Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility but partially allows another appeal regarding dangerous bodily harm charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the first appellant's appeal as inadmissible due to improper statutory formulation under Article 476 of the Code of Criminal Procedure. Conversely, the court partially allowed the second appellant's appeal regarding dangerous bodily harm, finding the lower court's reasoning insufficient. The court extended this favorable outcome to the co-defendant, who was convicted of the same acts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 476(1) and 512(1) of the Code of Criminal Procedure; When an appeal is filed without complying with statutory formalities, it is declared inadmissible, whereas if the appeal challenges substantive law without specific reasoning, the favorable result extends to co-defendants convicted of the same acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1662 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1662/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Π. Μ. του Σ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παρέστη και 2. Γ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα - Μαρία Νικολοπούλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3967/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1. Κ. Σ. του Β. και 2. Ε. Μ. του Β., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδων Κουλοχέρη.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις α) 19.6.2019 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, β) 21.6.2019 αίτηση του δεύτερου αναιρεσείοντος και οι από 19.9.2019 πρόσθετοι λόγοι που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 975/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 19.6.2019 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος Π. Μ., β) να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος και ειδικότερα ως προς το έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, γ) να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα και ως προς τον κατηγορούμενο Π. Μ. και δ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων οι οποίοι ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση : 1] η από 19-6-2019 [αριθμ.πρωτ.46/19-6-2019] αίτηση του Π. Μ. του Σ. και 2] η από 21-6-2019 [υπ'αριθμ.ΕΜ 695/2019] αίτηση του Γ. Φ. του Φ. καθώς και οι από 19-9-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής για αναίρεση της με αριθμό 3967/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών.
Ως προς την αναίρεση του Π. Μ.:
Κατά το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο.....ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του ....το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο [ως συμβούλιο] που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο ενώ κατά το άρθρο 512 παρ.1 ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 476 παρ.1 ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ'αριθμ.3967/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα [10] ετών για ληστεία τετελεσμένη και σε απόπειρα και για επικίνδυνη σωματική βλάβη κατά συρροή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 19-6-2019 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Προϊσταμένου Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης ..., όπου κρατείται και η οποία έλαβε αριθμό πρωτ.46/19-6-2019 χωρίς για το ορισμένο του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' επικαλούμενου λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, εφόσον εάν μεν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, πρέπει να προτείνεται η ανυπαρξία αυτής ως προς όλα ή ως προς συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία να αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, εάν δε υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη πρέπει να διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψή της και να προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας [ΟλΑΠ 2/2002,ΑΠ 31/2017].
Συνεπώς, εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων έναν τουλάχιστον ορισμένο λόγο αναιρέσεως, δεν τηρήθηκε η ως άνω επιβαλλόμενη από το νόμο προϋπόθεση για την άσκηση αυτής και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα και αφού κλήθηκε ο μη εμφανισθείς αναιρεσείων για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από το από 1-8-2019 αποδεικτικό επιδόσεως της Γραμματέα του Γ.Κ.Κ ... Κ. Λ., θα πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη αφού η περί τούτου [απαραδέκτου] κρίση λογικά και νομικά προηγείται της κρίσεως περί του ανυποστήρικτου ή μη της αναιρέσεως [άρθρο 512 ΚΠΔ]. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα [άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ] καθώς και η δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών [άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 Π Κ, όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφ' ετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής [άρθρο 372 ΠΚ] και της παράνομης βίας [άρθρ.330 ΠΚ].
Το δεύτερο αυτό έγκλημα [παράνομη βία] είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.
Ως σωματική βία νοείται εκείνη που επιδρά κατά τρόπο άμεσο στο σώμα του εξαναγκασμένου και υπερνικά την προβαλλόμενη ή αναμενόμενη αντίστασή του. Αν η ληστεία τελείται με την άσκηση σωματικής βίας, δεν απαιτείται να προκαλείται επικείμενος κίνδυνος σώματος ή ζωής .Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσεως σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 45 Π Κ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν, είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεσή της και να γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων.
Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας κατά συναυτουργία, απαιτείται αντικειμενικώς μεν σύμπραξη περισσοτέρων, είτε συγχρόνως μεταξύ τους, είτε διαδοχικώς, ως αμέσων αυτουργών, κατά την εκτέλεση του ενός, από τα συνθετικά του εγκλήματος, με την ενέργεια από τον καθένα πράξεων που αποτελούν την αντικειμενική υπόσταση αυτού, και υποκειμενικά συναπόφασή, δηλαδή κοινός δόλος για την εκτέλεση του εγκλήματος με την κοινή δράση και γνώση του καθενός της προθέσεως του άλλου [ΑΠ 405/2018].Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 "όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή [άρθρο 83].
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 308 παρ.1α ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα "αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη[310 παρ.2] επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή.
Ενόψει της διαζευτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο, στην καταδικαστική, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις, δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή βαριά σωματική βλάβη.
Αυτό δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί, βάσει των κατ' άρθρο 79 Π Κ κριτηρίων.
