Legislator Case Law & Legislation
1654/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in bankruptcy case, ruling bankruptcy declaration judgments are not subject to new appeal grounds.

Case Number 1654/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final bankruptcy declaration judgment. The appellant argued that new appeal grounds under the Civil Procedure Code applied, but the court held that bankruptcy declaration judgments are governed by specific provisions allowing unlimited appeal grounds. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the contested judgment did not fall under the new grounds applicable to other bankruptcy decisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 § 5 of Law 3588/2007; Art. 559 of the Civil Procedure Code: A judgment declaring bankruptcy is immediately enforceable and appealable under unlimited grounds, excluding the application of new appeal grounds introduced by Law 4446/2016 for proceedings initiated before its enactment.

Keywords

AI generated
bankruptcy declaration appeal grounds Civil Procedure Code immediate enforceability transitional provisions inadmissible appeal unlimited appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 § 5 of Law 3588/2007
Art. 559 of the Civil Procedure Code
Art. 13 §§ 1, 2 of Law 4446/2016
Art. 55 of the Bankruptcy Code
Art. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 of the Civil Procedure Code
Art. 79, 80, 747, 752 of the Civil Procedure Code
Art. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1654 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1654/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Ε. Κ. Α. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Α. Ε. - Ε. Η. Κ. Η. Υ.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα. Απευθυνόμενη προς: α) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "A. B. B. A.E.", που εδρεύει στη Μ. Ν.. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και β) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "V. H. A.E.", που εδρεύει στο Μ. Α... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη προς ην η κοινοποίηση δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κώνστα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2272/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 801/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 984/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 801/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1551/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου και της δεύτερης προς ην η κοινοποίηση ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 12-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1551/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την εφεσίβλητη-εναγομένη, που ηττήθηκε, κατά της εκκαλούσας-ενάγουσας, που νίκησε, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 7-9-2021, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 23-11-2021 με το σχετικό παράβολο των 450 ευρώ (άρθ.495, 552,553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρεμβάσεως, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της υπάρξεως αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρεμβάσεως διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αιτήσεως είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 1886/2013, ΑΠ 1076/2002).

Εξάλλου στην παρ. 2 του άρθρου 752 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο χωρίς προδικασία. Κατά το άρθρο 82 § 3 του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.

Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό προς την παράγραφο 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς, ότι η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς τον έχοντα κατ` αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβάντος, για να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα δικαιώματά του, διότι αυτός είναι διάδικος.

Έτσι, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και το άρθρο 558 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν απευθύνεται κατ` αρχήν η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 199/2016, ΑΠ 972/2014, ΑΠ 470/2010).

Εν προκειμένω από τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Α... Ι. Χ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στις ενώπιον του Εφετείου προσθέτως παρεμβαίνουσες ανώνυμες εταιρίες με την επωνυμία "A. B. B. AE" και "V. H. AE", εκ των οποίων η πρώτη δεν εμφανίστηκε, ενώ η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε υπόμνημα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, στο οποίο περιλαμβάνεται πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης. Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, που δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος της απαραδέκτως προσθέτως παρεμβαίνουσας δεν θα περιληφθεί ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, σύνδικος της πτώχευσης της εταιρείας Γ. ΑΕ άσκησε την από 12-11-2014 αίτηση του άρθρου 43 του Πτωχευτικού Κώδικα (ΠτΚ) - ανακλητική αγωγή - κατά της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, με την οποία ζήτησε να ανακληθούν οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (αναγκαστικές κατασχέσεις στα χέρια τρίτων), στις οποίες, όπως υποστήριζε, είχε προβεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εντός της ύποπτης περιόδου της πτώχευσης, με βάση τα από 6-9-2013 κατασχετήρια, γνωρίζοντας ότι είχε ήδη επέλθει η παύση πληρωμών της πτωχής εταιρείας, και ειδικότερα στα χέρια των εταιρειών με το διακριτικό τίτλο "Σ..

