Legislator Case Law & Legislation
1664/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank check fraud and contract interpretation errors.

Case Number 1664/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a bank check fraud case. The appellant argued that the Court of First Instance misinterpreted contract terms and ignored ambiguities in the parties' declarations of intent. The court found these arguments baseless because the lower court did not identify any genuine legal gaps or ambiguities requiring special interpretation rules. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 79 of Law 5960/1933; Art. 26, 27 of Penal Code; Art. 173, 200 of Civil Code: The issuance of an uncashed bank check constitutes a crime when issued with intent, regardless of whether funds were known to be unavailable at the time of issuance or acceptance of the risk; furthermore, a Court of First Instance is not required to apply special interpretation rules for declarations of intent unless it has explicitly identified a legal gap or ambiguity in the contract.

Keywords

AI generated
uncashed bank check criminal fraud intent to defraud contract interpretation declarations of intent legal gap ambiguity in contract

Cited Legislation

AI generated
Art. 79 of Law 5960/1933
Art. 26 of the Penal Code
Art. 27 of the Penal Code
Art. 914 of the Civil Code
Art. 932 of the Civil Code
Art. 173 of the Civil Code
Art. 200 of the Civil Code
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1664 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1664/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ.-Κ. του Ι., κατοίκου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δήμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μύριαμ Σαντούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν 5960/1933, αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρο 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρο 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του Ν 5960/1933 με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια. Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν θα έχει κατά την έκδοση ή την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 425/2021, ΑΠ 1287/2021). Οι διατάξεις του άρθρου 79 του Ν 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής (ΑΠ 1536/2000, 571/2010, 798/2010) και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρο 4§1 του Ν 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, είναι δε η ζημία του απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 1287/2021, ΑΠ 1051/2012, ΑΠ 495/2010).

Στην περίπτωση εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής και δεδομένου ότι η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε εν όψει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 5930/1933, η αντικειμενική υπόσταση του από το άρθρο 79 εγκλήματος πληρούται όταν η επιταγή εμφανίζεται για πληρωμή εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως αυτής έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο στην επιταγή χρόνο εκδόσεώς της (ΟλΑΠ ποιν 462/1992, πρβλ.

ΟλΑΠ ποιν 46/1980). Αν εκείνος που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου έχει ευθύνη αποζημιώσεως έναντι του νόμιμου κομιστή της επιταγής, προέβη δε στην έκδοση κατά την εκτέλεση των νομίμως ανατεθειμένων σε αυτόν αντίστοιχων καθηκόντων, τότε γεννιέται και ευθύνη αποζημιώσεως εις βάρος του νομικού προσώπου.

Στην περίπτωση αυτή η αστική ευθύνη του νομίμου αντιπροσώπου του νομικού προσώπου που είναι και ποινικά υπεύθυνος (άρθρο 79 του ν.5960/1933), είναι αυτοτελής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 71 εδ. β` ΑΚ, μη συναρτώμενη προς την συνδρομή ευθύνης του νομικού προσώπου. (ΑΠ 219/2020, ΑΠ 179/2019, AΠ 1051/2012). Περαιτέρω η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πιστώσεως από τον λήπτη προς τον εκδότη.

Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότου, προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στην τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία.

Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δεσμεύσεως εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα νωρίτερα απ` ό,τι συμφωνήθηκε και η επιταγή δε πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου με βάση το άρθρο 79 του ν.5960/1933, πλην όμως μπορεί να αντιταχθεί κατ` αυτού η, επί των άρθρων 281 και 300 ΑΚ στηριζόμενη ένσταση με τον ισχυρισμό ότι, αν και γνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής.

Δεν θεμελιώνεται όμως η εκ των άρθρων 281 και 300 ΑΚ ένσταση όταν ο λήπτης γνώριζε μεν την έλλειψη αντικρύσματος κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής.

Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της ελλείψεως διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων (ΑΠ 705/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ...

και στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών αυτής με τον Α. Ρ., ο οποίος διατηρούσε στον ... ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την πώληση ιχθύων και αλιευμάτων, εξέδωσε στην ..., σε διαταγή του έντεκα μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 142.500 ευρώ, το οποίο αντιπροσώπευε ίσης αξίας πωληθέντα προς την εκδότρια ανώνυμη εταιρία, εμπορεύματα, τις οποίες και του παρέδωσε και ειδικότερα: 1) την υπ' αρ. ...

