Legislator Case Law & Legislation
1659/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague claim of document distortion without diagnostic error.

Case Number 1659/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request for cassation against the Third Athens Court of Appeal's decision. The appellants alleged the lower court distorted a 2014 deed by adding facts not present in the agreement, but failed to prove a diagnostic error or reliance on the document as the sole basis. The court ruled that such claims are inadmissible when not supported by specific grounds regarding the document's content or the court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 496, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal for cassation is inadmissible if the grounds are vague and fail to demonstrate a diagnostic error or exclusive reliance on a document alleged to be distorted.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds diagnostic error document distortion Code of Civil Procedure evidence evaluation legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 496 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1659 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1659/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Π., κατοίκου Μ. Α., 2) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ε. Ι. Α., που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ατομικά αλλά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ε. Κ. και 2) Ε. Κ. του Ν., ατομικά αλλά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Ε. Κ. και 3) Ν. Κ. του Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Χαλκιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2016 αγωγή του αρχικού διαδίκου και των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. ... αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 26.6.2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων.

Κατά το άρθρο 495 παρ.1 και 2 ΑΚ το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση (παρ.1) για δε την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται, σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει.

Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της εκθέσεως και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση (παρ.2). Περαιτέρω κατά το άρθρο 564 παρ.1 του ίδιου Κώδικα "αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης".

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 490/2013, ΑΠ 1733/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσιβλήτους, υπ' αριθμ. ...

έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Μ., προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμόν ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, επιδόθηκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα τόσο ατομικά όσο και υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της τρίτης αναιρεσείουσας στις 2.10.2019, αυτοί δε άσκησαν, κατά της εν λόγω αποφάσεως, την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στις 11.12.2019, όπως τούτο προκύπτει από την οικεία πράξη καταθέσεως στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου Αθηνών, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζομένης στο άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔικ τριακονθήμερης γνήσιας προθεσμίας και συνακόλουθα οι δεύτερος αναιρεσείων και τρίτη αναιρεσείουσα εξέπεσαν του οικείου δικαιώματός τους (άρθρ. 151 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου, κατά τα οριζόμενα στη νομική σκέψη, πρέπει η αναίρεση, κατά το άρθρο 577 παρ.2 του ίδιου κώδικα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους ανωτέρω δύο αναιρεσείοντες αυτεπαγγέλτως αλλά και κατά παραδοχή του οικείου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων.

Οι ως άνω αναιρεσείοντες, πρέπει να καταδικαστούν, λόγω ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής κατ' άρθρ. 140 επ.

ΑΚ αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (241 παρ. 1 ΑΚ), στην περίπτωση όμως που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση, που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής (ΑΠ 2/2016, ΑΠ 654/2011, ΑΠ 674/1993).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 367/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρία με την επωνυμία "……" και το διακριτικό τίτλο "Ε.. Κ. Α.." συστήθηκε το 1998 (βλ υπ' αρ. …/28.5.1998 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ), έχει καταβεβλημένο κεφάλαιο 300.000 ευρώ, διηρημένο σε 10.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ η καθεμιά και εδρεύει στην…..

Η εν λόγω εταιρία, στην οποία οι ενάγοντες ετύγχαναν μέτοχοι, διατηρεί μονάδα Ιχθυοκαλλιέργειας στην περιοχή της…, δυναμικότητας 150 τόνων ετησίως, δυνάμει των … αποφάσεων του Νομάρχη Φθιώτιδας. Η ανωτέρω εταιρία ήδη από το έτος 2002 διατηρούσε εμπορική συνεργασία με την τρίτη εναγομένη. Μάλιστα η Κ. Κ., κόρη του Ε.

Κ. (αρχικού ενάγοντος), εργαζόταν στην τρίτη εναγομένη ως υπάλληλος από 14-2-2014 έως Σεπτέμβριο του έτους 2015. Λόγω οικονομικών προβλημάτων η "Ε.. Κ. Α.." προσέφυγε σε τραπεζικό δανεισμό ύψους περίπου 663.343,89 ευρώ, οι δε ενάγοντες (αρχικός ενάγων και λοιποί) δεσμεύονταν με συμβάσεις εγγύησης για την καταβολή της οφειλής, η οποία ρυθμίστηκε με την πιστώτρια Αγροτική Τράπεζα δυνάμει της από 31/12/2003 Πρόσθετης Πράξης Ρύθμισης Οφειλών και ανήλθε κατά το χρόνο της ρύθμισης στο ποσό 735.888,89 ευρώ.

Ειδικότερα, ο Ε. Κ., αρχικώς ενάγων, υπήρξε εν ζωή εγγυητής και ο τέταρτος των εναγόντων, ομοίως, είναι ατομικά εγγυητής των υποχρεώσεων της ως άνω εταιρείας, οι δε δεύτερος και τρίτος λόγω κληρονομικής διαδοχής της μητέρας τους Ε. Κ., η οποία ήταν (εκείνη) εγγυήτρια. Η εταιρία "Ε.. Κ. Α..Ε.." υπέγραψε με την τρίτη εναγομένη το από 31-3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό παραχώρησης χρήσης μονάδος, με το οποίο συμφωνήθηκε, ότι η εταιρία "…...