Ν. ΑΕ" και "Π. ΑΕ", ως τρίτων, οφειλέτιδων της πτωχής εταιρείας, μέχρι του ποσού των 1.200.000 ευρώ για κάθε αναγκαστική κατάσχεση, σύμφωνα με τις υπ' αριθ. ... και ... διαταγές πληρωμής, τις οποίες είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα, ως επισπεύδουσα δανείστρια της πτωχής, με βάση επτά ακάλυπτες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της πτωχής σε διαταγή της αναιρεσείουσας, χάριν καταβολής του τιμήματος πώλησης εμπορευμάτων εξοπλισμού ηλεκτρολογικού υλικού, που η αναιρεσείουσα είχε πωλήσει στην ανωτέρω πτωχή εταιρεία.

Επί της αίτησης αυτής (ανακλητικής αγωγής) εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2272/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία), που απέρριψε την ανακλητική αγωγή ως μη νόμιμη κρίνοντας ότι οι δύο ως άνω κατασχέσεις στα χέρια τρίτων δεν εμπίπτουν στην έννοια του άρθρου 43 § 1 του ΠτωχΚώδικα, διότι δεν συνιστούν δικαιοπραξίες, που επιχειρήθηκαν με τη βούληση της πτωχής καθής η κατάσχεση.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης η σύνδικος της πτώχευσης και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 27-4-2015 έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου παρενέβησαν προσθέτως υπέρ της συνδίκου - εκκαλούσας, με τις από 6-2-2017 πρόσθετες παρεμβάσεις τους, οι εταιρείες με τους διακριτικούς τίτλους "Ε.

ΑΒΕΕ" και "V. H. ΑΕ" - αναγγελθείσες πιστώτριες της πτωχής, ως έχουσες έννομο συμφέρον να ανακληθούν οι ανωτέρω πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, προκειμένου να επαυξηθεί η πτωχευτική περιουσία και να ικανοποιηθούν έτσι και οι δικές τους απαιτήσεις. Η έφεση και οι δύο πρόσθετες παρεμβάσεις συνεκδικάστηκαν ενώπιον του του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την υπ' αριθ. 801/2017 τελεσίδικη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές και εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, δικάζοντας την ανακλητική αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και ανακάλεσε τις δύο ένδικες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης - κατασχέσεις στα χέρια τρίτων.

Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από την εφεσίβλητη η από 2-5-2017 αίτηση με τους από 8-1-2018 πρόσθετους αυτής λόγους για την αναίρεση της ως άνω απόφασης.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 984/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία έγινε δεκτός ο 6ος κύριος λόγος αναίρεσης και οι συναφείς 1ος πρόσθετος κατά το Γ' (επικουρικό) σκέλος αυτού και ο 5ος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους επλήττετο η προσβαλλομένη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 41,43 και 48 § 4 του Πτωχ Κώδικα και αναιρέθηκε στο σύνολό της αυτή με το σκεπτικό ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκε κάθε μία από τις κρίσιμες διαταγές πληρωμής καθώς και ως προς τον ακριβή χρόνο έκδοσης καθεμιάς από τις έξι μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, για τις οποίες γενικά (δηλαδή, για όλες) ανέφερε, ότι εκδόθηκαν από 31-12-2012 έως 30-6-2013, στοιχείο που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη διαπίστωση της "πρόωρης" εμφάνισης των έξι επιταγών, στην οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τη "γνώση" της αναιρεσείουσας για την παύση πληρωμών της Γ.

ΑΕ ήδη από 3-1-2013, όταν δεν πληρώθηκε η πρώτη τραπεζική επιταγή και ότι, στη συνέχεια, επεδίωξε να ικανοποιηθεί με την εκτελεστική διαδικασία με τις υπό ανάκληση αναγκαστικές κατασχέσεις στα χέρια των ως άνω τρίτων, κοινοποιώντας στην Γ. ΑΕ επιταγή προς πληρωμή με βάση τις υπ' αριθ. ... και ... διαταγές πληρωμής, στις 25-1-2013 και 23-5-2013, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, απέρριψε τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης, καθώς και τον 1ο πρόσθετο αυτής κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθ. 559 αριθ. 1 περ.α'ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 41, 43 και 48 § 4 του ΠτΚ με το σκεπτικό ότι ορθά δέχθηκε το Εφετείο ότι οι δύο ανακλητέες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις χρηματικών απαιτήσεων στα χέρια των ανωνύμων εταιρειών με το διακριτικό τίτλο "Σ..

