Legislator Case Law & Legislation
824/2022 AI generated

Supreme Court annuls tax court decision for violating public debt law by failing to notify taxpayer before enforcement.

Case Number 824/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a public debt enforcement case. The taxpayer argued that the tax authority violated the law by executing the debt without prior notification or knowledge of the specific debt components. The court ruled that the failure to notify the taxpayer before enforcement rendered the legal title invalid under the relevant public debt law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(2)(a) of Law 356/1975 (KEDE) and Article 65(5) of Law 2362/1995: A public debt claim executed as a guarantor without prior notification to the debtor constitutes a violation of substantive law, rendering the legal title invalid.

Keywords

AI generated
public debt enforcement notification requirement legal title validity tax authority liability annulment of judgment substantive law violation procedural due process

Cited Legislation

AI generated
Article 2(2)(a) of Law 356/1975 (KEDE)
Article 65(5) of Law 2362/1995
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary Session 25/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 824 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 824/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Α., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πατεράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ….., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον ... και ήδη από την ..., ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην …..και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ Κομοτηνής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αριθμό 252/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων επί της από 19-12-2017 εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της με αυτήν εκκαλουμένης με αριθμό 177/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το οποίο, δέχτηκε εν μέρει την από 11-7-2016 ανακοπή του αναιρεσείοντος και ακύρωσε την με αυτήν (ανακοπή) προσβαλλόμενη με αριθμό ... Πράξη Ταμειακής Βεβαίωσης της ΔΥΟ Κομοτηνής, που αφορούσε απαίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, συνολικού ποσού 1.514.558,25 ευρώ. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η έφεση του ήδη αναιρεσειβλήτου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως απερρίφθη η ανωτέρω ανακοπή. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 KΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 KΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 KΠολΔ).

Κατά το άρθρο 65 παρ. 5 [(ήδη παρ. 6 μετά την αναρίθμηση με το άρθρο 39 του ν. 3871/2010) του ν. 2362/1995 (Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις, Α' 247)], που ισχύει από 1.1.1996 (και έχει στην προκειμένη υπόθεση εφαρμογή) : "Απαιτήσεις του Δημοσίου ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή έννοια από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ), παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο μετά την εν στενή έννοια βεβαίωση τους κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.

Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις ΔΟΥ μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού (1.1.1996) παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του". Εξάλλου, με το άρθρο 88 του ν. 2362/1995, ορίζεται ότι: "1. Την παραγραφή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει:

α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή ενεργείται τρίτου. β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ` ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα. γ. Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου μετ` αυτού συνυποχρέου ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται αυτό.

Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στο γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου είτε στο σύνδικο της πτωχεύσεως. Ειδικά, επί των μη προνομιακών απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες από της επιμελεία του οφειλέτη κοινοποιήσεως με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή Τελωνείου της τελεσίδικης αποφάσεως περί επικυρώσεως του πτωχευτικού συμβιβασμού.

Η ένωση των πιστωτών ή η αποκατάσταση του πτωχού καθώς και η ανάκληση της περί κηρύξεως της πτωχεύσεως δικαστικής αποφάσεως ή η ακύρωση ή διάρρηξη του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν επάγονται έναρξη εκ νέου της διακοπείσας με την αναγγελία παραγραφής. δ. Η αναγγελία προς κατάταξη σε πλειστηριασμό περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή των λοιπών ανωτέρω στην περίπτωση γ` αναφερόμενων προσώπων.

ε. Η αναγγελία στον εκκαθαριστή κληρονομίας ή στον εκκαθαριστή διαλυθέντος νομικού προσώπου. Εάν επί διαλύσεως νομικού προσώπου δεν υπάρχει αμέσως γνωστός εκκαθαριστής βάσει του καταστατικού αυτού ή δικαστικής αποφάσεως, η παραγραφή της απαιτήσεως του Δημοσίου αναστέλλεται μέχρι ορισμού του εκκαθαριστή και έξι μήνες μετά τον ορισμό αυτού.