θα καταβάλει στην εταιρία "Ε.. Κ. Α." ετήσιο μίσθωμα ύψους 152.000 ευρώ για τη χρήση ολόκληρης της μονάδας εκτροφής ιχθύων, εκ του οποίου ποσό 129.000 ευρώ θα καταβάλλεται την 31/12 εκάστου έτους στην Αγροτική Τράπεζα σε εξόφληση του τραπεζικού δανεισμού της εταιρίας. Ακολούθως, η εταιρεία "Ε.. Κ. Α..Ε.." υπέγραψε με την Αγροτική Τράπεζα την από …2006 σύμβαση εκχώρησης μισθωμάτων, με την οποία η εταιρία "Ε..

Κ. Α..Ε.." εκχώρησε στην Αγροτική Τράπεζα τα ανωτέρω μισθώματα, ως προς το ποσό 129.000 ευρώ ετησίως, προς εξόφληση του δανεισμού της, η δε Αγροτική Τράπεζα προέβη στην αναγγελία της εν λόγω εκχώρησης. Το έτος 2008 η τρίτη εναγομένη, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και μέλος του διοικητικού της συμβουλίου ο πρώτος εναγόμενος, έπαυσε να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα στην Αγροτική Τράπεζα, ενώ στις 20-10-2008 υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση για υπαγωγή της στη διαδικασία συνδιαλλαγής (άρθρο 99 ν. 3588/2007), η οποία έγινε εν τέλει δεκτή με την υπ' αριθμόν … απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πλην, όμως, δεν κατέστη δυνατόν να εξυγιανθεί η επιχείρηση.

Κατόπιν των έντονων διαμαρτυριών του Ε. Κ., ο οποίος πληροφορήθηκε, ότι η τρίτη εναγομένη σταμάτησε να καταβάλει μισθώματα, με αποτέλεσμα την μη εξόφληση των δόσεων του δανείου της εταιρίας του προς την Αγροτική Τράπεζα, το φθινόπωρο του έτους 2013 ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης έχοντας αποφασίσει να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση μίσθωσης μη καταβάλλοντας τα οφειλόμενα μισθώματα προς την Αγροτική Τράπεζα, που μέχρι τότε ανέρχονταν στο ποσό των 645.000 ευρώ αλλά και (έχοντας αποφασίσει) να σφετεριστεί τις μετοχές της εταιρίας "Ε..

Κ. Α." που ανήκαν στον αρχικώς ενάγοντα και τους λοιπούς ενάγοντες, τους ενημέρωσε ότι η τρίτη εναγομένη θα υπέβαλε νέα αίτηση για να υπαχθεί στο καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, προκειμένου να ρυθμιστούν οι απαιτήσεις των πιστωτών της. Τους παρέστησε δε εν γνώσει του ψευδώς, ότι στη συμφωνία εξυγίανσης, την οποία η ως άνω εταιρία σκόπευε να υποβάλει προς επικύρωση θα ήταν συμβαλλόμενη πιστώτρια και η ως άνω Αγροτική Τράπεζα, τελούσα ήδη υπό εκκαθάριση και θα ρυθμιζόταν η απαίτηση της κατά της τρίτης εναγομένης, η οποία αφορούσε τα εκχωρηθέντα μισθώματα με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιηθεί η εγγυητική ευθύνη αυτών.

Περαιτέρω, παρέστησε, επίσης, εν γνώσει του ψευδώς σ' αυτούς, ότι θα τους παρείχε ασφάλεια δια της φερέγγυας και οικονομικά εύρωστης επιχείρησης με την επωνυμία "….", η οποία διατηρούσε εργοστάσιο παραγωγής Ιχθυοτροφών στη Βιομηχανική Περιοχή …επί ακινήτου ιδιοκτησίας της και κατά τις ψευδείς παραστάσεις του δεύτερου εναγομένου διέθετε περιουσία, σημαντικό κύκλο εργασιών, δικό της μηχανολογικό εξοπλισμό, ξεχωριστό πελατολόγιο σε σχέση με την εταιρία "Ε.

Ι. Α..Β..Ε..Ε..". Σε περίπτωση δε ενδεχόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας των ως άνω εναγόντων, η προαναφερόμενη εταιρία στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας μετείχε και ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος, θα προσέφερε από τη δική της περιουσία την αξία της απαίτησης του δανειστή, προς ικανοποίηση της οποίας εκείνος επισπεύδει την εκτέλεση.