Ν. ΑΕ" και "Π. ΑΕ", στις οποίες προέβη η αναιρεσείουσα), εμπίπτουν στην διάταξη του άρθρου 48 § 4 του ΠτΚ, "διότι ανακλητέες μπορούν να είναι και πράξεις της αναγκαστικής εκτελεστικής διαδικασίας μέσω των οποίων και ο τρίτος και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα επιδιώκει να ικανοποιηθεί και δεν είναι απαραίτητο η ανακλητέα πράξη (και εν προκειμένω οι δύο ένδικες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων) να προέρχεται από τον οφειλέτη (και εν προκειμένω από την πτωχή εταιρεία Γ.

ΑΕ) ή και με τη σύμπραξη του οφειλέτη". Απέρριψε επίσης τον 1ο κύριο λόγο κατά το Β' αυτού σκέλος και τον συναφή 1ο πρόσθετο λόγο επίσης κατά το Β' αυτού σκέλος για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και, τέλος, απέρριψε τους λόγους αναίρεσης εκ των αριθ. 14, 8, 10, 11γ, 17 και 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτους με το σκεπτικό ότι με βάση το άρθρο 55 εδ.α'του Ν.3588/2007 (ΠτΚ), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως πτωχεύσεως (30-4-2013), οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπέκειντο σε αναίρεση μόνο για τους λόγους 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτού, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο για να δικαστεί από άλλους δικαστές. Η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη με την από 26-12-2018 κλήση της επανέφερε για συζήτηση στο Εφετείο την ανωτέρω έφεσή της, η οποία συζητήθηκε στις 24-2-2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση λόγω αποχώρησης από την Υπηρεσία της εισηγήτριας.

Με την υπ'αριθ. 60/2021 πράξη επανάληψης συζητήσεως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης αφαιρέθηκε η δικογραφία και ορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση η 19-4-2021 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 1551/2021 τελεσίδικη απόφαση με την οποία έγιναν τύποις και ουσία δεκτές η έφεση και οι πρόσθετες υπέρ της εκκαλούσας παρεμβάσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, έγινε δεκτή η από 12-11-2014 αίτηση και ανεκλήθησαν οι αναφερόμενες στο σκεπτικό πράξεις εκτέλεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 § 4 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ`αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (ΑΠ 921/2015, ΑΠ 2141/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ψευδή ερμηνεία του άρθρου 43 § 1 ΠτΚ, το οποίο, κατ'αυτήν, σκοπό έχει η πτωχευτική ανάκληση να περιλαμβάνει μόνον όσες πράξεις έχουν διενεργηθεί από τον οφειλέτη ή σε συνεννόηση με αυτόν και όχι όλες αδιακρίτως τις επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών πράξεις, όπως αντίθετα (και δεσμευτικά) έκρινε, επιλύοντας το σχετικό νομικό ζήτημα, ο Άρειος Πάγος με την υπ' αριθ. 984/2018 απόφασή του, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, είναι απαράδεκτος. Απαράδεκτος είναι επίσης και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για τις ίδιες πλημμέλειες, ήτοι για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 41 ν.3588/2007 αναφορικά με το νόημα της διατάξεως αυτής, αλλά και για έλλειψη αιτιολογίας, αντίθετα με τα όσα δεσμευτικά ως προς το επιλυθέν νομικό ζήτημα κρίθηκε με την προγενέστερη απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε η προσβαλλομένη κατά την ερμηνεία του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αφού η περί το νομικό ζήτημα κρίση του Αρείου Πάγου σχετικά με το ποιες πράξεις ανακαλούνται, καταλαμβάνει όλες τις πτυχές του ερμηνευομένου κανόνα δικαίου. Σχετικά με την υπό της αναιρεσείουσας γνώση της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της Γ.

ΑΕ να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως ότι τούτο συνάγεται με βεβαιότητα από την από 3-4-2013 (προγενέστερη των κατασχέσεων) αίτηση πτώχευσης που κατέθεσε ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, στην οποία, εκτός από τις οφειλές της Γ. ΑΕ προς την ίδια την αναιρεσείουσα, αναφέρει οφειλές της Γ.