επιταγή της ... ποσού 14.000 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αρ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 9-11-2011, 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ..., ποσού 14.000 ευρώ, πληρωτέα στην ίδια τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 16-11-2011, 3) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 12.500 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 18-11-2011, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ..., ποσού 14.000 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 23-11-2011, 5) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της ..., ποσού 14.000 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν, υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-11-2011, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της ..., ποσού 14.000 ευρώ, πληρωτέα στην ανωτέρω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 7-12-2011, 7) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 12.000 ευρώ, πληρωτέα στην άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 16-12-2011, 8) την υπ' αριθμ... επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 12.000 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 23-12-2011, 9) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 12.000 ευρώ πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 5-1-2012, 10) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της τράπεζας ..., ποσού 12.000 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 12-1-2012 και 11) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή της τράπεζας ... ποσού 12.000 ευρώ, πληρωτέα στην ως άνω τράπεζα από τον τηρούμενο σε αυτήν ... λογαριασμό της εκδότριας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 30-12-2011, για την εξόφληση οφειλών της εν λόγω εταιρίας προς τον Α. Ρ.. Κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας και προς διευκόλυνση του εναγομένου, ο χρόνος έκδοσης των ανωτέρω επιταγών τροποποιήθηκε, ως εξής (με τη σειρά που προεκτέθηκαν):

Στην πρώτη από αυτές σε 19-6-2012, στη δεύτερη σε 16-10-2012, στην τρίτη 18-2-2013, στην τέταρτη 23-6-2013, στην πέμπτη 30-10-2013, στην έκτη 27-2-2014, στην έβδομη 26-6-2014, στην όγδοη 23-10-2014, στην ένατη 25-6-2015, στη δέκατη 22-10-2015 και στην ενδέκατη από αυτές 30-12-2015. Ο εις διαταγήν δικαιούχος- λήπτης αυτών Α Ρ., εμφάνισε την πρώτη των ως άνω επιταγών στις 19-4-2012, τις δε υπόλοιπες στις 16-5-2012, για πληρωμή στα καταστήματα της πληρώτριας τράπεζας εκάστης των επιταγών, στον ..., πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας ανώνυμης εταιρίας, για λογαριασμό της οποίας εκδόθηκαν από τον εναγόμενο οι επιταγές, με αποτέλεσμα η ενάγουσα εταιρεία (αναιρεσίβλητη), που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του Α.

Ρ., να ζημιωθεί κατά τα ανωτέρω ποσά. Σημειώνεται ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 7913/27-12-2012 Πράξη συγχώνευσης ομόρρυθμης εταιρίας- ατομικής επιχείρησης για σύσταση ανώνυμης εταιρίας της συμβολαιογράφου Χανίων Μαριλένας Σκυλουράκη η ατομική επιχείρηση του Α. Ρ., λήπτη των ως άνω επιταγών, συγχωνεύθηκε με την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." με έδρα στο ...

και συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", ήτοι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), σύσταση που καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο Γ.Ε.ΜΗ. στις 28-12-2012 (βλ. το με αριθμό 2619/2- 5-2013 Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης (Τεύχος Α.Ε και Ε.Π.Ε.). Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος διέπραξε το αδίκημα του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 και, έτσι, ζημίωσε την ενάγουσα παράνομα και υπαίτια κατά τα ως άνω ποσά των επιταγών, ήτοι κατά το συνολικό ποσό (14.000+ 14.000+ 12.500+ 14.000+ 14.000+ 14.000+ 12.000+ 12.000+ 12.000+ 12.000+12.000) των 142.500 ευρώ, ως εκ τούτου δε, υποχρεούται να την αποζημιώσει.

Περαιτέρω ο εναγόμενος συνομολογεί την έκδοση και μη πληρωμή των επίδικων επιταγών και τη γνώση του περί έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων για την πληρωμή τους από την εκδότρια εταιρεία, που εκπροσωπεί, ισχυρίζεται όμως με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας εταιρείας Α Ρ. γνώριζε κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών ότι αυτός (εναγόμενος) και η εταιρεία που εκπροσωπούσε δεν είχαν αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή τους και εκ τούτου δεν τελούσε σε καλή πίστη καθώς είχε αποδεχτεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοσή τους, για το λόγο δε αυτό η επιδίωξη της πληρωμής τους υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενόχων.

Δεν αποδείχθηκαν όμως τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό του εναγομένου, ο οποίος συνιστά ένσταση στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 300 ΑΚ, την οποία παραδεκτά προέβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με την έφεσή του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Α Ρ.

