αριθμό τεμαχίου 84, κειμένου στο αγρόκτημα Νέας Ποτίδαιας, του Δημοτικού Διαμερίσματος Νέων Μουδανιών, του Νομού Χαλκιδικής, ενός τμήματος του ως άνω αγροτεμαχίου συνολικής έκτασης 700 τμ, ή ποσοστό 22,21% εξ αδιαιρέτου στην όλη έκταση.

Επί αυτού του τμήματος των 700 τμ, το έτος 2001, οι ενάγοντες ανήγειραν ισόγεια οικία και συγκεκριμένα, σε βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα εγκατέστησαν μία προκατασκευασμένη οικία με κεραμοσκεπή, εμβαδού 63 τ.μ., με μπαλκόνι 12 τ.μ., την οποία συνέδεσαν με τα δίκτυα ηλεκτρισμού και ύδρευσης... Η ως άνω οικία, που βρίσκεται στον οικισμό "Πόρτες", του Δήμου Νέας Προποντίδας, χρησιμοποιούνταν ως παραθεριστική οικία από τους δύο πρώτους ενάγοντες και τα τρία (3) τέκνα τους (3ος, 4η και 5ος ενάγοντες- μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), καθ' όλη τη διάρκεια της χρονικής περιόδου από το έτος 2001 μέχρι το έτος 2014.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι, στις 18/12/2014, χρονική περίοδο(ς) κατά την οποία, οι ενάγοντες, δεν ήταν στην ανωτέρω οικία τους, καθόσον η μόνιμη κατοικία τους είναι στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκαν εργασίες στο δίκτυο της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας). Για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με αναγγελία αυτής, υπήρξε διακοπή της τροφοδοσίας του ηλεκτρικού ρεύματος εκτός άλλων περιοχών και στον οικισμό ¨Πόρτες¨ του Δήμου Νέας Προποντίδας, όπου βρισκόταν και το επίδικο ακίνητο, από τις 7,30 πμ έως τις 15.00 μμ.

όπως συνομολογεί και η εναγόμενη στην από 20-1-2015 εξώδικη απάντησή της προς τους ενάγοντες. Μετά το τέλος των ως άνω εργασιών της εναγομένης, και περί ώρα 15.24 ... έγινε αντιληπτή από περίοικους της οικίας των εναγόντων, οι οποίοι κατά την χρονική αυτή περίοδο βρίσκονταν στην κατοικία τους στην Αθήνα, ότι είχε εκδηλωθεί πυρκαγιά σε αυτήν (εξοχική οικία), γι' αυτό και ειδοποίησαν αμέσως την πυροσβεστική υπηρεσία.

Η πυροσβεστική υπηρεσία καταφθάνοντας στην οικία προς κατάσβεση της πυρκαγιάς, ειδοποίησε και την εναγομένη, υπάλληλοι της οποίας προσήλθαν και διέκοψαν την ηλεκτροδότηση αυτής. Τελικά από την πυρκαγιά καταστράφηκε ολοσχερώς η οικία των εναγόντων όπως και το περιεχόμενό της, παραμένοντας όρθια μόνο τα εσωτερικά και εξωτερικά τοιχώματα.

Σύμφωνα με την από 18-12-2014 "Έκθεση Απλής Αυτοψίας" της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, η αρχική εστία της πυρκαγιάς εντοπίζεται εντός του χώρου της κουζίνας της οικίας, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αιτία της φωτιάς, διότι το μεγάλο πυροθερμικό φορτίο που αναπτύχθηκε κατέστρεψε όλα τα υλικά και τα αντικείμενα, μη αφήνοντας ίχνη ή σημάδια που θα τους επέτρεπαν να προσδιορίσουν με ακρίβεια την αιτία της φωτιάς.