Απαιτούμενα στοιχεία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι: α] η σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του ΠΚ, β] η πράξη να τελέστηκε κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ] δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση προκλήσεως της σωματικής κακώσεως και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη.
Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 του Π Κ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.Ι στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις [αποδεικτικά μέσα] που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθμό 3967/2018 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει [ανώμοτες καταθέσεις πολιτικώς εναγουσών, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και αναγνωσθέντα έγγραφα], αποδείχτηκαν, αναφορικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω για τον έλεγχο των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως τμήμα της αποφάσεώς του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28-10-2011 και περί ώρα 14.30, οι πολιτικώς ενάγουσες Κ.
Σ. και Ε. Μ., οι οποίες είναι αδελφές, εκινούντο πεζές στην περιοχή του …., επιστρέφοντας από περίπατο και κατευθυνόμενες στις οικίες τους επι της οδού ... στην ίδια περιοχή. Στη συμβολή της λεωφόρου ... με την οδό ..., σταμάτησαν στο φωτεινό σηματοδότη, προκειμένου να διασχίσουν τη λεωφόρο .... Τότε αντιλήφθηκαν ότι στο απέναντι πεζοδρόμιο της ίδιας οδού ήταν συγκεντρωμένη ομάδα δέκα περίπου ατόμων, ανδρών και γυναικών, νέων στην ηλικία, από 18 έως 35 ετών.
Όταν οι φωτεινοί σηματοδότες έδειξαν πράσινο χρώμα για τους πεζούς, οι πολιτικώς ενάγουσες διέσχισαν την οδό και έφθασαν στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπου στέκονταν τα παραπάνω άτομα, τα οποία δεν είχαν μετακινηθεί, ωσάν να τις ανέμεναν. Πράγματι, μόλις αυτές έφθασαν στο πεζοδρόμιο και πριν προλάβουν να απομακρυνθούν, τα άτομα αυτά, μεταξύ των οποίων ήταν οι κατηγορούμενοι, ο πρωτοδίκως συγκατηγορούμενός τους S. - J.
A. του J., οι ανήλικοι Ν. Β., Α. Μ., Ν. Κ. και άλλα τέσσερα τουλάχιστον άτομα, η ταυτότητα των οποίων δεν εξακριβώθηκε, τις περικύκλωσαν, ώστε να μην έχουν δυνατότητα διαφυγής. Τότε ο πρώτος των κατηγορουμένων, Π. Μ., τις ρώτησε αν είναι Αλβανίδες. Αυτές απάντησαν αρνητικά, δηλώνοντας Ελληνίδες, αρνήθηκαν, όμως, να ενδώσουν στην απαίτηση του και να του επιδείξουν τις ταυτότητές τους.
Τότε, ο ανωτέρω Π. Μ. χαστούκισε την εξ αυτών Ε. Μ., ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Φ., αποκαλώντας αμφότερες "καριόλες Αλβανέζες", την έφτυσε στο πρόσωπο και άρχισε να τη χτυπά σε όλο της το σώμα. Αμέσως μετά, σαν να είχε δοθεί σύνθημα, όλα τα άτομα, που αποτελούσαν ομάδα, εκτοξεύοντας ύβρεις για την καταγωγή των δύο γυναικών, όπως "καριόλες Αλβανίδες, μαλακισμένες, ήρθατε εδώ πέρα", άρχισαν να τις χτυπούν με μεταλλικά και ξύλινα αντικείμενα, που κρατούσαν, σε όλους τους το σώμα, αλλά και με γρονθοκοπήματα και λακτίσματα, με αποτέλεσμα η εξ αυτών Ε.
Μ. να πέσει στο οδόστρωμα και, στη συνέχεια, να χάσει τις αισθήσεις της, ενώ η έτερη, Κ. Σ., που είχε, επίσης, πέσει στο οδόστρωμα, της κρατούσε το κεφάλι, δεχόμενη και αυτή χτυπήματα τόσον από τους κατηγορούμενους, όσον και από τους λοιπούς, με τα παραπάνω αντικείμενα που κρατούσαν, αλλά και με κλωτσιές και γροθιές.
Έχοντας περιαγάγει τις παθούσες σε κατάσταση παντελούς αδυναμίας, λόγω της πολλαπλότητας και της σφοδρότητας των πληγμάτων που είχαν δεχθεί, πεσμένες στο οδόστρωμα και αναμένοντας βοήθεια από περίοικους ή διερχόμενους, οι κατηγορούμενοι, πριν απομακρυνθούν, απέσπασαν βίαια από την Ε. Μ., που είχε χάσει τις αισθήσεις της, την τσάντα της, που περιείχε προσωπικά αντικείμενα και το χρηματικό ποσό των 50 ευρώ και επιχείρησαν βιαίως να αποσπάσουν από την τσέπη της Κ.