στ. Η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα ανωτέρω στην περίπτωση γ` πρόσωπα. Η εξάλειψη αυτών εντός του χρόνου της νέας παραγραφής, χωρίς τη γραπτή συναίνεση του Δημοσίου, δεν αναιρεί τη διακοπή για ένα έτος μετά τη γραπτή γνωστοποίηση υπό του οφειλέτη προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία της γενομένης εξαλείψεως.

ζ. Από της ενάρξεως της κατά τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων διοικητικής (αναγκαστικής) εκτελέσεως μέχρι να καταστεί αμετάκλητος ο πίνακας κατατάξεως δανειστών, κάθε πράξη της εκτελέσεως και κάθε διαδικαστική ως προς τον πίνακα κατατάξεως πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες από την με δικαστικό επιμελητή, επιμελεία των αντιδίκων, κοινοποιήσεως στο Δημόσιο της επί του πίνακα κατατάξεως δανειστών αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως. 2.

Η άρση της κατασχέσεως ή εξάλειψη υποθήκης ή ανάκληση άλλης εκ των ανωτέρω πράξεως διοικητικής ή αναγκαστικής εκτελέσεως, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή από άλλη αρμόδια προς τούτο διοικητική αρχή, δεν εξαλείφει αναδρομικά τη διακοπή της παραγραφής, η οποία αρχίζει εκ νέου από την ημερομηνία της άρσεως ή της εξαλείψεως ή της ανακλήσεως, αντίστοιχα. 3.

Επί περισσότερων συνοφειλετών, διαιρετώς ή εις ολόκληρον ευθυνομένων, περιλαμβονομένου και του εγγυητή, η διακοπή της παραγραφής της απαιτήσεως του Δημοσίου ως προς ένα εξ αυτών ενεργεί και κατά των λοιπών. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου".

Τέλος, οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164, Α.Κ.) σχετικά με τους λόγους διακοπής της παραγραφής προβλέπουν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 270 ότι "Αν η παραγραφή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολογίζεται και αφού περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα παραγραφή...". Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρ. 277 ΑΚ, που ορίζει ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, συνάγεται ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης συνιστά ένσταση του υποχρέου, έτσι και ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης (ΑΠ 1909/2009).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 § 1 Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ` αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (Ολ ΑΠ 472/1983).

Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 496/2007). Ειδικότερα δε η αντένσταση διακοπής της παραγραφής για να είναι παραδεκτή, πρέπει, κατά το άρθρ. 262 ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και να καταλήγει σε συγκεκριμένο αίτημα για απόρριψη της ένστασης παραγραφής (ΑΠ 624/2003, ΑΠ 1372/2010).

Σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 88 του ν. 2362/1995, η παραγραφή των αξιώσεων του καθ' ου διακόπτεται, εκτός από λόγους που προβλέπει το κοινό δίκαιο, με εξαίρεση την αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο, πλην άλλων, αφενός μεν με την εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα στην περίπτωση γ' πρόσωπα, αφετέρου δε και με την επιβολή κατάσχεσης επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ή του εγγυητή του στα χέρια αυτών ή τρίτων, ή με τη σύνταξη προγράμματος πλειστηριασμού (δίχως να απαιτείται η κοινοποίηση αυτού στον οφειλέτη και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας του άρθρου 41 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε.), καθώς και με τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης της εκτέλεσης.

Αμέσως δε μετά την επιχείρηση της τελευταίας και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε αυτή, αρχίζει νέα ισόχρονη παραγραφή που τρέχει έκτοτε και μπορεί να συμπληρωθεί, αν δεν μεσολαβήσει στο μεταξύ νέος λόγος διακοπής (Σ.τ.Ε. 1508/2002, Α.Π. 607/1985, 139/2004). Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 727/2017, 781/2017, 845/2011, 279/2010 ).

Εξάλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 782/2020, ΑΠ 261/2012).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ισχύει δε από 1-1-2016 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση: " Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις ή, στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 237 και της παρ. 1 του άρθρου 238, με τις συμπληρωματικές προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία· αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως." Ειδικότερα δε όσον αφορά την περίπτωση 6 της διατάξεως αυτής, η απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015), ο διάδικος δε που προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να επικαλεστεί τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, και από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 462/2008).

Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 13/1995), νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1221/2011), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 1785/2013).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται τόσον η αοριστία της ένστασης, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ένστασης, όσον και όταν αυτή δεν προβάλλεται κατά τον προβλεπόμενο στο νόμο δικονομικό τρόπο ( ΑΠ 212/2019, ΑΠ 548/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Το αναιρεσίβλητο-καθ' ου η ανακοπή, καθ` υποκατάσταση στα δικαιώματα της δανείστριας Τράπεζας ΑΤΕ, κατά (μεταξύ άλλων) και του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος, προερχόμενα από απαίτησή του από δάνειο με την εγγύηση του ιδίου (Ελληνικού Δημοσίου), ποσού 172.028.576 δραχμών και ήδη 1.514.558,25 ευρώ, κοινοποίησε στον αναιρεσείοντα την με αριθμό Α/Α/200/22-4-2016 "Ειδοποίηση προ Κατάσχεσης", στην τελευταία παράγραφο της οποίας αναφέρεται ότι "η ως άνω οφειλή βεβαιώθηκε την 30-6-1998" και ότι "προέρχεται από δάνειο ΚΑΧΚΕΕΔ με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου, για το οποίο κατέπεσε η εγγύηση και βεβαιώθηκε στην ΔΟΥ Κομοτηνής με ΑΤΒ ...".

Κατά του αναιρεσιβλήτου και των ανωτέρω πράξεων (ειδοποίησης και βεβαιώσεως) ο αναιρεσείων άσκησε την από 11-7-2016 ανακοπή του, ζητώντας την ακύρωση αυτών, εξαιτίας του ότι, α) η επίδικη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, βεβαιωθείσα την 30-6-1998 στο οικείο Βιβλίο Βεβαίωσης της αρμόδιας ΔΟΥ ….. έχει υποπέσει στην εκ του άρθρου 65 παρ. 5 του ν. 2362/1995 10ετή παραγραφή, η οποία άρχισε την 1-1-1999 και συμπληρώθηκε την 1-1-2009 και β) ο "εν στενή εννοία" νόμιμος τίτλος είναι άκυρος και ανίσχυρος ως ελλιπής και αόριστος, αφού, στην ως άνω ταμειακή βεβαίωση, δεν εκτίθεται η ακριβής αιτία της οφειλής, καθόσον σ' αυτή αναγράφεται κατά τρόπο ελλιπή και αόριστο μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής της απαίτησης από "...", χωρίς να γίνεται κανένας απολύτως αναλυτικός διαχωρισμός στα αντίστοιχα κονδύλια του καταβληθέντος από το Δημόσιο ποσού και συνακόλουθα του αιτουμένου ποσού, κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας, τόκους τόκων και λοιπά έξοδα.

Επί της ανακοπής, εκδόθηκε η 177/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία, κατ' αποδοχή του πρώτου λόγου αυτής, έγινε δεκτή η ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε παραγραφεί η αξίωση του αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο την ένσταση περί παραγραφής που υπέβαλε ο αναιρεσείων ως νόμιμη, παραδεκτή και ουσία βάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 19-12-2017 έφεσή του, με το δεύτερο λόγο της οποίας πρότεινε, σε αντίκρουση της πρωτοδίκως γενομένης δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσία προβληθείσης υπό του ανακόπτοντος-αναρεσείοντος ενστάσεως παραγραφής, την αντένσταση διακοπής της παραγραφής της επιδίκου αξιώσεώς του, ως ακολούθως: " Διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 88 Ν. 2362/1995 όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, έκρινε η προσβαλλομένη ότι πριν την 1-1-2009 δεν υπήρξε γεγονός που να διακόπτει την παραγραφή της επίδικης αξίωσης".....και ακολούθως... "Εν προκειμένω, στις 17-2-2003, η ΔΟΥ ….

ενέγραψε υποθήκη στο ακίνητο της εταιρείας και μετέφερε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου στις ... την υποθήκη που είχε εγγραφεί από την Αγροτική Τράπεζα στο ακίνητο της εταιρείας και στα δύο ακίνητα του Δ. Α.. Στη συνέχεια, η Δ.Ο.Υ ….., προέβη με την υπ' αρ. πρωτ. ... κατάσχεση, στην κατάσχεση ενός φορτηγού ιδιωτικής χρήσης με αρ. ...

