Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper timing of third-party intervention claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a public road dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider their third-party intervention claims and evidence, but the court found these arguments inadmissible. The court ruled that such claims must be raised in the first instance and that the legal interest for intervention is determined by the written petition, not by evidence presented later.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 556, 558, 559, 524 of the Code of Civil Procedure; Third-party intervention claims must be raised in the first instance and the legal interest is determined by the written petition, not by subsequent evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1646 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1646/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Δ. του Κ.υ, και 9) Π. Τ. του Χ., κατοίκων Σπάρτης Λακωνίας. Οι: 1η, 2η, 4η και 5η εκ των ως άνω αναιρεσειόντων, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Γκουγκουστάμου και κατέθεσαν προτάσεις. Ο 9ος εκ των ως άνω αναιρεσειόντων, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Γέρου και κατέθεσε προτάσεις. Οι: 3η, 6ος, 7ος και 8η εκ των ως άνω αναιρεσειόντων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Γ. Ρ., το γένος Γ. Θ., κατοίκου Σπάρτης Λακωνίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ισαάκ-Γεώργιο Γεροντίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. συζ. Γ. Λ., το γένος Π. Μ., 3) Α. Π. του Ν. και Α., κατοίκων Σπάρτης Λακωνίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2015 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 519/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 62,73, 286 περ. α' , 287, 291 και 292 και 313 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι αν μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Εφετείου αποβιώσει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται.
Αν όμως ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Εφετείου ή, πολύ περισσότερο , μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 598/2021, ΑΠ 715/2020) και τα ένδικα μέσα κατά της άνω αποφάσεως άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται ή αναλόγως να ασκούνται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ή 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων του αποβιώσαντος) ή αναλόγως να ασκούνται από τους κληρονόμους αυτού (ΑΠ 988/2018, ΑΠ 728/2014, ΑΠ 644/2014).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 § 1, 97 & 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια , δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 470/2021, ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018, ΑΠ 243/2014).
Επίσης, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Σύμφωνα δε με τα όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση . Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου.
Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου νομίμως περατωθεί.
Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη κληρονόμος αυτού. Ο ειδικός διάδοχος δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου, ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 877/2019, ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 1136/2013, ΑΠ 1411/2011).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος , ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος , οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς , εκείνος ο οποίος κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας κατέστη ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους, νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και πρόοδο της δίκης, (ΑΠ 780/2019, ΑΠ 1411/2011), ενώ μπορεί να ασκήσει αναίρεση, εφόσον κατέστη ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του μετά την άσκηση της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά της 519/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, από την Α. Δ. του Κ. και Κ. Δ. του Κ., πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου (πρώτου των εκκαλούντων - τριανακοπτόντων) πατέρα τους, Κ.
Δ. του Ε., ο οποίος αποβίωσε στις 4.4.2019, ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειόντων προς τον ως άνω αρχικό διάδικο, στα δικαιώματα του οποίου υπεισήλθαν νόμιμα με κληρονομική διαδοχή, προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 1187/5.4.2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του ληξιαρχείου Δ Ε.
Σπαρτιατών του Δήμου Σπάρτης και το με αριθμό πρωτοκόλλου 7365/17.4.2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του ίδιου Δήμου, χωρίς η ιδιότητά τους αυτή να αμφισβητείται από οποιονδήποτε διάδικο. Κατά συνέπεια, κατά τα προεκτεθέντα, δεν υπάρχει στάδιο διακοπής της δίκης , εφόσον ο αρχικός διάδικος , που ήταν εν ζωή κατά τη συζήτηση της εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποβίωσε μετά την έκδοσή της και πριν την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως με την κατάθεσή της κατ'άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ , στις 18.12.2019, και οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου, παραδεκτά ασκούν (από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες) την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας χωρεί νομίμως ως προς αυτές με την ανωτέρω ιδιότητά τους κατ' άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ακολούθως, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, 12669/1.6.2021 και 12770/1.6.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης, Ηλία Ζαχ. Φράγκα Ζαχαριά, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 21.1.2021 από την οποία, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτοκόλλου 22/27.1.2021 βεβαίωση αναβολής του Πολιτικού Τμήματος & Αρχείου του Αρείου Πάγου, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7.4.2021, προσδιορίσθηκε δε στη συνέχεια με Πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο της 26.1.2022 και τελικώς, κατόπιν υποβολής των από 27.4.2021 αιτήσεων των αναιρεσειόντων για, κατά προτίμηση, προσδιορισμό συντομότερης δικασίμου, η συζήτηση της υποθέσεως με την 58/15.5.2021 Πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, επαναπροσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας , επιδόθηκε στους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως, στους αναιρεσίβλητους επιδόθηκε συγχρόνως νόμιμα και εμπρόθεσμα και η 58/15.5.2021 Πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου , για την κλήτευσή τους προς συζήτηση της υποθέσεως στην δικάσιμο της 6ης. 10.2021. Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς , σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους. Επί πλέον δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα των 3κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου, μη εμφανισθέντων, τρίτης, έκτου, έβδομου και όγδοης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι από κοινού με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση της υποθέσεως, ούτε γίνεται επίκληση ύπαρξης τέτοιας πληρεξουσιότητας από την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, οπότε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τον ως άνω λόγο.