Σ. το κινητό της, πλην όμως, ανεπιτυχώς, καθώς η τελευταία έπεσε με το βάρος του σώματος της πάνω στο κινητό της τηλέφωνο, με αποτέλεσμα η αφαίρεσή του να καταστεί δυσχερής. Αφού ολοκλήρωσαν την εγκληματική δράση τους, οι κατηγορούμενοι απομακρύνθηκαν μαζί με τα μέλη της ομάδας όλοι μαζί. Προς στιγμή, μια κοπέλα από την ομάδα, τα ακριβή στοιχεία της οποίας δεν εξακριβώθηκαν, επέστρεψε στο σημείο, που κείτονταν πεσμένες οι παθούσες σε άσχημη κατάσταση από τα πλήγματα που είχαν δεχθεί και το φόβο που είχαν βιώσει και κρατώντας λοστό, άρχισε και πάλι να τις χτυπά μ' αυτόν, μόνο και μόνο γιατί είναι "Αλβανίδες", όπως δήλωσε απερίφραστα και ανενδοίαστα, χωρίς οποιοσδήποτε από τους λοιπούς να την αποτρέψει.
Εν τέλει, όλοι απομακρύνθηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Η εκ των πολιτικώς εναγουσών Κ. Σ. ζήτησε τη βοήθεια των περίοικων, που προσέτρεξαν και κάλεσαν την αστυνομία. Εν τέλει οι αστυνομικοί συνέλαβαν τους κατηγορούμενους και τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό τους S. - J. A. του J., καθώς και τους ανωτέρω ανήλικους, οι οποίοι αναγνωρίσθηκαν ανεπιφύλακτα από τις παθούσες.
Στις 31/10/2011 αυτές εξετάσθηκαν από τον Ιατροδικαστή …. Η. Μ., ο οποίος διαπίστωσε ότι έφεραν η μεν Κ. Σ. α) οίδημα ινιακής περιοχής, β) αμυχή αριστερού κροτάφου, γ) εκχυμωτικό μώλωπα δεξιού βραχιονίου, δ) εκχύμωση δεξιού ώμου, ε) εκχύμωση ραχιαίας επιφάνειας δεξιού ημιθωρακίου και, στ) μώλωπα αριστερός γλουτιαίας χώρας, ενώ η Ε.
Μ. α) οίδημα τριχωτού κεφαλής δεξιά βρεγματοϊνιακά και, β) οίδημα ραχιαίας επιφάνειας κορμού, σωματικές βλάβες, που προκλήθηκαν διαθλώντος-αμβλέος οργάνου, σύμφωνα με τις 1524/31.10. 2011 και 1523/31.10.2011 ιατροδικαστικές εκθέσεις του, αντιστοίχως. Από τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν τις ανωτέρω σωματκές κακώσεις των πολιτικώς εναγουσών - εκτός των κτυπημάτων με γροθιές και των λακτισμάτων - και με τη χρήση όπλων, δηλ.
α) ενός μεταλικού μπουλονιού, που βρέθηκε στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου και, β) ενός μεταλλικού πτυσσόμενου γκλομπ και μιας σιδερένιας αλυσίδας μήκους 50 εκ. με δύο κρεμασμένα λουκέτα στην άκρη της, που βρέθηκαν στην κατοχή του δευτέρου : κατηγορουμένου, καθώς κρίνεται ότι η χρήση τους θα κατέλειπε εμφανή σημάδια στο σώμα των πολιτικώς εναγουσών συμβατά με τον χαρακτήρα των παραπάνω αντικειμένων, που φέρουν το χαρακτήρα όπλων ως μέσων πρόσφορων για άμυνα ή επίθεση.
Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους και υποστήριξαν ότι είδαν από απόσταση 150-200 μ. περίπου κάποια άτομα να χτυπούν τις δύο γυναίκες και ότι παρακολούθησαν το συμβάν, χωρίς να αντιδράσουν ή να καλέσουν την αστυνομία. Συγκεκριμένα, ο πρώτος (Π. Μ.), απολογούμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι είχε έλθει στην ….από τη …., όπου κατοικεί μόνιμα, για να συναντήσει την κοπέλα του, ονόματι Ι.
Μ. -το όνομα της οποίας το πρώτον ανέφερε στην εκεί απολογία του-, ότι συναντήθηκαν στο Σύνταγμα με την Α. Μ., το δεύτερο των κατηγορουμένων και τον πρωτοδίκως συγκατηγορούμενό τους και ότι αποφάσισαν να πάνε για καφέ μετά τη λήξη της παρέλασης και την αναχώρηση της κοπέλας του. Ότι όλοι μαζί έφθασαν μέχρι το ….
πεζή, με σκοπό καταρχήν να συνοδεύσουν την ... στο σταθμό του μετρό για να μεταβεί στο σπίτι της και σε απόσταση 200 μ. περίπου είδαν 8-10 άτομα, παρέα της τελευταίας, να χτυπούν τις δύο γυναίκες και ότι το μόνο λάθος του ήταν το ότι δεν επενέβη για να τις γλυτώσει, ούτε κάλεσε την αστυνομία. Περαιτέρω, ο δεύτερος των κατηγορουμένων, δια του συνηγόρου του, αρνήθηκε και αυτός την εμπλοκή του στο συμβάν.