της προαναφερόμενης εταιρίας, για το οποίο, στη συνέχεια, η Δ.Ο.Υ ….. εξέδωσε, στις 19-6-2014 το με αριθμό ... πρόγραμμα πλειστηριασμού, χωρίς ωστόσο ο πλειστηριασμός αυτός να πραγματοποιηθεί.

Συνεπώς, με τις ανωτέρω ενέργειες, η δεκαετής παραγραφή, έναντι και του αντιδίκου, της οικείας απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, διακόπηκε με την πρώτη πράξη την 17-2-2003, επανάρχισε δε, την 18-2-2003 και έληγε την 18-2- 2013, ενώ με την δεύτερη πράξη διακόπηκε εκ νέου την 30-1-2009, επανάρχισε δε, την 1-2-2009 και έληγε την 1-2-2019, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1 περ.

α' Ν. 2362/1995. Εξάλλου, η Δ.Ο.Υ Κομοτηνής, στις 19-6-2014, εξέδωσε το υπ' αρ. ... πρόγραμμα πλειστηριασμού του προαναφερόμενου φορτηγού, χωρίς ωστόσο την πραγματοποίηση του πλειστηριασμού αυτού. Επομένως, η παραγραφή των βεβαιωθεισών απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, έναντι και του ανακόπτοντος, διακόπηκε την 19-6-2014, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1 περ.

β' Ν. 2362/1995, επανάρχισε δε, την επομένη 20-6-2014 και έληγε την 20-6-2024. Από τα ανωτέρω συνάγεται ευδιάκριτα, ότι δεν συμπληρώθηκε το χρονικό διάστημα της δεκαετούς παραγραφής, από το τέλος του οικονομικού έτους της εκδόσεως της υπ' αριθμόν ... πράξης ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΥ ……. Σε κάθε περίπτωση με τους νόμους 3808/2009, 3888/2010 και 4098/2012, δόθηκε διαδοχικά παράταση στο χρόνο παραγραφής των χρεών που θα παραγράφονταν από 1-1-2009 έως τις 31-12-2013.

Άρα λοιπόν, ακόμη και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι δεν ανεστάλη ή διεκόπη η παραγραφή του χρέους πριν την 1-1-2009, οι διαδοχικές, βάσει των ανωτέρω νομοθετημάτων, παρατάσεις σε συνδυασμό με την υπ' αρ. πρωτ. ... κατάσχεση ενός φορτηγού ιδιωτικής χρήσης της προαναφερόμενης εταιρίας, επέφεραν την διακοπή της παραγραφής, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα".

Επί της έφεσης που άσκησε κατά της ως άνω απόφασης το αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 252/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, δεχόμενο το Εφετείο, αφενός μεν ότι, παραδεκτώς το αναιρεσίβλητο, το πρώτον ενώπιόν του, με τον σχετικό λόγο εφέσεως, πρότεινε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την επίκληση των θεμελειωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών, κατά το άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ, αφετέρου δε ότι η προβληθείσα αντένσταση είναι νόμιμη, πλήρως ορισμένη και ουσία βάσιμη.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "... Κατά της αρξαμένης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως ο ανακόπτων άσκησε την υπό κρίση ανακοπή. Με τον πρώτο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση του καθ' ου έχει υποπέσει στη 10ετή παραγραφή του άρθρου 65 παρ 6 Ν 2362/1995, διότι από τη λήξη του έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε η οφειλή, δηλαδή από 1-1-1999 έως την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποιήσεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 10ετίας, η οποία συμπληρώθηκε την 1-1-2009.

Ο λόγος αυτός έγινε δεκτός ως νόμιμος και ουσία βάσιμος με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ακύρωσε την ταμειακή βεβαίωση. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι από τη λήξη του έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε η οφειλή, δηλαδή από 1-1-1999, έως την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 10ετίας, η οποία συμπληρώθηκε την 1-1-2009, χωρίς να επέλθει νόμιμος λόγος αναστολής ή διακοπής της παραγραφής πριν από την ως άνω ημερομηνία, αφού τα δύο γεγονότα που ισχυρίστηκε το καθ' ου δεν επέφεραν τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής πριν τη δεκαετία, διότι η μεν η επιβολή κατασχέσεως σε ακίνητο συνοφειλέτη είναι μεταγενέστερη της συμπληρώσεως της δεκαετίας, ενώ η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του συνοφειλέτη Α.