Ως αντάλλαγμα για τις διαμεσολαβήσεις στη ρύθμιση του χρέους προς την Αγροτική Τράπεζα και την παροχή της ασφάλειας, ο δεύτερος εναγόμενος πρότεινε στον αρχικώς ενάγοντα και τους λοιπούς ενάγοντες να εξαγοράσει η τρίτη εναγομένη τις ανώνυμες μετοχές τους στην εταιρία "Ε.. Κ. Α." αντί χαμηλότερου τιμήματος και συγκεκριμένα αντί του ποσού των 70.000 ευρώ.

Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, ενώ το αληθές, το οποίο γνώριζε ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης, ήταν ότι στη συμφωνία εξυγίανσης με τους πιστωτές, την οποία ήδη προετοίμαζε, αφού αυτή υπεγράφη στις 28-2-2014 (μία ημέρα μετά τη σύναψη της συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια) μεταξύ της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας και των πιστωτών, ότι η Αγροτική Τράπεζα, υπό εκκαθάριση, δεν θα ήταν συμβαλλόμενη.

Ειδικότερα, στη συμφωνία εξυγίανσης, που υπεβλήθη στο δικαστήριο προς επικύρωση σύμφωνα με το άρθρο 106β του Πτωχευτικού Κώδικα, ως ίσχυε, με αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας δεν ήταν συμβαλλόμενη η ως άνω Αγροτική Τράπεζα υπό εκκαθάριση για την απαίτηση της από τα εκχωρηθέντα μισθώματα, αλλά ούτε και με την ενλόγω συμφωνία ρυθμιζόταν η απαίτηση αυτή.

Ειδικότερα, η συνολική απαίτηση της Αγροτικής Τράπεζας υπό εκκαθάριση, που περιελήφθη προς ρύθμιση στην από 28-2-2014 συμφωνία εξυγίανσης ανερχόταν στο ποσό των 1.505.235,81 ευρώ και προερχόταν από άλλες αιτίες και δη α) από την με αριθμό …πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών και β) την με αριθμό ….σύμβαση, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την από 11-5-2006 σύμβαση εκχώρησης μισθωμάτων μεταξύ της εταιρίας "Ε..

Κ. Α." και της Αγροτικής Τράπεζας σε συνδυασμό με το από 31 -3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό χρήσης μονάδας, που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρίας "Ε.. Κ. Α." και της τρίτης εναγομένης. Από την με αριθμό ….βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας υπό εκκαθάριση προκύπτει ότι το χρέος της εταιρίας "Ε.. Κ. Α." προς την Αγροτική Τράπεζα δεν μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς αλλά παρέμεινε στην Αγροτική υπό εκκαθάριση.

Από την με αριθμό …βεβαίωση της Αγροτικής Τράπεζας υπό ειδική εκκαθάριση αποδεικνύεται ότι η οφειλή της εταιρίας "Ε.. Κ. Α." προς την τράπεζα ανήρχετο στις 12-3-2013 στο ποσό των 707.222,62 ευρώ με τελευταία καταβολή την 14-1-2008, ποσού 130.815,16 ευρώ. Η καταβολή αυτή έγινε από την τρίτη εναγομένη σε εξόφληση μέρους της οφειλής της από τα μισθώματα προς την εκδοχέα Αγροτική Τράπεζα.

Επίσης, όσον αφορά την εταιρία με την επωνυμία "….." ο δεύτερος εναγόμενος, που όπως αναφέρθηκε κατά την επίδικη περίοδο ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής γνώριζε, ότι όσα περί φερεγγυότητας, οικονομικής ευρωστίας και αυτοτέλειας και ευρύ κύκλου εργασιών δεν ήταν αληθή. Αποδείχτηκε, ότι ο κυριότερος πελάτης της τέταρτης εναγομένης, της οποίας το αντικείμενο ήταν η πώληση ιχθυοτροφών, ήταν η εταιρία "Ε.

Ι. Α..Β..Ε..Ε.." και δευτερευόντως μια σειρά από εταιρίες συμφερόντων του δευτέρου εναγόμενου μερικές από τις οποίες ήταν οι "………….". Οι ανωτέρω εταιρίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η τέταρτη εναγομένη, δεν ήταν ανεξάρτητες από την εταιρεία "Ε. Ι. Α..Β..Ε..Ε.." αλλά παραγωγικά και οικονομικά ήταν εξαρτημένες από αυτήν ενώ τα λογιστικά τους βιβλία τα κρατούσε το λογιστήριο της εταιρείας "Ε.

Ι. Α..Β..Ε..Ε.." Εκτός λοιπόν της εταιρείας "Ε. Ι. Α..Β..Ε..Ε." και των εταιριών συμφερόντων του δευτέρου εναγομένου, η εταιρία "E. Α..Β..Ε..Ε." είχε ελάχιστους και περιστασιακούς άλλους πελάτες. Σημειώνεται, ότι πριν την υπογραφή του από 27-2-2014 συμφωνητικού μεταβίβασης μετοχών, η εταιρία E. Α..Β..Ε..Ε. βρισκόταν σε αδυναμία να πληρώσει το βασικό προμηθευτή της, ήτοι την εταιρία "N. I.