ΑΕ προς έτερους, ρητά αναφερόμενους στην προσβαλλομένη, πιστωτές, ύψους άνω των 7.000.000 ευρώ, προβάλλοντας ενώπιον του πτωχευτικού Δικαστηρίου όλους τους υποκειμενικούς και αντικειμενικούς όρους κήρυξης της πτώχευσης πέντε μήνες πριν επιβάλει τις επίδικες κατασχέσεις στα χέρια των οφειλετών της Γ. ΑΕ.

Ακολούθως δε αναφέρει ότι το επιζήμιο των πράξεων αυτών της αναιρεσείουσας για την ομάδα των πιστωτών προκύπτει από το γεγονός ότι με την μεσολάβηση των πράξεων αυτών, οι προοπτικές ικανοποίησης των εν λόγω πιστωτών από την εναπομείνασα πτωχευτική περιουσία, όπως ειδικότερα την προσδιορίζει, καθίστανται δυσμενέστερες λόγω της ελάττωσης αυτής.

Με τις αιτιάσεις της η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, απαραδέκτως, το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, αναφορικά και με το στοιχείο της γνώσης, διέλαβε πλήρεις και χωρίς κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Πέραν δε τούτου, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που επικαλείται για την επιστήριξη των επιχειρημάτων της, δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και γι'αυτό η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2017).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΠτΚ, με τίτλο "παραγραφή της ανακλητικής αξίωσης", η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευση ενός έτους από την ημέρα που ο σύνδικος έλαβε γνώση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δύο ετών από την κήρυξη της πτώχευσης. Η διάταξη αποσκοπεί, κατά την ΕκθΝομΕπιτρ επί του άρθρου 51, στην ταχεία άρση της ανασφάλειας που δημιουργείται από την ανατροπή νόμιμων πράξεων του παρελθόντος.

Στην έννοια της γνώσης της πράξης περιλαμβάνεται και η γνώση του προσώπου του καθ' ου η πτωχευτική ανάκληση. Υπαίτια άγνοια δεν αρκεί, αλλά απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής θετική γνώση. Κατά τα λοιπά, στην προθεσμία παραγραφής του άρθρου 51 ΠτΚ εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 247 επ.

ΑΚ, οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά την αναστολή και διακοπή της παραγραφής. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20-3-2013, ορίζεται ότι: "1) Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2) Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι (6) μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου, εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3) Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Από τη συνδυαστική ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι ορίστηκε νομοθετικά και για τις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η άσκηση της αγωγής ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά την διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της αγωγής, η οποία ήταν ισόχρονη, έστω και βραχυπρόθεσμη, και το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από το ανωτέρω σημείο διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της αγωγής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης εν επιδικία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, επαναφέροντας δε την παραγραφή εν επιδικία, μόνον στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η οποία, όμως μπορεί εκ νέου να διακοπεί με διαδικαστικές πράξεις διαδίκου.

Επομένως, η παραγραφή που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής μπορεί να αρχίσει και πάλι πριν από την τελεσιδικία ή την περάτωση της δίκης, υπό δυο σωρευτικές προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ: 1) Οι διάδικοι να μην επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης, δηλαδή η δίκη να μην προωθείται και να βρίσκεται σε στασιμότητα και 2) να μην προβλέπεται άλλη (δικονομική) προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από τους διαδίκους.

Εφόσον συντρέχουν και οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις επέρχεται η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη έννομη συνέπεια, δηλαδή, έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου η παραγραφή που διακόπηκε αρχίζει εκ νέου. Η τελευταία διαδικαστική πράξη είναι αυτή, μετά την οποία η δίκη περιήλθε σε στασιμότητα.

Επομένως, η παραγραφή επανεκκινεί μόνον όταν υπάρχει αδράνεια. Αν όμως υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος για την μη προώθηση της δίκης, όπως είναι λ.χ. επί αναβολής της συζήτησης μέχρι την περάτωση άλλης δίκης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη επίσπευση από τους διαδίκους και επανεκκίνηση της παραγραφής μετά από έξι μήνες.