Δ., δεν επέφερε την αναστολή της παραγραφής για τον ανακόπτοντα. Με την υπό κρίση έφεση το εκκαλούν προβάλλει εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την επέλευση της αναστολής και της διακοπής της παραγραφής, επικαλείται δε νέα διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα. Συγκεκριμένα επικαλείται ότι η διακοπή της παραγραφής της απαιτήσεώς του επήλθε:

α) με την εγγραφή υποθήκης από το ίδιο στις 17-2-2003 στο ακίνητο της οφειλέτριας εταιρίας, καθώς και τη μεταφορά υπέρ του ιδίου, στις ..., υποθήκης, που είχε εγγραφεί από την Αγροτική Τράπεζα, σε δύο ακίνητα του συνοφειλέτη Δ. Α. και ένα της εταιρίας, β) με την επιβολή κατασχέσεως, με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...

έγγραφο στο με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα της οφειλέτριας εταιρίας, για το οποίο εξέδωσε στις 19-6-2014 πρόγραμμα πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα η δεκαετής παραγραφή να διακοπεί διαδοχικώς στις 17-2-2003, 30-1-2009, 19-6-2014. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, με τους νόμους 3808/2009, 3888/2010 και 4098/2012 παρατάθηκε διαδοχικώς ο χρόνος παραγραφής των χρεών που θα παραγράφονταν από 1-1-2009 μέχρι τις 31-12-2013 και συνεπώς, ακόμη και εάν δεν διακόπηκε η παραγραφή πριν την 1-1- 2009, οι διαδοχικές παρατάσεις της παραγραφής με νόμο, σε συνδυασμό με την κατάσχεση του φορτηγού, δυνάμει του με αριθμό ...

εγγράφου, επέφεραν διακοπή της παραγραφής. Οι ισχυρισμοί αυτοί, που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως κατά το σκέλος που αφορά στην εγγραφή υποθήκης και στη δια νόμου παράταση του χρόνου της παραγραφής, παραδεκτώς προτείνονται στην κατ' έφεση δίκη, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως, είναι δε νόμιμοι και πρέπει να ερευνηθούν κατ' ουσίαν".

Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο στη συνέχεια έκρινε βάσιμη κατ' ουσία την ανωτέρω αντένσταση διακοπής της παραγραφής και κατ' αποδοχή του δευτέρου λόγου της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εφ` όσον το αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με σχετικό λόγο της έφεσής του παραδεκτώς κατ' άρθρο 527 περ. 6 του ΚΠολΔ, πρότεινε το πρώτον ενώπιόν του την ως άνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής, η οποία είναι καθ' όλα ορισμένη, καθόσον για το ορισμένο αυτής εκτίθεντο, στο λόγο αυτό, τα από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις θεμελιωτικά στοιχεία, (διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και ορισμένο αίτημα), έλαβε δε υπόψη και τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-εφεσιβλήτου, τον οποίο και απέρριψε εκ του πράγματος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, ούτε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο και ειδικότερα κατά παράβαση των προαναφερθεισών δικονομικών διατάξεων των άρθρων 262, 520, 527 περ.6 του KΠολΔ μη κήρυξης απαραδέκτου και οι περί τούτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (Ολ ΑΠ 5/2019, ΑΠ 189/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, ερευνώντας το παραδεκτό και βάσιμο του δευτέρου λόγου της ανακοπής, για τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει ότι παρέλκει η έρευνα αυτού μετά την αποδοχή του πρώτου λόγου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Η ...

κατήρτισε με την εταιρία με την επωνυμία "....", διάφορες συμβάσεις δανείου και πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, μεταξύ των οποίων τη με αριθμό ... σύμβαση πιστώσεως μέχρι του ποσού των 160.000.000 δραχμών και β) τη με αριθμό ... σύμβαση πιστώσεως μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών, καθώς και πρόσθετες πράξεις αυτών.