A.", ο οποίος είχε προς εξασφάλιση των αξιώσεων της ενέχυρο στο 100% των μετοχών της ….και υποθήκη στο ακίνητο της εν λόγω εταιρίας, ενώ, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. …έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Σ. Χ. και την ….έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α.

Δ., η εταιρία "Ε. Ι. Α..Β..Ε..Ε.." προέβη σε εκχώρηση προς την εταιρία "N. I. A." δικών της απαιτήσεων επιστροφής ΦΠΑ από το Ελληνικό Δημόσιο, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της εταιρίας "N. I. A." κατά της εταιρίας "E. Α..Β..Ε..Ε.", ώστε η τελευταία να μπορέσει να προμηθευτεί πρώτες ύλες από την εταιρία "N. I. A." και να συνεχίσει να λειτουργεί, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αρνείται ειδικά κάποιος εκ των εναγομένων.

Συνεπώς, αφού η τρίτη εναγομένη εταιρία (και οι προαναφερθείσες εταιρίες συμφερόντων του δευτέρου εναγομένου) αδυνατούσε να πληρώσει τους προμηθευτές της, αδυνατούσε να πληρώσει και την εταιρία "E. Α..Β..Ε..Ε.." η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν υπερχρεωμένη στον δικό της προμηθευτή την εταιρεία "N. I. A.". Εξάλλου, στην προαναφερθείσα σύμβαση εξυγίανσης και το περιλαμβανόμενο σε αυτήν επιχειρηματικό σχέδιο προβλεπόταν η συγχώνευση της τέταρτης εναγομένης με την τρίτη εναγομένη.

Άλλωστε, η έλλειψη φερεγγυότητας της τέταρτης εναγομένης επιβεβαιώθηκε με την έκδοση της με αριθμό ..απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατόπιν της αίτησης της N. I. A.), δυνάμει της οποίας η εν λόγω εταιρεία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 106 ια του Πτωχευτικού Κώδικα, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο.

Υπογραμμίζεται ότι άπαντα τα ανωτέρω, επιβεβαιώνονται από την υπ' αριθ. …απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία απέρριψε (επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) την αίτηση εξυγίανσης της τρίτης εναγομένης, επειδή κρίθηκε μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω συμφωνία εξυγίανσης είναι αποτέλεσμα αθέμιτης συμπεριφοράς του οφειλέτη (της τρίτης εναγομένης).

Ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες, κάτοικοι …ζώντας μακριά από τις επιχειρηματικές εξελίξεις των Αθηνών, στερούμενοι ειδικότερων οικονομικών γνώσεων, αλλά ταυτόχρονα ευρισκόμενοι σε οικονομική ανάγκη πείστηκαν με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του δεύτερου εναγομένου ενεργούντος ως εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης και προέβησαν στην κατάρτιση της επίδικης ιδιωτικής συμφωνίας, στην οποία δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια.

Η συμφωνία αυτή υπεγράφη στις 27-2-2014 και ως συμβαλλόμενοι εμφανίζονται ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες ως πωλητές και ως αγοραστής, ο πρώτος εναγόμενος, Χ. Μ., συγγενής εξ αγχιστείας του δεύτερου εναγομένου (πατέρας του συζύγου της κόρης του) και στενός συνεργάτης του. Ο τελευταίος, όπως όλοι συμφώνησαν, δηλαδή οι ενάγοντες, ο δεύτερος εναγόμενος ως εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης και ο Χ.

Μ., θα αγόραζε και θα αποκτούσε την κυριότητα των μετοχών εικονικά, ενώ στην πραγματικότητα αγοράστρια των μετοχών θα ήταν η τρίτη εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εναγόμενο, στην οποία κατά τη συμφωνία θα μεταβιβαζόταν η κυριότητα και θα παραδίδονταν οι μετοχές. Το γεγονός τούτο, το ότι δηλαδή η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε όχι με τον εμφανιζόμενο αγοραστή αλλά με το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, δηλαδή την τρίτη εναγομένη, δεν το αμφισβητεί ούτε ο δεύτερος εναγόμενος, ούτε ο εμφανιζόμενος ως αγοραστής, Χ.

Μ., αφού στην από 29-7-2016 εξώδικη διαμαρτυρία, την οποία απηύθυνε προς τους ενάγοντες επικαλείται, ότι εκείνος υπέγραψε τη συμφωνία μεταβίβασης μετοχών κατόπιν παράκλησης του Ι. Κ. (δεύτερου εναγομένου), ο οποίος του ζήτησε να τον εξυπηρετήσει και να αγοράσει τύποις τις μετοχές για λόγους εσωτερικής διαχείρισης.