Στην ανακριτική απολογία του, παρουσία του συνηγόρου του, υποστήριξε ότι το γκλομπ και η αλυσίδα, που βρέθηκαν στην κατοχή του, δεν ήταν δικά του, αλλά τα βρήκε πεταμένα ανάμεσα σε χόρτα στο έδαφος και τα μάζεψε. Αντίθετα, στην προανακριτική απολογία του κατέθεσε αντιφατικά ότι το γκλομπ ήταν δικό του και το έφερε μαζί του, γιατί φορούσε μπλούζα του Ολυμπιακού και φοβόταν μήπως τον χτυπούσαν φίλαθλοι του Παναθηναϊκού και για προσωπική του προστασία, διότι τον είχαν κλέψει αρκετές φορές.
Όλα τα ανωτέρω περί δήθεν μη συμμετοχής των κατηγορουμένων στην προπεριγραφόμενη εγκληματική δράση σε βάρος των πολιτικώς εναγουσών κρίνονται όλως αναληθή, δεδομένου ότι δεν επιβεβαιώνονται από τις αποδείξεις, καθόσον οι εξετασθέντες ως μάρτυρες υπερασπίσεώς τους δεν ήταν παρόντες, αλλά κατέθεσαν όσα οι ίδιοι τους είχαν διηγηθεί και όσα γνώριζαν περί του βίου και του χαρακτήρα τους εν γένει.
Εξάλλου, ο ίδιος ο πρώτος των κατηγορουμένων, επιχειρώντας στην απολογία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και μέσω του συνηγόρου του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, να σκιαγραφήσει το άμεμπτο του χαρακτήρα του και τη θετική προσφορά του στην κοινωνία, ανέφερε ότι συνετέλεσε στη σύλληψη και καταδίκη δύο ατόμων, που αποπειράθηκαν να κλέψουν στην πόλη της …., ότι έχει υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ως καταδρομέας, ότι συμμετέχει σε ετήσιους πανελλήνιους στρατιωτικούς αγώνες εφέδρων αξιωματικών, καθώς και σε αγώνες Βουνού, στα πλαίσια εθελοντικής προσφοράς της οργάνωσης "...", προσκόμισε δε, δια του συνηγόρου του, πλήθος σχετικών εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν.
Παρά ταύτα, όμως, αυτός, απολογούμενος πρωτοδίκως, παραδέχθηκε ότι παρακολουθούσε τη βιαιοπραγία εναντίον δύο γυναικών από γνωστά του νεαρά άτομα και παρά ταύτα φοβήθηκε να εμπλακεί για να τις διασώσει, πεισθείς στις παραινέσεις μιας νεαρής κοπέλας, ακόμη δε δεν σκέφθηκε να καλέσει, έστω και με ανώνυμο τηλεφώνημα, την αστυνομία για να επέμβει ούτε, ακόμη, εκ των υστέρων, μετά την αποχώρηση των δραστών, παρέμεινε για να συνδράμει τις τραυματισμένες γυναίκες, αλλά αποχώρησε μαζί με τους δράστες.
Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις απολύτως πειστικές, σαφείς και λεπτομερείς καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, οι οποίες περιέγραψαν τους κατηγορούμενους και τις ενέργειές τους σε βάρος τους, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας η ενεργή συμμετοχή και των δύο κατηγορουμένων στην ομάδα των δραστών, που τους ανέμεναν και προέβησαν, κατά συναυτουργία, στις προπεριγραφείσες αξιόποινες πράξεις σε βάρος τους.
Η εξ αυτών, μάλιστα, Κ. Σ., κατέθεσε ότι οι κατηγορούμενοι έδειχναν να είναι οι επικεφαλής της ομάδας, δηλαδή αυτοί που ξεκίνησαν το επεισόδιο, όπως προαναφέρεται. Μάλιστα, ο πρώτος, Π. Μ., ήταν αυτός που επιχείρησε να "ελέγξει" τις παθούσες, απαιτώντας την επίδειξη των ταυτοτήτων τους και έδωσε, τρόπον τινά, το "σύνθημα" για την επίθεση και των λοιπών.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καταδεικνύεται η συνδρομή της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων που αποδίδονται στους κατηγορούμενους, οι οποίοι ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, διέπραξαν: Α) σε βάρος καθεμιάς των πολιτικώς εναγουσών τις σωματικές κακώσεις που προεκτίθενται, οι οποίες φέρουν το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, καθόσον, λόγω των μέσων που χρησιμοποίησαν για την τέλεσή τους (γρονθοκοπήματα και λακτίσματα), των πληγμάτων που επέφεραν σε όλα τα μέρη του σώματος τους, ακόμη και σε ευπαθή σημεία, όπως η κεφαλή, αλλά και της σφοδρότητας και της πολλαπλότητας τούτων, ήταν δυνατό να προκαλέσουν σε αυτές βαριά σωματική βλάβη ή ακόμη και κίνδυνο για τη ζωή τους και Β) ληστεία σε βάρος της Ε.