Έτσι, όσο τρέχει η προθεσμία έφεσης, αποκλείεται η επανέναρξη. Αν όμως αυτή παρέλθει άπρακτη, θα πρέπει να εξομοιωθεί με μη πρόβλεψη προθεσμίας, ώστε να μπορεί να ξαναρχίσει η παραγραφή, έξι μήνες μετά από την εκπνοή της προθεσμίας, και να μην κινδυνεύει η αξίωση να γίνει απαράγραπτη. Επίσης, αν η συζήτηση ματαιωθεί και ουδείς προωθεί τη δίκη, έξι μήνες μετά από τη ματαίωση, η διακοπείσα παραγραφή άρχεται εκ νέου (η ματαίωση, με τη νέα διάταξη του άρθ. 260 § 3 ΚΠολΔ κατέστη εκ νέου διαδικαστική πράξη).

Περαιτέρω, εφόσον γίνει επίσπευση της προόδου της δίκης από οποιοδήποτε διάδικο επέρχεται εκ νέου διακοπή της παραγραφής, ως επιβράβευση της εξόδου από την αδράνεια, προς όφελος του δικαιούχου της αξίωσης, με την προϋπόθεση όμως ότι η παραγραφή δεν έχει ήδη συμπληρωθεί, αφού δεν νοείται αναβίωση της συμπληρωθείσας παραγραφής (ΑΠ 1670/2022, ΑΠ 792/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα υπέβαλε ένσταση παραγραφής της αξίωσης ανάκλησης, κατ' άρθ. 51 ν. 3588/2007, των πράξεων που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2013, καθόσον κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής στις 12-11-2014 είχε ήδη συμπληρωθεί (στις 23-10-2014) έτος από την κήρυξη της πτώχευσης που έλαβε χώρα στις 23-10-2013, σε κάθε δε περίπτωση, η υπ' αριθ. 984/2018 αναιρετική απόφαση δημοσιεύθηκε στις 25-5-2018, ενώ η αναιρεσίβλητη της κοινοποίησε την κλήση της για νέα συζήτηση της εφέσεως την 10-9-2019, οπότε είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 16 επιπλέον μηνών, το οποίο συνυπολογιζόμενο στο αρχικό διάστημα από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την άσκηση της ανακλητικής αγωγής, υπερβαίνει την διετία και συνεπώς η αξίωση είχε παραγραφεί.

Η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ένσταση παραγραφής, με την αιτιολογία ότι ναι μεν η εταιρία "Γ. ΑΕ" κηρύχθηκε σε πτώχευση με την 21627/22-10-2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως η αναιρεσίβλητη διορίστηκε σύνδικος πτώχευσης με την υπ'αριθ. 7228/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, οπότε ακόμη και αν έλαβε γνώση των πράξεων αυτών κατά την ημερομηνία διορισμού της, εντός του ιδίου έτους κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα την αίτηση πτωχευτικής ανάκλησης, με την οποία διεκόπη η παραγραφή, ενώ ούτε από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση (22-10-2013) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως ανακλήσεως παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 3-4-2013 αίτησή της η αναιρεσείουσα εταιρία ζήτησε την πτώχευση της εταιρίας με τον δ.τ. "Γ. ΑΕ". Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 21627/22.10.2013 απόφασή του κήρυξε την τελευταία σε κατάσταση πτωχεύσεως και όρισε χρόνο παύσης των πληρωμών την 1-12-2012.

Με την υπ' αριθ. 7228/15.4.2014 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου σύνδικος πτωχεύσεως ορίστηκε η αναιρεσίβλητη. Η αναιρεσείουσα επέβαλε τις κρίσιμες κατασχέσεις απαιτήσεων της Γ. ΑΕ στα χέρια οφειλετών της, τις οποίες κοινοποίησε στην τελευταία στις 16-9-2013. Στις 21-11-2014 η αναιρεσίβλητη σύνδικος πτωχεύσεως επέδωσε στην αναιρεσείουσα την από 12-11-2014 αίτηση περί ανακλήσεως των ως άνω κατασχέσεων, επί της οποίας ακολουθήθηκε η προεκτεθείσα διαδικαστική διαδρομή μέχρι την δημοσίευση της υπ' αριθ. 984/25.5.2018 απόφασης του Αρείου Πάγου.