Εξάλλου, από την αυτοψία της πυροσβεστικής αποκλείστηκε η εγκληματική ενέργεια, ο εμπρησμός από αμέλεια, και η πρόκληση της φωτιάς από φυσικά αίτια (πχ πτώση κεραυνού). Αφού απέκλεισε τα ανωτέρω η πυροσβεστική υπηρεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "είναι πολύ πιθανό η φωτιά να οφείλεται σε ηλεκτρισμό-βραχυκύκλωμα ηλεκτρικών καλωδίων, με αποτέλεσμα δυσλειτουργία κάποιας ηλεκτρικής συσκευής και σε βραχυκύκλωμα των καλωδίων αυτής".

Στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα κατέληξε και ο Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Χ. Γ., ο οποίος κατ' εντολή των εναγόντων ενέργησε αυτοψία στην κατεστραμμένη οικία τους. Συγκεκριμένα στην από 08/01/2015 τεχνική έκθεση, που συνέταξε, εντοπίζει και αυτός την αρχική εστία της φωτιάς στην κουζίνα, καθόσον εκεί βρίσκεται και το μέγιστο βάθος καύσης (στις τοιχοποιίες, το σκελετό της στέγης και τα περιεχόμενα του χώρου), αναφέροντας επιπλέον ότι οι μέγιστες ζημίες εντοπίζονται πλησίον του ψυγείου της κουζίνας, το οποίο ήταν σε λειτουργία τη στιγμή του συμβάντος ...

Κατά συνέπεια ο ως άνω πραγματογνώμονας, εξετάζοντας την αρχική εστία της φωτιάς σε συνδυασμό με τις πιθανές αιτίες πρόκλησής της καταλήγει ότι η αιτία της φωτιάς είναι η δυσλειτουργία (βραχυκύκλωμα) του ψυγείου που ήταν εγκαταστημένο στην κουζίνα της οικίας, η οποία δυσλειτουργία προκλήθηκε λόγω υπέρτασης που έλαβε χώρα κατά την επανατροφοδοσία του ηλεκτρικού ρεύματος από την εναγομένη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω πυρκαγιά προκλήθηκε όταν, μετά την προγραμματισμένη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στη περιοχή όπου βρισκόταν η επίδικη οικία, επαναφέρθηκε αυτό μέσω του δικτύου της εναγομένης στην οικία, προκλήθηκε στιγμιαία υπέρταση του δικτύου αυτής, η οποία προκάλεσε ηλεκτρισμό-βραχυκύκλωμα των ηλεκτρικών καλωδίων του ψυγείου που βρισκόταν στην κουζίνα της οικίας και το οποίο ήταν σε λειτουργία την ως άνω στιγμή, με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία αυτού, πρόκληση σπινθήρων, οι οποίοι στη συνέχεια έγιναν πυρκαγιά που κατέστρεψε όλη την οικία.

Σημειωτέον, όπως αναφέρεται σε έγγραφο της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, που προσκομίζουν οι ενάγοντες, η επαναφορά του δικτύου σε λειτουργική κατάσταση μετά από διακοπή ηλεκτροδότησης, είναι πιθανόν να προκαλέσει φαινόμενα υπερτάσεων... (Στη συνέχεια το Δικαστήριο αντικρούοντας τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς της εναγομένης περί μη ευθύνης της καταλήγει ως ακολούθως)...

Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι για το επίδικο συμβάν, έχει αντικειμενική ευθύνη η εναγομένη, ως κάτοχος και εξουσιαστής πηγής ιδιαιτέρων κινδύνων, ήτοι ως διαχειρίστρια του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, και ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ζημιές που προκαλούνται από την λειτουργία αυτού.

Ειδικότερα, ευθύνεται η εναγομένη, διότι κατά την επαναφορά του ηλεκτρικού ρεύματος μετά την προγραμματισμένη διακοπή, προκλήθηκε στην οικία των εναγόντων στιγμιαία υπέρταση του δικτύου, με αποτέλεσμα να υποστούν ηλεκτρισμό-βραχυκύκλωμα τα ηλεκτρικά καλώδια του ψυγείου που βρισκόταν στον χώρο της κουζίνας της οικίας των εναγόντων, τη δυσλειτουργία της ηλεκτρικής αυτής συσκευής λόγω της βραχυκύκλωσης της καλωδίωσής της, η οποία στη προκάλεσε πυρκαγιά, που σιγά -σιγά γιγαντώθηκε και κατέστρεψε την οικία των εναγόντων.