Όπως δε προκύπτει από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, αυτή ασκήθηκε από εννέα (9) αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και η, κατά την αρίθμηση του δικογράφου, τέταρτη αναιρεσείουσα Γ. Κ. του Σ., η οποία, σύμφωνα με τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, παραστάθηκε, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως εκπροσωπούμενη, όπως και οι λοιποί παριστάμενοι αναιρεσείοντες από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Γκουγκουστάμου, χωρίς να δηλωθεί στο ακροατήριο, μεταβολή στο πρόσωπο οποιουδήποτε από αυτούς για οποιοδήποτε λόγο.
Στο δικόγραφο όμως των από 5.1.2021 προτάσεων ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, στη θέση της ως άνω αναιρεσείουσας Γ. Κ., εμφανίζεται η Ι. συζ. Κ. Δ., το γένος Π. και Α. Π., ως ειδική διάδοχος αυτής λόγω μεταβίβασης από επαχθή αιτία και δηλώνεται στο περιεχόμενο τους, ότι η τέταρτη αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται πλέον λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την παρούσα δίκη, καθόσον το ακίνητο κυριότητάς της έχει ήδη μεταβιβασθεί με το 30.259/5.12.2017 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σπάρτης Γεωργίας Δεμπεγιώτου - Αθανασούλια.
Η μεταβίβαση του ακινήτου της αρχικής διαδίκου έγινε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ήτοι κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, πριν από την έκδοση της οριστικής προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, η οποία δημοσιεύθηκε στις 22.12.2017. Η ως άνω ειδική διάδοχος της αρχικής διαδίκου είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, πλην όμως η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, με την κατάθεσή της στις 18.12.2019, από την δικαιοπάροχο της, η ίδια δε (ειδική διάδοος) δεν άσκησε ούτε παρέμβαση κατά τη διάρκεια της αναιρετικής δίκης , αλλά αναφέρθηκε στην ειδική διαδοχή της μόνο με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, όπου υποστηρίζεται ότι το γεγονός της μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου, εκ της κυριότητας επί του οποίου προέρχονταν το έννομο συμφέρον της αρχικής διαδίκου, επήλθε σε γνώση των ενδιαφερομένων μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Υπό τα δεδομένα αυτά δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και επανάληψή της στο πρόσωπο της ειδικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου και η ως άνω δήλωσή της , με τις έγγραφες προτάσεις της , χωρίς κατά τη συζήτηση της υποθέσεως να δηλωθεί παράσταση αυτής ως ειδικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου, η οποία και φέρεται ότι παρέστη στο Δικαστήριο, είναι άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. (ΑΠ 1411/2011).
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ , που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της απόφασης του Εφετείου που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη , προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), με αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (ΑΠ 45/2020, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Ολ.ΑΠ 17/2013). Έτσι η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 2102/2017).
Κατά δε το άρθρο 501 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ'έφεση δίκη, ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς, με ποινή το απαράδεκτο, καθ' όλων των αρχικών διαδίκων, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 112/2018,ΑΠ 812/2013, ΑΠ 658/2011).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β'ΚΠολΔ., με αυτές των διατάξεων των άρθρων 74,75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης, με απόντα έναν ή περισσότερους από τους συνδεόμενους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας διαδίκους, που έχουν το δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, έστω και αν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύθηκαν στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους τους, η απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο αποδεικνύεται η τελεσιδικία.(ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 112/2018,ΑΠ 965/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30.11.1996 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης η πρώτη αναιρεσίβλητη, Σ. χα Γ. Ρ., στρεφόμενη κατά των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, Ε. συζ. Γ.