Με την άσκηση της αίτησης ανάκλησης στις 21-11-2014 διεκόπη η ενιαύσια παραγραφή της αξίωσης ανάκλησης, χωρίς να ερευνάται εν προκειμένω ο ακριβής χρόνος που έλαβε γνώση η σύνδικος, η οποία είχε διοριστεί στις 15-4-2014 και ο οποίος τοποθετείται σε κάθε περίπτωση στο χρονικό σημείο του διορισμού της. Επίσης, από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε η πτώχευση (22-10-2013) μέχρι την άσκηση της αιτήσεως ανακλήσεως δεν παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της διετίας.

Επί της υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 801/29-3-2017 τελεσίδικη απόφαση και, ακολούθως, μετά την άσκηση της από 2-5-2017 αίτησης αναίρεσης, η υπ'αριθ. 984/25-5-2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και αναβίωσε η εκκρεμοδικία. Έκτοτε, άρχισε και πάλι έξι (6) μήνες μετά, ήτοι στις 26-11-2018, η (νέα) διετής παραγραφή των ένδικων αξιώσεων.

Όμως, με την από 26-12-2018 κλήση η υπόθεση επαναφέρθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώ με την 60/2021 πράξη επανάληψης συζητήσεως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης αφαιρέθηκε η δικογραφία και ορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση η 19-4-2021 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1551/2021 τελεσίδικη απόφαση.

Συνεπώς, από 26-11-2018, οπότε κατά τα ανωτέρω άρχισε να τρέχει η νέα παραγραφή της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, μέχρι την κλήση για συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, δεν παρήλθε η νέα αυτή διετία (στην οποία θεμελίωσε την ένστασή της η αναιρεσείουσα), αλλά ούτε και έτος, και ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω παρατετιθέμενες διατάξεις και επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το Β' αυτού σκέλος, εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 55 εδ. α` του Ν. 3588/2007 (Πτωχ.Κ.), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 3 § 1 εδάφ. β` του Ν.4446/2016, "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ" (ΑΠ 602/2018, ΑΠ 453/2018, ΑΠ 876/2017).

Ήδη με την εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου αυτού, προστέθηκαν νέοι λόγοι αναίρεσης και, συγκεκριμένα, από τους αριθμούς 4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι διευρυμένοι, όμως, αυτοί νέοι λόγοι αναίρεσης δεν καταλαμβάνουν πτωχεύσεις πριν την ισχύ του, σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 13 §§ 1, 2 εδάφ.

β` και δ` του νεότερου αυτού ν.4446/2016 , του οποίου η ισχύς, με ορισμένες εξαιρέσεις αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 240/Α/22-12-2016), στις οποίες, ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "...οι διατάξεις του παρόντος .... εφαρμόζονται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του.

Ως έναρξη διαδικασιών νοείται η κατάθεση αίτησης πτώχευσης ..." (ΑΠ 602/2018). Αντίθετη πρόβλεψη, αναφορικά με τον ως άνω περιορισμό των αναιρετικών λόγων, περιέχεται στη διάταξη του άρθρ.7 § 5 του ίδιου Ν. 3588/2007 σχετική με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, η οποία ορίζει ότι "Η Απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της.

Είναι δυνατή η προσβολή της με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης που ασκούνται και εκδικάζονται κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ) και απευθύνονται και κατά του συνδίκου". Τούτο δε, διότι, η παραπάνω διάταξη του άρθρου 7 αναφέρεται όχι μόνο στο επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, αλλά και στο απεριόριστο των αναιρετικών λόγων, τους οποίους περιορίζει η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 55 του Πτωχ.Κώδ., η οποία καταλαμβάνει τις λοιπές αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου και όχι την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, για την προσβολή της οποίας με ένδικα μέσα προβλέπει το άρθρο 7 του Πτωχ.Κώδ., που ορίζει διαφορετικά από τη διάταξη του άρθρ.55 εδ.α του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 564/2021).

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας τόσον την αίτηση ανάκλησης όσον και την έφεση, είναι απαράδεκτος καθόσον, όπως προεκτέθηκε, με βάση το άρθρο 55 εδ.α'του Ν.3588/2007 (ΠτΚ), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αιτήσεως πτωχεύσεως (30-4-2013), η εν λόγω απόφαση δεν ελέγχεται για παράβαση του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Κατ'ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αιτούσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, λόγω της ήττας της (άρθ. 176,183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2021 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Ε. Κ. Α. Ε." για αναίρεση της υπ'αριθ. 1551/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 31-5-2023 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