Μ. και απόπειρα ληστείας σε βάρος της Κ. Σ.. Ως προς την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της παράνομης οπλοχρησίας, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι λόγω αμφιβολιών, καθώς, όπως προεκτέθηκε, δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι χρησιμοποίησαν τα προαναφερόμενα αντικείμενα, που έχουν το χαρακτήρα όπλου κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2γ' ν. 2168/1993 ως αντικείμενα πρόσφορα για άμυνα ή επίθεση, για την πρόκληση σωματικών κακώσεων στις πολιτικώς ενάγουσες.
Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των παραπάνω αποδιδόμενων σ' αυτούς πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που τέλεσαν σε βάρος των δύο πολιτικώς εναγουσών, κατά συρροή από κοινού και της ληστείας από κοινού κατά συρροή, ήτοι μίας τετελεσμένης ληστείας σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Ε.
Μ. και απόπειρας ληστείας σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Κ. Σ., κατά πλειοψηφία, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες του ότι: "Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και με τους ανήλικους συναυτουργούς τους Α. Μ. και Ν. Β., με τον Ν. Κ. καθώς και άλλα τέσσερα [4] άτομα, προκάλεσαν με πρόθεση σε περισσότερα του ενός πρόσωπα σωματική βλάβη ή κάκωση της υγείας τους, οι δε πράξεις τους τελέστηκαν με μέσο και τρόπο, που μπορούσαν να προκαλέσουν στους παθόντες κίνδυνο για τη ζωή τους ή βαριά σωματική βλάβη.
Συγκεκριμένα, στην … στις 28-10-2011 και περί ώρα 14.30. προσέγγισαν τις διερχόμενες πεζές Σ. Κ. και Μ. Ε., τις οποίες δεν γνώριζαν, τις περικύκλωσαν, ώστε αυτές να μην έχουν διέξοδο διαφυγής και εντελώς απρόκλητα απευθύνοντάς τους υβριστικές φράσεις όπως "καριόλες Αλβανέζες", "καριόλες Αλβανίδες, μαλακισμένες, ήρθατε εδώ πέρα" και ζητώντας τους την επίδειξη ταυτοτήτων, απαίτηση στην οποία αυτές αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, ο πρώτος κατηγορούμενος [Π.
Μ.] χαστούκισε τη Μ. Ε., ενώ συγχρόνως ο δεύτερος εξ αυτών (Γ. Φ.) την έφτυσε στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να πέσει στο οδόστρωμα, στη συνέχεια δε, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία της αντιδράσει, λόγω της πτώσης, αλλά και του φόβου που της εμποίησαν, όλοι μαζί άρχισαν να τη χτυπούν στο πρόσωπο και το σώμα με γρονθοκοπήματα και λακτίσματα, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της, συγχρόνως δε ο 2ος τούτων, Γ.
Φ., χτύπησε την Κ. Σ. στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να επιπέσει η τελευταία επί του οδοστρώματος και, στη συνέχεια, όλοι μαζί άρχισαν να την χτυπούν στο πρόσωπο και το σώμα με γρονθοκοπήματα και λακτίσματα. Ενεργώντας ως ανωτέρω, προκάλεσαν στις ανωτέρω παθούσες πολλαπλά τραύματα στο κεφάλι και στο σώμα τους, ως εκ του τρόπου δε που έδρασαν και των μέσων που χρησιμοποίησαν, ήταν δυνατό να προκαλέσουν σ' αυτές κίνδυνο για τη ζωή τους ή τη βαριά σωματική τους βλάβη.
Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού και με τους ανήλικους συναυτουργούς τους Α. Μ. και Ν. Β., με τον Ν. Κ., καθώς και με άλλα τέσσερα (4) τουλάχιστον άγνωστα άτομα, με σωματική βία και με απειλές εναντίον δύο (2) προσώπων (α) αφενός μεν αφαίρεσαν από την κατοχή του ενός ξένα ολικά, ως προς αυτούς, κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, (β) αφετέρου δε επιχείρησαν κατά του ετέρου, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της ληστείας κατά συναυτουργία, πλην όμως η πράξη τους δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική τους βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά.
Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 28/10/2011 και περί ώρα 14:30. προσέγγισαν τις διερχόμενες πεζές Σ. Κ. και Μ. Ε., τις οποίες δεν γνώριζαν, τις περικύκλωσαν, ώστε αυτές να μην έχουν διέξοδο διαφυγής και απευθύνοντας τους υβριστικές εκφράσεις, όπως καριόλες Αλβανέζες και καριόλες Αλβανίδες, μαλακισμένες, ήρθατε εδώ πέρα και ζητώντας τους την επίδειξη ταυτοτήτων, απαίτηση, ζητώντας τους την επίδειξη ταυτοτήτων, απαίτηση, στην οποία αυτές αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, τις χτύπησαν στο πρόσωπο και στο σώμα με γρονθοκοπήματα και λακτίσματα, αφού προκάλεσαν σ' αυτές επικίνδυνες σωματικές βλάβες, κατά τα στην υπό στοιχ.