Ωστόσο, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ευθύνης της εναγομένης, αποδείχθηκε, και ότι μεγάλος βαθμός συνυπαιτιότητας στην επέλευση της πυρκαγιάς βαρύνει τους ίδιους τους ενάγοντες, καθόσον α) στην οικία υπήρχαν περισσότερες αναχωρήσεις και περισσότερες ηλεκτρικές συσκευές από αυτές για τις οποίες δόθηκε η άδεια, που είχαν ως αποτέλεσμα την μη άρτια λειτουργία, β) η ηλεκτρική εγκατάσταση της οικίας ήταν υπό τάση και δεν είχε απομονωθεί από τον γενικό διακόπτη, όπως επιβάλλεται σε κατοικίες που μένουν ακατοίκητες για μεγάλο χρονικό διάστημα, και γ) δεν είχαν εγκαταστήσει στη εν λόγω οικία διακόπτη διαφυγής ρεύματος (αντιηλεκτροπληξιακό διακόπτη), ο οποίος θα αντιλαμβανόταν το φαινόμενο και θα διέκοπτε έγκαιρα το βραχυκύκλωμα...

Ως εκ τούτου, για τους ανωτέρω λόγους, συνυπαίτιοι στην ολική καταστροφή της οικίας τους συνεπώς και στην ζημία τους είναι και οι ίδιοι οι ενάγοντες κατά ποσοστό 50%, γενομένης εν μέρει δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης περί συνυπαιτιότητας που προέβαλε η εναγομένη... (ακολουθεί η παράθεση των περιστατικών που προσδιορίζουν τη ζημία των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, με βάση δε τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, πραγματικά περιστατικά η συνολική ζημία των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 21.355,50 ευρώ, αντί του ποσού των 20.270,50 ευρώ, που είχε προσδιοριστεί πρωτοδίκως και συνεπώς το ποσό αποζημίωσης, που πρέπει να λάβει κάθε ένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες είναι 10.677,75 ευρώ, αντί του ποσού των 10.135, 25 ευρώ που επιδικάσθηκε σε αυτούς πρωτοδίκως, ενώ έκρινε το Εφετείο, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι κάθε ένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες δικαιούται το ποσό των 5.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, το οποίο, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής, αφού δεν δέχθηκε υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, και ακολούθως εξέτασε την επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην αντικειμενική ευθύνη από διακινδύνευση της αναιρεσείουσας- εναγομένης, (χωρίς όμως πριν να κάνει δεκτή την έφεση αυτής, ώστε να μπορεί να εξετάσει την επικουρική αυτή βάση, μετά την απόρριψη της κυρίας βάσης, σφάλμα όμως για το οποίο δεν υπάρχει λόγος αναίρεσης), δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των δύο πρώτων εναγόντων, εξαφάνισε, ως προς αυτούς, την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την ως άνω αγωγή ως προς αυτούς κατά την επικουρική της βάση, δέχθηκε την επικουρική βάση εν μέρει και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από τους 1ο και 2η από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 15.677,75 ευρώ (10.677,75 ευρώ για την υλική ζημία + 5.000,00 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστησαν).

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσίβλητων (1ου και 2ης των εναγόντων) ήταν νόμιμη και ότι ακολούθως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παρατεθείσες στην μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 5, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 924 και 925 ΑΚ και ν.