Άλλωστε και σε άλλες συμβάσεις εμφανιζόταν ως αγοραστής αντί της πραγματικής αγοράστριας τρίτης εναγομένης, όπως στην περίπτωση της αγοράς μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ". Προς επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να αναφερθεί, ότι το τίμημα της πώλησης των μετοχών δεν το κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, δεν θα ηδύνατο, άλλωστε, αφού αντιμετώπιζε πλείστα οικονομικά προβλήματα, αλλά η τρίτη εναγομένη, η οποία δια του νομίμου εκπροσώπου της και δεύτερου εναγομένου, αφού παρέλαβε τις μετοχές, εξέδωσε επιταγές της τράπεζας … BANK εις διαταγήν της, χάριν καταβολής του τιμήματος, τα ποσά των οποίων εισέπραξαν οι πωλητές ως νόμιμοι κομιστές τους.

Πλέον συγκεκριμένα, ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες με το από 27-2-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα εικονικά, στον πρώτο εναγόμενο 9.200 ανώνυμες μετοχές (ποσοστό 92% επί του μετοχικού κεφαλαίου) της ανωτέρω εταιρίας "Ε.. Κ. Α." και συγκεκριμένα ο Ε. Κ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, 8.400 μετοχές, ο Λ.

Κ. 300 μετοχές, ο Ε. Κ. 300 μετοχές και ο Ν. Κ. 200 μετοχές στον εμφανιζόμενο αγοραστή Χ. Μ. αντί τιμήματος ποσού 70.000 ευρώ. Στο προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό συμβλήθηκε και η τέταρτη εναγομένη εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εναγόμενο. Ειδικότερα, με τον όρο 4 του συμφωνητικού πώλησης των επίμαχων μετοχών, υποσχέθηκε η εταιρεία "E. Α..Β..Ε..Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Ι.

Κ., ότι σε ενδεχόμενη αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της ακίνητης περιουσίας των πωλητών για χρέη της εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Υ. Λ. Λ.-Ε.. Κ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο "Ε.. Κ. Α." που οι πωλητές εγγυήθηκαν με την ατομική τους περιουσία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εμποδίσει την αναγκαστική εκτέλεση προσφέροντας στον επισπεύδοντα την αξία της υπό εκτέλεση ακίνητης περιουσίας, όσο αυτή αποτιμάται κατά τον χρόνο της εκτέλεσης και ότι σε περίπτωση που διεξαχθεί αναγκαστική εκτέλεση αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στον θιγόμενο πωλητή την αξία του ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε, όσο αυτή αποτιμάται κατά τον χρόνο της εκτέλεσης.

Κατόπιν αυτών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε, ότι οι επίδικες συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών δεν ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και πρώτου εναγομένου έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα προβάλλουν οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσης τους (υπό στοιχείο Β), ο οποίος μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι η πλανημένη αντίληψη του αρχικώς ενάγοντος και των λοιπών εναγόντων σχετικά με τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις του δεύτερου εναγομένου διατηρήθηκε και μετά τις 27-2-2014, οπότε συνήφθη το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα, η απάτη αποκαλύφθηκε και οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι η Αγροτική Τράπεζα υπό εκκαθάριση δεν ήταν συμβαλλόμενη στη συμφωνία εξυγίανσης για την απαίτηση από τα εκχωρηθεντα μισθώματα, ούτε είχε ρυθμιστεί η εν λόγω απαίτηση, όταν πλέον δημοσιεύθηκε η με αριθμό ...

απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τον Ιούλιο του έτους 2015. Το Εφετείο συζήτησε την υπόθεση στις 21-5-2015 και ακολούθως απέρριψε την έφεση των στη δίκη εκείνη εκκαλούντων, εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ι. Α..Β..Ε..Ε.., «Ι.. Κ.. και N. L.. Η ως άνω απορριπτική απόφαση του Εφετείου, όπως αναφέρθηκε, επικύρωσε την με αριθμό ...

απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο απέρριψε την αίτηση για την επικύρωση της συμφωνίας και το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής της τρίτης εναγομένης και των συμβληθέντων πιστωτών λόγω συνδρομής των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 106ζ παρ. 2 του Πτωχευτικού Κώδικα, ως ίσχυε την περίοδο εκείνη, μεταξύ δε αυτών και η περίπτωση γ', δηλαδή της αθέμιτης και κακόπιστης συμπεριφοράς του οφειλέτη (εν προκειμένω της τρίτης εναγομένης) για την επικύρωση της ένδικης συμφωνίας.

Περαιτέρω, ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες στις αρχές Μαρτίου του έτους 2016 πληροφορήθηκαν, ότι η εταιρία E. Α..Β..Ε..Ε.. ήδη κατά το χρόνο που υπεγράφη το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, εξαιτίας της οποίας αδυνατούσε να πληρώσει το βασικό της προμηθευτή (εταιρία N. I.