Α' πράξη εκτιθέμενα, υπό το κράτος του φόβου που εμποίησαν σ' αυτές, απέσπασαν βίαια από την κατοχή της Ε. Μ. την τσάντα που κρατούσε, η οποία περιείχε προσωπικά αντικείμενα, καθώς και το χρηματικό ποσό των 50 ευρώ, προκειμένου να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και επιχείρησαν να αρπάξουν από την τσέπη της Κ. Σ. το κινητό της τηλέφωνο, για να το ιδιοποιηθούν παράνομα, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε, γιατί η παθούσα έπεσε με το βάρος του σώματος της πάνω στο κινητό της τηλέφωνο, με αποτέλεσμα η αφαίρεσή του να καταστεί δυσχερής".
Ως προς την αναίρεση του Γ. Φ. του Φ. με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τις πράξεις της ληστείας από κοινού , τετελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1,27 παρ.1,42 παρ.1, 45, 94 και 380 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα αναφέρονται: 1] Ως προς την αξιόποινη πράξη της από κοινού απόπειρας ληστείας σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας Κ. Σ.: α] η κάμψη της αντίστασης αυτής από αυτόν και τον συναυτουργό του, με κτυπήματα στο πρόσωπο και στο σώμα, με γρονθοκοπήματα και λακτίσματα καθώς και απειλές που εξαπέλυσαν εναντίον της αλλά και με σωματική βία σε βάρος της προκειμένου να την εξαναγκάσουν να τους παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο για να το ιδιοποιηθούν παράνομα και β] η μη αφαίρεση του κινητού τηλεφώνου από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους επειδή η παθούσα έπεσε με το σώμα της πάνω στο κινητό της τηλέφωνο με αποτέλεσμα η αφαίρεσή του να καταστεί δυσχερής. 2] Ως προς την αξιόποινη πράξη της ληστείας από κοινού:
α] η κάμψη της αντίστασης της παθούσας Ε. Μ. με τον παραπάνω τρόπο, β] η αφαίρεση της τσάντας της που περιείχε προσωπικά της αντικείμενα και το χρηματικό ποσό των 50 ευρώ και γ] η παράνομη ιδιοποίηση των προσωπικών αντικειμένων και του χρηματικού αυτού ποσού.
Συνεπώς, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, πλήρως αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε'ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα Γεώργιο Φουρνάρο κρίση της για τις αμέσως παραπάνω αξιόποινες πράξεις, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.Οι λοιπές εκτιθέμενες στους πέμπτο, έκτο ένατο και ενδέκατο λόγους της αναίρεσης, εκτενείς αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, και περί αντιφατικών αιτιολογιών καθόσον εξ αυτών συνάγονται κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική του κρίση εκτός των άλλων και στις από 28-10- 2011 και από 29-10-2011 προανακριτική και ανακριτική του απολογίες αντίστοιχα, ήτοι σε έγγραφα τα οποία δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο.
Οι λόγοι αυτοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι όσα δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδειχθέντα "προέκυψαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων καθώς και από τα έγγραφα, που νόμιμα αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται η προανακριτική και ανακριτική απολογία του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, αλλά συγκαταλέγεται η αναγνωσθέντα απόφαση μετά των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου εμπεριέχεται τόσο η επ' ακροατηρίου απολογία του πρώτου αναιρεσείοντος - συγκατηγορουμένου του όσο και η κατάθεση της μαρτύρα υπερασπίσεως - μητέρας του από τις οποίες, συνεκτιμηθείσες από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τις λοιπές αποδείξεις, το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και επομένως δεν παραβιάστηκε το παραβιάστηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα του αναίρεσείοντος, διότι με την ανάγνωση αυτή του παρασχέθηκε η δυνατότητα να ασκήσει ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του τα απορρέοντα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα.
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω παραβίασης του ουσιαστικού δεδικασμένου που προκύπτει από την με αριθμό 225/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων, με την οποία αθωώθηκαν οι συγκατηγορούμενοι του αναίρεσείοντος, φερόμενοι ως συναυτουργοί στην τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της ληστείας τετελεσμένης και σε απόπειρα σε βάρος των πολιτικώς εναγουσών.
Όμως από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την ύπαρξη δεδικασμένου από την αμετάκλητη δικαστική απόφαση αποτελεί, εκτός άλλων, η ταυτότητα του προσώπου, δηλαδή αυτού που η δίωξή του τερματίστηκε αμετάκλητα και εκείνου που ήδη διώκεται. Έτσι, δεν παράγεται δεδικασμένο, λόγω μη ταυτότητας προσώπου από την αμετάκλητη καταδίκη κάποιου ως αυτουργού υπέρ άλλου που κατηγορείται ως συναυτουργός.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων κατηγορουμένων και επομένως δεν παράγεται δεδικασμένο από την 225/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Δικαστηρίου Ανηλίκων. Άλλωστε η αναφορά τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι ανήλικοι Α. Μ. και Ν. Β., ενήργησαν ως συναυτουργοί με τους ενήλικους αναιρεσείοντες συναυτουργούς στην τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μεταβάλλει την περί ενοχής αυτών κρίση και συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
ΣΤ' λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, γιατί επιδίκασε στις πολιτικώς ενάγουσες Ε. Μ. και Κ. Σ., ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 44 ευρώ, το οποίο είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως, ενώ έπρεπε να επιδικάσει μικρότερο ποσό, γιατί αυτός αθωώθηκε για την πράξη της οπλοχρησίας που του αποδίδονταν.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος διότι η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως από το εφετείο ποσού ίσου ύψους με το επιδικασθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και αν επιβλήθηκε μικρότερη ποινή λόγω αθώωσης για μία από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο ο αναιρεσείων, δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσεώς του, πολύ περισσότερο όταν οι πολιτικώς ενάγουσες είχαν ζητήσει την επιδίκαση ενός συμβολικού ποσού, επιφυλασσόμενες να ζητήσουν το υπόλοιπο από τα πολιτικά δικαστήρια, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο σ' αυτήν την περίπτωση, δεν υπερβαίνει την εξουσία του και έτσι δεν δημιουργείται υπέρ του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Η' λόγος αναιρέσεως [ΑΠ957/2016, ΑΠ 662/2011]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 548 του ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί τις προπαρασκευαστικές αποφάσεις του. Τέτοια είναι και η απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου.