Στις ανωτέρω συμβάσεις συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι Α. Δ., Α. Δ., Κ. Δ. (ανακόπτων) και Δ. Γ.. Κατ' εφαρμογή των με αριθμό 433/Β434/1993, 97784/Β760/1993 και 1648/ΓΓ54/1994 αποφάσεων του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 128/1974, στις 29-9-1995 υπογράφηκε μεταξύ της ως άνω τράπεζας και της πιστώτριας εταιρίας σύμβαση ρυθμίσεως των ληξιπρόθεσμων και άληκτων δανείων μέχρι την 31-12-1993, από 11 συνολικώς συμβάσεις πιστώσεως και δανείων, που καταρτίστηκαν από 3-11-1989 έως 11-8-1993, με συνολικώς οφειλόμενο ποσό 110.715.505 δραχμών.

Το ποσό αυτό θεωρήθηκε νέο δάνειο, το οποίο ορίστηκε ότι θα καταβληθεί εντός 10 ετών, με περίοδο χάριτος ένα έτος, σε 18 εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Ρητώς συμφωνήθηκε ότι οι υποθήκες που εξασφαλίζουν τις επιμέρους ρυθμιζόμενες απαιτήσεις παραμένουν ισχυρές και εξασφαλίζουν την απαίτηση από τη σύμβαση ρυθμίσεως.

Στην ως άνω σύμβαση συμβλήθηκαν ως εγγυητές οι Α. Δ., Α. Δ., Κ. Δ. (ανακόπτων) και Δ. Γ.. Με τις υπουργικές αποφάσεις που προαναφέρθηκαν παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στην οφειλή της πρωτοφειλέτριας. Σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου 860/11-6-1998 έγγραφο της Αγροτικής Τράπεζας προς το καθ' ου η ανακοπή, η οφειλέτρια δεν κατέβαλε τις ληξιπρόθεσμες δόσεις την 30-6-1996, 31-12-1996, 30-6-1997 και 31-12- 1997 και η τράπεζα ζήτησε την κατάπτωση της εγγυήσεως του καθ' ου και τη βεβαίωση του οφειλόμενου ποσού, που ανερχόταν στο ποσό των 172.028.576 δραχμών, όπως τα ποσά αναλύονται σε δύο καταστάσεις που ήταν συνημμένες και ειδικότερα:

για κεφάλαιο 4232.963 και 7.536.024 δραχμές, για τόκους συμβατικούς 18.490.598 και 26.348.723 δραχμές, για τόκους υπερημερίας, ανά κατηγορία και χρονικό διάστημα τα ποσά των 4.121.044, 3.767.030, 198.264, 5.513.084, 5.034.555 και 303.285 δραχμών και για άληκτο κεφάλαιο 37.257.786 και 58.664.209 δραχμών αντίστοιχα. Το καθ' ου κατέβαλε στην Τράπεζα, δια της αρμοδίας διευθύνσεώς του, το ποσό της οφειλής για το οποίο παρείχε την εγγύηση και η αρμόδια Δ.Ο.Υ.

….. βεβαίωσε το ποσό αυτό ως δημόσιο έσοδο και συνέταξε τη με αριθμό ... ταμειακή βεβαίωση σε βάρος της οφειλέτριας εταιρίας για το συνολικό ποσό των 172.028.576 δραχμών και ήδη 504.852,75 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναλύεται ανωτέρω, κατά κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς και τόκους υπερημερίας, Λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως για την οφειλή της πρωτοφειλέτριας, το καθ' ου η ανακοπή υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δανείστριας τράπεζας έναντι της πρωτοφειλέτριας μέχρι του ποσού που κατέβαλε.

Σε βάρος της οφειλέτριας εταιρίας βεβαιώθηκαν από τη Δ.Ο.Υ. ….. και άλλες οφειλές, από διαφορετικές αιτίες και το συνολικό χρέος της ανήλθε σε 802.335.982 δραχμές, για το οποίο η Δ.Ο.Υ. …..συνέταξε τον με αριθμό ... πίνακα χρεών σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας και εγγυητή Α. Δ. και με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 13007/23-5-2001 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης, αιτήθηκε την ποινική δίωξη του ως άνω οφειλέτη και νομίμου εκπροσώπου, ο οποίος καταδικάστηκε αμετακλήτως, με τη με αριθμό 988/8-9-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, για το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990.