A.) με αποτέλεσμα το εργοστάσιο της κάποιες ημέρες της εβδομάδας να παραμένει κλειστό, γιατί δεν διέθετε πρώτη ύλη ιχθυοτροφής. Επίσης, την ίδια περίοδο πληροφορήθηκαν ότι η ως άνω εταιρία είχε τεθεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία σύμφωνα με το άρθρο 106ια του Πτωχευτικού Κώδικα, ως ίσχυε, με την με αριθμό …/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Από τότε ο δεύτερος εναγόμενος εξαφανίστηκε και ουδεμία επικοινωνία είχε με τον αρχικώς ενάγοντα και τους λοιπούς ενάγοντες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες προέβησαν στις επίδικες δηλώσεις βουλήσεως από πλάνη οφειλόμενη αποκλειστικά στην προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης, ενήργησαν, δηλαδή, από εσφαλμένη αντίληψη της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης τους πραγματικής κατάστασης, η πλάνη δε αυτή υφίστατο κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης τους, στην οποία δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια, συντρέχει κατ' ουσίαν νόμιμη περίπτωση ακύρωσης των επίδικων δικαιοπραξιών.

Αναφέρθηκε, ήδη, ότι λόγοι έφεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ) μπορεί να είναι και παράπονα κατά της εκκαλούμενης απόφασης αναφερόμενα σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή, όπως είναι οι παραβάσεις δικονομικών ορισμών που μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης. Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία διέλαβε διάταξη απορριπτική της ως άνω αγωγικής βάσης για τυπικούς λόγους εγκαταλείποντας ως αδίκαστη (άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ) την παραδεκτώς δια της προσθήκης των προτάσεων του πρώτου βαθμού (άρθρο 237 παρ. 2, 1 Κ.Πολ.Δ) προταθείσα αντένσταση των εναγόντων και επίσης παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, όπως βάσιμα προβάλλουν οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Β έφεσης τους (κατόπιν προσήκουσας εκτίμησης του περιεχομένου του), προέβη σε προδήλως εσφαλμένη κρίση.

Από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών μέσων προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός των τριών πρώτων εναγομένων περί απόσβεσης των ένδικων δικαιωμάτων των εναγόντων προς ακύρωση των παραπάνω δικαιοπραξιών, επειδή παρήλθαν δύο χρόνια από την κατάρτιση αυτών είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν καθόσον αποδείχτηκε, ότι η πλανημένη αντίληψη των εναγόντων περί ρύθμισης των οφειλών προς την Αγροτική Τράπεζα υπό εκκαθάριση και περί φερεγγυότητας της εταιρίας E. Α..Β..Ε..Ε.

εξακολούθησε μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2015 και τις αρχές Μαρτίου του έτους 2016, αντίστοιχα, οπότε αντιλήφθηκαν την απάτη κατά τα προαναφερθέντα και άσκησαν την υπό κρίση αγωγή εντός του έτους 2016 (23-6-2016) και πριν την παρέλευση της διετίας από τη γνώση αυτή. Ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η σχετική αντένσταση των εναγόντων και ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αντίθετη ένσταση των ως άνω εναγομένων, που προτάθηκαν παραδεκτά (άρθρο 237 παρ. 2, 1 Κ.Πολ.Δ) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλαμβάνονται και κατά την παρούσα δευτεροβάθμια δίκη.

Μετά ταύτα πρέπει κατά ουσιαστική παραδοχή της υπό στοιχείο Β έφεσης και απόρριψη της υπό στοιχείο Γ έφεσης κατά τα λοιπά, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τις ως άνω απορριπτικές της διατάξεις, που αφορούν τις βάσεις για αναγνώριση της εικονικότητας και ακύρωση των επίδικων δικαιοπραξιών, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, διότι στηρίζεται στις παραπάνω διατάξεις και σε εκείνες των άρθρων 71, 184, 346, 932 ΑΚ, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τις ως άνω αγωγικές βάσεις της και α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες ως εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή Χ.

Μ. οι ενοχικές συμβάσεις πώλησης και οι εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασης κυριότητας 9.200 ανώνυμων μετοχών, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ εκάστη, της εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Υ. Λ. Λ.-Ε.. Κ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο "Ε.. Κ. Α..Ε..", που συνήφθησαν στις 27-2-2014, εκ των οποίων 8.400 μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο αρχικώς ενάγων Ε.

Κ., 300 μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο Λ. Κ., 300 μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο Ε. Κ., 200 μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο Ν. Κ. και επίσης να αναγνωριστεί ότι οι ως άνω συμβάσεις καταρτίστηκαν στην πραγματικότητα με την τρίτη εναγομένη, εταιρία με την επωνυμία "Ε.

Ι. Α..Β..Ε..Ε.", στην οποία περιήλθε η κυριότητα των μετοχών αυτών μετά την παράδοση των τίτλων στο νόμιμο εκπρόσωπο της - δεύτερο εναγόμενο, β) να ακυρωθούν οι επίδικες δικαιοπραξίες τόσο οι ενοχικές, όσο και οι εμπράγματες λόγω της απάτης και να αναγνωρισθεί, ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι των ως άνω μετοχών και ειδικότερα α) ο Λ.