ΓΠΝ/1911, 1815/1988, 1758/1988, 1650/1986, 563/1977, 314/1976, 2251/1994, οι οποίες εν προκειμένω δεν ήταν εφαρμοστέες, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 122, 123 και 127 ν. 4001/2011, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον τα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες θεμελιωτικά της αγωγής τους και αποδειχθέντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, δεν δικαιολογούν ευθύνη της αναιρεσείουσας- εναγομένης για πυρκαγιά προκληθείσα από το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, του οποίου είναι διαχειρίστρια και έχει την ευθύνη της συντήρησης και λειτουργείας του, όταν δεν την βαρύνει υπαιτιότητα, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη, που αναφέρθηκε στην αρχή της απόφασης αυτής και συνεπώς, η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του μέλους του Δικαστηρίου Μιχαήλ Αποστολάκη, αρεοπαγίτη, το γεγονός ότι ο νομοθέτης δεν έχει καθιερώσει ρητώς γενικό κανόνα αντικειμενικής ευθύνης από διακινδύνευση, που να καταλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που δημιουργούν ιδιαίτερη και μη επαρκώς ελέγξιμη πηγή κινδύνου, ικανή να προκαλέσει σοβαρές ζημίες, αλλά αντιθέτως ρύθμισε την ευθύνη αυτή με τρόπο περιπτωσιολογικό, είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, για την οποία αυτός και μόνο είναι αρμόδιος με βάση την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, έχοντας όχι απλώς τη σχετική συνταγματική αρμοδιότητα για τη θέσπιση κανόνων διανεμητικής δικαιοσύνης μετά από στάθμιση των συμφερόντων των ιδιωτών, αλλά και τη δυνατότητα να εκτιμήσει τις κοινωνικές διαστάσεις της ευθύνης από διακινδύνευση και την έκταση της επιρροής της στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα της χώρας, και να προκρίνει με βάση τις εκτιμήσεις αυτές τη ρύθμιση που ικανοποιεί καλύτερα τις γενικότερες δικαιοπολιτικές επιλογές του.

Κατά συνέπεια, η περιπτωσιολογική ρύθμιση της ευθύνης από διακινδύνευση έχει αποκλειστικό χαρακτήρα και δεν δημιουργεί ακούσιο νομοθετικό κενό, δεκτικό συμπλήρωσης με αναλογία από τον δικαστή, ούτε μπορεί να συναχθεί γενική ευθύνη από διακινδύνευση και συνακόλουθα αγώγιμο δικαίωμα αποζημίωσης από τις διατάξεις των άρθρων 5 §§ 1 και 5, και 17 § 1 του Συντάγματος.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις αναφερόμενες στην επικρατήσασα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και πρέπει να αναιρεθεί, επειδή δέχτηκε αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας διαχειρίστριας του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας για την πυρκαγιά, που κατέστρεψε την οικία των αναιρεσίβλητων, ενώ τέτοια ευθύνη δεν θεμελιώνεται όχι μόνο για τον διαχειριστή, αλλά ούτε για τον ιδιοκτήτη του δικτύου.

Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του ανωτέρω τρίτου λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους υπόλοιπους λόγους αναίρεσης, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που προσβάλλεται (ήτοι ως προς τους 1ο και 2η των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, που έκρινε ως νόμιμη και εν με μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής τους) και για την ενότητα του τίτλου εκτέλεσης και ως προς την διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα αυτών (1ου και 2ης των εναγόντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 921/2021).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (ως προς τους 1ο και 2η των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής τους), πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 26-6-2015 αγωγή των αναιρεσίβλητων ως προς την επικουρική της βάση και να απορριφθεί αυτή ως νομικά αβάσιμη.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του προκατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρα 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων (της παρούσας δίκης) η δικαστική δαπάνη αυτών και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ.

α', 183, 191 παρ. 2 ΚΠΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Αναιρεί την υπ' αριθ. 1792/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

- Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 26-6-2015 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων - ήδη αναιρεσίβλητων ως προς την επικουρική της βάση.

- Απορρίπτει την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση.

- Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων και για τους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.

Και

- Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