δεν γνώριζε μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2012 την άσχημη και μη αναστρέψιμη οικονομική κατάσταση της εταιρείας ..., όταν δε δέχθηκε την αντικατάσταση των επιταγών στις 4-2-2012 είχε την πεποίθηση ότι αυτές θα πληρωθούν κατά το χρόνο πληρωμής τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου συνάγεται από το γεγονός ότι από τις αρχές του 2011 μέχρι την 4-2-2012 η εταιρεία ...

και ο εναγόμενος (νόμιμος εκπρόσωπός της) είχαν καταβάλει για την πληρωμή επιταγών που εξέδωσαν μέσα στο έτος 2011 το συνολικό ποσό των 354.733 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη καρτέλα. Εάν ο Α Ρ. γνώριζε από το φθινόπωρο του 2011 τη δυσμενή οικονομική κατάσταση της εταιρείας ..., μπορούσε να εμφανίσει προς είσπραξη και να σφραγίσει τις επιταγές από τότε, ώστε άμεσα να αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, αντί να περιμένει τον Φεβρουάριο του 2012 να γίνει μετάθεση του χρόνου πληρωμής των επιταγών.

Η συναίνεσή του δε στη μετάθεση του χρόνου πληρωμής οφειλόταν στην καλή του πίστη, στις συνήθειες των συναλλαγών και στην έλλειψη κάθε υποψίας για την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του εναγομένου. Η ανωτέρω παράταση του χρόνου πληρωμής των επιταγών είναι μια συνήθης εμπορική διαδικασία, που δεν αποτελεί στοιχείο του ουσιαστικά βάσιμου των διατάξεων των άρθρων 281, 288 και 300 ΑΚ (ΑΠ 1217/2010 ΔΕΕ 2011.77), πολύ περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση που έγινε μια και μοναδική φορά.

Ο Α Ρ. είχε την πεποίθηση και εύλογα ανέμενε την πληρωμή των επίδικων επιταγών, διότι στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον Οκτώβριο 2011, που έγινε δεκτό το αίτημα του εναγομένου να μην εμφανιστούν προς είσπραξη οι επιταγές με ημερομηνία 21-10-2011, και μέχρι την αντικατάστασή τους την 4-2-2012, έγινε πληρωμή εκ μέρους της εταιρείας του εναγομένου τριών επιταγών, συνολικού ποσού 42.000 ευρώ.

Η εταιρεία του εναγομένου ήταν συνεπής στις πληρωμές της μέσα στο 2011 και για το λόγο αυτό δεν είχε ζητηθεί από τον Α. Ρ. εμπράγματη ασφάλεια, μόνο δε μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή των επίδικων επιταγών η ενάγουσα εταιρεία, που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του Α. Ρ., ζήτησε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να της χορηγηθεί η άδεια να εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε ακίνητα του εναγομένου.

Συνεπώς η υποβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση, ότι ο Α Ρ. έλαβε τις επίδικες επιταγές εν γνώσει της έλλειψης αντικρίσματός τους και είχε αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοσή τους είναι ουσιαστικά αβάσιμη.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 57/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 142.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 281, 288, 300 ΑΚ και 79 ν.5960/1933 "περί επιταγής", καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα στην αναιρεσίβλητη ζημία, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία αυτή, την οποία και επέφερε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και να δικαιολογείται, έτσι, η παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλτης, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της "..." εξέδωσε τις αναφερόμενες ένδεκα μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους 142.500 ευρώ, οι οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή από τον νόμιμο κομιστή αυτών εμπρόθεσμα, εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης αυτών έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης της κάθε επιταγής, αλλά δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, προέβη δε στην έκδοση των επιταγών αυτών γνωρίζοντας, κατά τον χρόνο έκδοσής τους, την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή τους, με συνέπεια την πρόκληση ισόποσης ζημίας στον κομιστή των ανωτέρω επιταγών, ο οποίος δεν ήταν σε γνώση της έλλειψης των αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων.

Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής όλων των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα:

α) η έκδοση εκ μέρους του αναιρεσείοντος, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της "...", των αναφερόμενων ένδεκα μεταχρονολογημένων επιταγών, συνολικού ύψους 142.500 ευρώ, που αντιπροσώπευε ίσης αξίας πωληθέντα προς την ανωτέρω εταιρεία εμπορεύματα, των οποίων επιταγών νόμιμος κομιστής κατέστη ο Α Ρ., που διατηρούσε ατομική επιχείρηση πώλησης ιχθύων και αλιευμάτων, β) η συμφωνία των ανωτέρω, στις 4.2.2012, περί αντικατάστασης του χρόνου έκδοσης των επιταγών, προς διευκόλυνση του αναιρεσείοντος, γ) η εμφάνιση των επιταγών εμπρόθεσμα και ειδικά, εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης αυτών έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης της κάθε επιταγής, δεδομένου ότι η μία εξ αυτών εμφανίστηκε στις 19.4.2012 και οι λοιπές στις 16.5.2012, ενώ ο αναγραφόμενος χρόνος έκδοσης αυτών ξεκινά από 19.6.2012 και οι οποίες δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί κατά το ανωτέρω συνολικό ποσό των 142.500 ευρώ, η αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του Α.

Ρ., ε) η γνώση του αναιρεσείοντος, περί έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων για την πληρωμή τους από τον ίδιο και από την εκδότρια εταιρεία, που εκπροσωπεί, γεγονός που συνομολογεί και ο ίδιος και στ) το γεγονός ότι ο Α Ρ. δεν γνώριζε κατά το χρόνο έκδοσης των επίμαχων επιταγών ότι ο αναιρεσείων και η εταιρεία που εκπροσωπούσε δεν είχαν αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά είχε την πεποίθηση και κατά το χρόνο της αντικατάστασης του χρόνου έκδοσης των επιταγών (4.2.2012) ότι αυτές θα πληρωθούν, αφού από τις αρχές του 2011 μέχρι και τις 4.2.2012 ο αναιρεσείων και η εταιρεία που εκπροσωπεί είχαν καταβάλει για πληρωμή επιταγών που εξέδωσαν μέσα στο έτος 2011 το συνολικό ποσό των 354.733 ευρώ, η συναίνεση δε του Α.

Ρ. στη μετάθεση του χρόνου πληρωμής οφειλόταν στη καλή του πίστη και στην έλλειψη κάθε υποψίας για την δεινή οικονομική κατάσταση της εταιρείας του.

Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες περί παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο κατά το άρθρο 559 αρ.1α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και.

σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 2197/2007). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1215/2010).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος (ΑΠ 1350/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και ειδικά ότι το Εφετείο διέγνωσε αμφιβολίες και ασάφεια και προέβη σε ερμηνεία αυτών και συγκεκριμένα στο περιεχόμενο των δηλώσεων βούλησης σχετικά με την παράδοση στην αντίδικο των επίμαχων επιταγών με διορθωμένη την φερόμενη ημερομηνία έκδοσης εκάστης αυτών και των δικαιοπρακτικών όρων σε σχέση με την παράδοση αυτή, είναι απαράδεκτοι, καθόσον ουδόλως προκύπτει από το αναιρετήριο ποιες είναι ακριβώς οι δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ποιες ασάφειες και κενά ενυπάρχουν στις εν λόγω δηλώσεις βούλησης και ποιο περιεχόμενο ο ίδιος (αναιρεσείων) αποδίδει σ' αυτές, προκειμένου να διαπιστωθεί, στην περίπτωση αμφισημίας, ποιο είναι το ισχύον νόημα που τα μέρη ήθελαν και ποιες αμφιβολίες και ασάφειες, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, διέγνωσε το Εφετείο με την απόφασή του και προέβη σε ερμηνεία αυτών, λαμβάνοντας στοιχεία εκτός του κειμένου της δικαιοπραξίας ή της σύμβασης και καταφεύγοντας σε άλλα αποδεικτικά μέσα.

Ανεξαρτήτως αυτών, από την εκτίμηση του ως άνω περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων, ούτε και διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη συμφωνία διόρθωσης του χρόνου έκδοσης των επιταγών και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους, οι δε επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα παραδοχές της απόφασης αφορούν την απόρριψη της προβαλλόμενης ένστασης περί γνώσης του κομιστή των επιταγών Α.

Ρ. για την δεινή οικονομική κατάσταση του και δεν αφορούν στοιχεία που το Εφετείο έλαβε υπόψη του εκτός του κειμένου της σύμβασης για να αχθεί στην αληθινή έννοια της επίμαχης συμφωνίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.8.2020 αίτηση του Κ.- Κ. Π. για αναίρεση της 80/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