Κ. και ο Ε. Κ., οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του αρχικώς ενάγοντος Ε. Κ. είναι κύριοι τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων ανώνυμων μετοχών (8.400 : 2 - 4.200) έκαστος, τις οποίες κατέλιπε σ' αυτούς ο αποβιώσας με διάταξη τελευταίας βούλησης, β) ο Λ. Κ. είναι, επιπλέον, κύριος τριακοσίων (300) μετοχών, γ) ο Ε. Κ. είναι, επιπλέον, κύριος, τριακοσίων (300) μετοχών και δ) ο Ν.

Κ. είναι κύριος διακοσίων (200) μετοχών. Ακολούθως, αποδείχτηκε, ότι λόγω της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου ως εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης, την οποία επέδειξε στο πλαίσιο της ενάσκησης των καθηκόντων του (ο δεύτερος εναγόμενος) και η οποία (συμπεριφορά) συνιστά αδικοπραξία ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Το δικαστήριο κρίνει, ότι η σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και ως εκ τούτου η εύλογη χρηματική ικανοποίηση..., την οποία δικαιούνται οι ενάγοντες, εκ των οποίων ο δεύτερος και ο τρίτος ως κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος, Ε. Κ., για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης με γνώμονα την ένταση της προσβολής, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, που προαναφέρθηκαν, την περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και την βαρύτητα του πταίσματος του δεύτερου εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 24.000 ευρώ.

Το ποσό αυτό ζητούν οι ενάγοντες να τους καταβληθεί διαιρετά (ΑΠ 2027/2014, ΝΟΜΟΣ) και ως εκ τούτου πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, έκαστος των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων σε έκαστο από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ενάγοντα από 3.000 ευρώ, καθώς και να υποχρεωθεί να καταβάλει έκαστος των δεύτερου και τρίτης των εναγομένων από 1.500 ευρώ σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντα, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του ήδη αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος, Ε.

Κ..". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την προταθείσα από τους αναιρεσίβλητους ένσταση από το άρθρο 157 εδ. β' ΑΚ, ότι η πλάνη τους εξακολούθησε και μετά την επίδικη δικαιοπραξία μεταβίβασης των μετοχών και δεν παρήλθε διετία μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες από το άρθρο 157 εδ.

α' ΑΚ, (ότι από την κατάρτιση της ένδικης ως άνω δικαιοπραξίας παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής), έκανε δεκτή εν μέρει την από 26.6.2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως προς τον πρώτο, το δεύτερο και την τρίτη των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων και α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρες ως εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή Χ.

Μ. (πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) οι ενοχικές συμβάσεις πώλησης και οι εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασης κυριότητας εννέα χιλιάδων διακοσίων (9.200) ανώνυμων μετοχών, ονομαστικής αξίας τριάντα (30) ευρώ εκάστη, της εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Υ. Λ. Λ.-Ε.. Κ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο "Ε.. Κ. Α..Ε..", β) αναγνώρισε, ότι οι ως άνω συμβάσεις καταρτίστηκαν στην πραγματικότητα με την τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα εταιρία, στην οποία περιήλθε η κυριότητα των μετοχών αυτών μετά την παράδοση των τίτλων στο νόμιμο εκπρόσωπο της - δεύτερο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, γ) ακύρωσε τις ενοχικές συμβάσεις πώλησης και τις εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασης κυριότητας εννέα χιλιάδων διακοσίων (9.200) ανώνυμων μετοχών, ονομαστικής αξίας τριάντα (30) ευρώ εκάστη, της εταιρίας με την επωνυμία "Θ.

Υ. Λ. Λ.-Ε.. Κ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο "Ε.. Κ. Α..Ε..", που συνήφθησαν στις 27-2-2014, μεταξύ της τρίτης εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, και του αρχικώς ενάγοντος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγόντων και των λοιπών εναγόντων δυνάμει των οποίων οκτώ χιλιάδες τετρακόσιες (8.400) μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο αρχικώς ενάγων Ε.

Κ., τριακόσιες (300) μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο Λ. Κ., τριακόσιες (300) μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο Ε. Κ., διακόσιες (200) μετοχές πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα ο Ν. Κ., δ) αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι των περιγραφόμενων ανώνυμων μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "Θ.

Υ. Λ. Λ.-Ε.. Κ. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο "Ε.. Κ. Α..Ε.." και ε) υποχρέωσε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής σε έκαστο από τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ, καθώς επίσης υποχρεώνει έκαστο από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δικονομική θέση του ήδη αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Ε.