Συνεπώς και η απόφαση αυτή, είναι ελευθέρως ανακλητή, μπορεί δε να είναι και σιωπηρή με την έννοια ότι η υπόθεση επανεισάγεται προς συζήτηση και το δικαστήριο ερευνά την υπόθεση χωρίς να εμμείνει στην περί αναβολής απόφασή του, αρκούμενο στις υπάρχουσες αποδείξεις, χωρίς τις νέες που διέταξε όπως αυτοπρόσωπη εμφάνιση των κατηγορουμένων προκειμένου να κληθούν οι παθούσες για να αναγνωρίσουν ή όχι στο πρόσωπο τους τους δράστες των σε βάρος τους αξιοποίνων πράξεων. Παρέπεται δε εντεύθεν, ότι μετά την επανεισαγωγή της υποθέσεως και την κλήτευση του κατηγορουμένου να παραστεί στη μετά την διακοπή δικάσιμο, τυχόν πρόταση του εισαγγελέα της έδρας είναι περιττή, το δε δικαστήριο δεν υποχρεούται να εκδώσει απόφαση σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένη, πολύ δε περισσότερο να δώσει τον λόγο στον κατηγορούμενο να λάβει θέση, εκτός εάν αυτός επανυποβάλλει το αίτημα διακοπής ή αναβολής [ΑΠ 1669/2011].
Συνεπώς, ο συναφής δέκατος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην ανάκληση της αποφάσεως αυτής και έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας ανακλητικής απόφασης και κατά το σκέλος αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο δωδέκατος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'ΚΠΔ, καθόσον η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης ως ένα από τα κριτήρια κατά την επιμέτρηση της ποινής [άρθρο 79 παρ.3 ΚΠΔ] ότι ο αναιρεσείων μαζί με τους συγκατηγορουμένους του υποκινήθηκε αποκλειστικά και μόνο από ρατσιστικό μίσος στην τέλεση των εγκλημάτων σε βάρος των παθουσών αλβανικής καταγωγής, για τα οποία καταδικάστηκε, δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας.
Τέλος, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την κατά το άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί ενοχής κρίση του, μεταξύ άλλων και τα εξής έγγραφα: "...25] Το από 23-9-2014 ιατρικό σημείωμα της Α' Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου ….
Νοσοκομείο...26] το από 25- 11-2000 ενημερωτικό σημείωμα του Νοσοκομείου Παίδων … "..."...27]τέσσερις[4] ιατρικές γνωματεύσεις από Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Παίδων "..." ψυχοπαιδαγωγικό Κέντρο "..." και από Γ.Ν…. "..."...28] το από 143011/7-5-2010 προσωρινό απολυτήριο ακατάλληλων τυχόντων αναβολής της 7ης Μ IK ΤΑΞ.ΠΙ....29] ιατρικά πιστοποιητικά, γνωματεύσεις και εξετάσεις, τα οποία όμως δεν προσδιορίζονται με επάρκεια κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, με συνέπεια να μην έχει ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα και εξ αυτού του λόγου να επέλθει απόλυτη ακυρότητα.Με την ανωτέρω όμως αναφορά των εγγράφων αυτών ως αναγνωστέων ενόψει και της αρίθμησής τους, προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενο τους στον κατηγορούμενο, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, αναφορικά με το περιεχόμενο τους γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης [ΑΠ 1750/2018].
Επομένως ο ως άνω λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του, ζήτησε να αναγνωρισθούν σ' αυτόν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 133 και 36 του ΠΚ [μετεφηβικής ηλικίας και μειωμένης ικανότητας για καταλογισμό].