Τέλος η Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής εξέδωσε σε βάρος του ανακόπτοντος τη με αριθμό Α/Α/ 200/22-4-2016 ειδοποίηση προ κατασχέσεως, με την οποία του ζήτησε να καταβάλει το ποσό των 504.872,75 ευρώ ως κεφάλαιο και το ποσό των 1.009.705,50 ευρώ ως προσαυξήσεις και συνολικώς το ποσό των 1.514.558,25 ευρώ, ως προερχόμενο από δάνειο ΚΑΧΚΕΕΔ, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για το οποίο κατέπεσε η εγγύηση και βεβαιώθηκε στη Δ.Ο.Υ.

Κατά της αρξάμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως ο ανακόπτων άσκησε την υπό κρίση ανακοπή...", και ακολούθως, "... Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής, ο οποίος δεν εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς νομίμως εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο μετά την απόρριψη του πρώτου λόγου ανακοπής, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο νόμιμος τίτλος, βάσει του οποίου επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, είναι άκυρος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προκύπτει από αυτόν το είδος - αιτία της οφειλής και το περιεχόμενό της κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα και προσαυξήσεις και η αοριστία αυτή επιφέρει στον ίδιο δικονομική βλάβη.

Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, πλην όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, από την εκδοθείσα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …… με αριθμό ... ταμειακή βεβαίωση, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που τη συνοδεύουν και τον χρηματικό κατάλογο, προκύπτει το ακριβές ύψος της οφειλής, κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και τόκους υπερημερίας, όπως τα επιμέρους κονδύλια παρατέθηκαν ανωτέρω.

Από τα έγγραφα αυτά, που συγκροτούν τον νόμιμο τίτλο, προκύπτει με σαφήνεια η αιτία της οφειλής, που είναι τα δάνεια που χορηγήθηκαν από την Αγροτική Τράπεζα στην πρωτοφειλέτρια εταιρία, τις οφειλές της οποίας εγγυήθηκε ο ανακόπτων, όπως τα δάνεια αυτά ρυθμίστηκαν το έτος 1995 σε ενιαίο δάνειο, με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση και εγγυήθηκε για την πληρωμή του το καθ' ου η ανακοπή.

Επίσης προκύπτει το ύψος του κεφαλαίου, των νομίμων τόκων και των τόκων υπερημερίας.

Συνεπώς ο νόμιμος τίτλος δεν πάσχει από αοριστία και ο πρώτος λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ενόψει των ανωτέρω η ανακοπή, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε ότι ο δεύτερος λόγος της ανακοπής είναι αβάσιμος και τον απέρριψε. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. ...

ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Κομοτηνής, με βάση την οποία το αναιρεσίβλητο Δημόσιο άρχισε την εκτέλεση, κοινοποιώντας την σχετική ατομική ειδοποίηση, ήταν πλήρης ως νόμιμος τίτλος και επομένως έγκυρος, δοθέντος ότι από το περιεχόμενο αυτής σε συνδυασμό με τα έγγραφα που την συνοδεύουν και τον χρηματικό κατάλογο, προκύπτει το ακριβές ύψος της οφειλής, κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και τόκους υπερημερίας, καθώς και η αιτία της οφειλής, παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ.

α του ν.δ. 356/1975 (ΚΕΔΕ), ενόψει μάλιστα και του ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα έγγραφα, που "συγκροτούν" τον ένδικο νόμιμο τίτλο, είχαν κοινοποιηθεί στον ανακόπτοντα ή ότι είχε γίνει προς αυτόν γνωστοποίηση με άλλο νόμιμο τρόπο των επί μέρους στοιχείων του όλου χρέους πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ, 22 παρ. 2 ν. 3693/1957).

Επειδή, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ ΑΠ 25/2001). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση υπ' αριθ. 252/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Δέχεται την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης υπ' αριθ. κατ. 76/16 ανακοπή του αναιρεσείοντος Κ. Δ. κατά τον δεύτερο λόγο της.

Ακυρώνει την πράξη ταμειακής βεβαίωσης υπ' αριθ. 512/30.6.1998 της Δ.Ο.Υ. …..κατά του ως άνω ανακόπτοντος.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