Κ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 157 εδ. β' ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, α) ο αρχικώς ενάγων και οι λοιποί ενάγοντες αφενός μεν προέβησαν στις επίδικες δηλώσεις βουλήσεως από πλάνη οφειλόμενη αποκλειστικά στην προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), ως νομίμου εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης (αναιρεσίβλητης), η πλάνη δε αυτή υφίστατο κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεώς τους, στην οποία δεν θα προέβαιναν, αν γνώριζαν την αλήθεια, αφετέρου δε μεταβίβασαν εικονικά τις μετοχές τους προς τον πρώτο αναιρεσείοντα στην πραγματικότητα όμως προς την τρίτη αναιρεσείουσα νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων, β) η πλανημένη αντίληψη των εναγόντων περί ρύθμισης των οφειλών προς την Αγροτική Τράπεζα υπό εκκαθάριση και περί φερεγγυότητας της εταιρίας E. Α..Β..Ε..Ε.

εξακολούθησε μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2015 και τις αρχές Μαρτίου του έτους 2016, αντίστοιχα, οπότε αντιλήφθηκαν την απάτη, γ) άσκησαν την υπό κρίση αγωγή εντός του έτους 2016 (23-6-2016) και πριν την παρέλευση της διετίας από τη γνώση αυτή. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραθέτοντας, ειδικότερα, όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 157 εδ.

β' ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι η πλανημένη αντίληψη των αναιρεσιβλήτων αφενός περί ρύθμισης των οφειλών προς την Αγροτική Τράπεζα υπό εκκαθάριση και αφετέρου περί φερεγγυότητας της εταιρίας E. Α..Β..Ε..Ε. που οδήγησε στην μεταβίβαση των μετοχών τους εικονικά προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων αλλά στην πραγματικότητα προς την τρίτη τούτων, εξακολούθησε μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2015 και τις αρχές Μαρτίου του έτους 2016, αντίστοιχα, οπότε αντιλήφθηκαν την απάτη.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο ο πρώτος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/ 2003, Α.Π.757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ1142/2019).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).

Τέλος, για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται τα συγκροτούντα τον συγκεκριμένο υπό κρίση ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προβλήθηκαν και να καθορίζεται ο νομότυπος τρόπος προβολής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 555/2017, ΑΠ 275/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι από τότε που έλαβαν γνώση οι αναιρεσίβλητοι την απατηλή συμπεριφορά ήτοι στις 9.4.2014, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της διετίας οπότε το δικαίωμά τους για ακύρωση της μεταβιβάσεως αποσβέσθηκε.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η πλανημένη αντίληψη των αναιρεσιβλητων περί ρύθμισης των οφειλών προς την Αγροτική Τράπεζα υπό εκκαθάριση και περί φερεγγυότητας της εταιρίας E. Α..Β..Ε..Ε. εξακολούθησε μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2015 και τις αρχές Μαρτίου του έτους 2016, αντίστοιχα, οπότε αντιλήφθηκαν την απάτη και άσκησαν την ένδικη αγωγή στις 23-6-2016.

Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε αφού δέχθηκε ότι το χρονικό σημείο κατά το οποίο ήρθη η πλάνη των αναιρεσιβλήτων είναι μεταγενέστερο εκείνου που αυτοί αναιρεσείοντες τοποθετούν την άρση της πλανημένης αντιλήψεως εκείνων (αναιρεσιβλήτων).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 403/2017, 677/2015, 259/2007).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ* αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε την με αριθμό καταθέσεως ….αγωγή της εταιρείας "Ε..

Κ. Α..Ε.." και του Ε. Κ. κατά της "Α. Τ. " ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έτσι δεν διέταξε περαιτέρω απόδειξη για την πορεία της αγωγής αυτής. Με τις αιτιάσεις αυτές προσβάλλεται η ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, το οποίο ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσω που προσκομίστηκαν κατέληξε στην απόρριψη των ισχυρισμών του πρώτου αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.

β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1080/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του την υπ' αριθμόν εκθέσεως καταθέσεως ….αγωγή της εταιρείας "Ε..

Κ. Α..Ε.." και του Ε. Κ. κατά της "Α. Τ. της Ε." και την υπ' αριθμόν …..απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ωστόσο, ο πρώτος αναιρεσείων δεν προσκομίζει τα έγγραφα αυτά και επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, και κατά προφανή παρανόηση δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει την παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου.

Τούτο δε, διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 825/2014, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 45/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο πρώτος αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 27.2.2014 δικαιοπραξίας, και συγκεκριμένα η αναιρεσιβαλλόμενη "έχει ερμηνεύσει με διασταλτικό τρόπο την από 27.02.2014 δικαιοπραξία μεταξύ των αντιδίκων και ημών, με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσθέσει πραγματικά περιστατικά, θεωρώντας ότι αποτελούσαν μέρος της βούλησης των μερών, η οποία όμως ουδέποτε αποτυπώθηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό" χωρίς όμως να αποδίδει διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου και χωρίς να επικαλείται περαιτέρω ότι το Εφετείο στηρίχθηκε κυρίως ή αποκλειστικώς στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.12.2019 αίτηση των 1. Χ. Μ. του Π., 2. Ι. Κ. του Α. και 3. της εταιρείας "Ε. Ι. Α." για αναίρεση της υπ' αριθμόν ... αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