Όσον αφορά τον δεύτερο αυτοτελή ισχυρισμό αν και προβλήθηκε με αναφορά μόνο της σχετικής διατάξεως χωρίς επίκληση πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αυτόν με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δη με το σκεπτικό ότι: "ο αναιρεσείων είχε απόλυτη επίγνωση και συνείδηση των πράξεών του και πλήρη δυνατότητα να κρίνει σχετικά με το δίκαιο ή τον άδικο χαρακτήρα τους, χωρίς να τον εμποδίζει το επικαλούμενο πρόβλημα υγείας του, για το οποίο δεν επικαλέστηκε ότι επηρεάζει την ψυχική ή πνευματική του υγεία ή ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών του υπέστη επιληπτικό παροξυσμό ή συναφές επεισόδιο απορρύθμισης του εγκεφάλου ενώ και τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκόμισε και αναγνώσθηκαν αναφέρονται σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της τέλεσης των πράξεών του και δεν αποδείχθηκε ότι η κατάσταση της συναισθηματικής διαταραχής προϋπήρχε και κατά το χρόνο τέλεσης αυτών", απορριπτομένων μετά απ' αυτά των πρώτου ως προς δεύτερο σκέλος του και τρίτου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ',με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Ως προς τον πρώτο όμως αυτοτελή ισχυρισμό ενόψει της ισχύουσας από 1-7- 2019 διάταξης του άρθρου 133 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "όταν ο δράστης κατά το χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί: α] να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων [άρθρο 54] εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β] να επιβάλει μειωμένη ποινή [άρθρο 83].
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. Β' του άρθρου 130" και η οποία είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης διάταξης του προισχύσαντος ΠΚ, σύμφωνα με την οποία νεαροί εγκληματίες θεωρούνταν όσοι έχουν συμπληρώσει το 18° όχι όμως και το 21° έτος της ηλικίας τους και με δεδομένο ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο εδώ αναιρεσείων κατά το χρόνο τέλεσης των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων της ληστείας και της απόπειρας ληστείας, είχε μεν συμπληρώσει το 21ο (λόγο για τον οποίο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του) όχι όμως και το 25 έτος της ηλικίας του, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή από το παρόν Δικαστήριο [άρθρο 511 εδ.
τελευταίο] της επιεικέστερης ως άνω διάταξης του άρθρου 133 Π Κ, που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης να αναιρεθεί αυτή ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινών για τις ως άνω πράξεις.
Περαιτέρω, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος των πολιτικώς εναγουσών, για την οποία επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το έγκλημα αυτό, λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως διαζευτικώς των εννόμων αγαθών των παθουσών, των οποίων επήλθε η διακινδύνευση, δημιουργήθηκε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης, που τελικά δέχτηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 Π Κ στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως [ΑΠ 405/2018, 324/2014].
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρέλκουσας της έρευνας του έβδομου λόγου της αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη:
α] ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινών για την πράξη της ληστείας από κοινού τετελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή, β] μόνο ως προς τις καταδικαστικές για τον αναιρεσείοντα διατάξεις της για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή και γ] ως προς τη διάταξή της περί επιβολής σ' αυτόν συνολικής ποινής για τις ως άνω πράξεις καθώς και κατά τη διάταξή της περί καταβολής απ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης στις παθούσες - πολιτικώς ενάγουσες και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αιτήσεως αναιρέσεως αυτού.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους......
Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ] οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ το συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος [ΑΠ 72/2017, ΑΠ 1301/2014].
Στην προκειμένη περίπτωση ο κατά τα ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 4 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Γ. Φ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 309 του Π Κ με συνέπεια να στερείται νομίμου βάσεως η προσβαλλομένη απόφαση, ο οποίος έγινε δεκτός, δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του ως άνω αναιρεσείοντος, αλλά αφορά και το πρόσωπο του συγκαταδικασθέντος για τις ίδιες πράξεις συμμετόχου-συναυτουργού σ' αυτές Π. Μ., καταδικασθέντος μάλιστα στις ίδιες ποινές με τον αναιρεσείοντα.Επομένως, το ευεργετικό αποτέλεσμα του ως άνω ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ένδικης αναιρέσεως, πρέπει, κατ'άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί και στον προαναφερθέντα, συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα στην δευτεροβάθμια δίκη και ωφελούμενο Π. Μ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: α) την από 19.6.2019 (αριθμ. Πρωτ. 46/19.6.2019) αίτηση του Π. Μ. του Σ., για αναίρεση της με αριθμό 3967/23.10.2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγουσών εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3967/23.10.2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Φ. του Φ. και δη μόνο: α) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινών για την πράξη της ληστείας από κοινού τετελεσμένης και σε απόπειρα κατά συρροή, β) ως προς τις καταδικαστικές για τον αναιρεσείοντα διατάξεις της για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή και γ) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής σ' αυτόν συνολικής ποινής για τις ως άνω πράξεις και κατά τη διάταξή της περί καταβολής απ' αυτόν χρηματική ικανοποίησης στις παθούσες πολιτικώς ενάγουσες.
Επεκτείνει με την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας αποφάσεως και στον καταδικασθέντα συγκατηγορούμενο αυτού Π. Μ. του Σ..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21-6-2019 [αριθμ.πρωτ.Ε.Μ 695/2019] αίτηση του Γ. Φ. του Φ., για αναίρεση της αμέσως παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών καθώς και τους από 19-9-2019 πρόσθετους λόγους αυτής, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