Λ. και Α. Π., ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί δύο (2) εδαφικών τμημάτων οικοπέδου κείμενου τον Δήμο Σπάρτης. Με την 16/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης η αγωγή έγινε δεκτή, η δε έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής από τους εναγομένους, ήδη δεύτερη και τρίτο αναιρεσίβλητους απορρίφθηκε με την 307/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και η πρωτόδικη απόφαση κατέστη αμετάκλητη.
Με την από 9.7.2015 τριτανακοπή τους οι ήδη αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, προσέβαλαν την εκδοθείσα μεταξύ άλλων διαδίκων, ήτοι μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, 16/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, αιτούμενοι να κηρυχθεί αυτή άκυρη και ανενεργός. Επί της τριτανακοπής εκδόθηκε η 12/2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος των τριτανακοπτόντων, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη 519/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε ερήμην των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Οι ομόδικοι εφεσίβλητοι στην ως άνω επί της τριτανακοπής δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, κατά τα προαναφερόμενα, όπως δε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα τις 456 και 457/ 21.10.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης Ηλία Ζαχ.
Φράγκα Ζαχαριά, σε συνδυασμό με το με αριθμό 50/5.10.2021 Πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, ακριβές αντίγραφο της ως άνω 519/22.12.2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, επιδόθηκε στους ερήμην δικασθέντες δεύτερη και τρίτο εφεσίβλητους ήδη αναιρεσίβλητους, αναγκαίους ομόδικους της πρώτης αναιρεσίβλητης, στις 21.10.2019, οι οποίοι δεν άσκησαν κατά αυτής ανακοπή ερημοδικίας, ούτε έφεση, και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την κατάθεση της με αριθμό 66/18.12.2019 ένδικης αίτησης αναιρέσεως, είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους.
Συνεπώς, κατά τα προαναφερόμενα, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για τους τρίτη, έκτο, έβδομο και όγδοη των αναιρεσειόντων, για τους λοιπούς, εκπροσωπούμενους από πληρεξούσια δικηγόρο αναιρεσείοντες, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ θα χωριστεί η υπόθεση και η αίτηση αναιρέσεως η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, θα ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.), διότι αυτοί συνδέονται με τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες ως προς τους οποίους η αίτηση αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη, με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε τριτανακοπή που μπορεί αυτοτελώς να ασκηθεί από κάθε τρίτο έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον. (ΑΠ 468/2015).
Κατά το άρθρο 583 ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δικαστική ή εξώδικη πράξη που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της πράξης αυτής και κατά το άρθρο 586 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Με τις προϋποθέσεις του άρθρου 583 ΚΠολΔ μπορεί να ασκηθεί τριτανακοπή κατά της οριστικής απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ άλλων.
Ο τρίτος τριτανακόπτει την εκδοθείσα οριστική απόφαση, ως βλάπτουσα ή εκθέτουσα σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και δικαιούται να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κύρωση ανενεργού της αποφάσεως. Για την άσκηση της τριτανακοπής, όπως και για όλες τις διαδικαστικές πράξεις, απαιτείται έννομο συμφέρον προς τούτο του τριτανακόπτοντος, η έννοια του οποίου είναι γενική και βρίσκει νομοθετική θεμελίωση στο άρθρο 68 ΚΠολΔ.
Το έννομο συμφέρον αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική προϋπόθεση για την έρευνα του παραδεκτού της τριτανακοπής, και συνεπώς διακρίνεται από τη νομιμοποίηση, η οποία αναφέρεται στο υποκείμενο της τριτανακοπής. Ο τρίτος πρέπει να επικαλείται το έννομο συμφέρον και να εκθέτει με σαφήνεια αυτό για τη δικαιολόγηση της προσβολής της απόφασης, καθόσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον, όταν αυτά ασκούνται από το νικητή διάδικο.
Το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος, πρέπει να είναι έννομο, ατομικό, άμεσο, κεκτημένο και απαιτητό, να αναφέρεται σε υπαρκτές και όχι υποθετικές έννομες σχέσεις, να υφίσταται σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και η ανάγκη δικαστικής προστασίας να αφορά έννομες σχέσεις του παρόντος και όχι μέλλουσες ή ενδεχόμενες.
Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος απαιτείται να υφίσταται ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κρίσης της απόφασης που προσβάλλεται και της βλάβης ή του κινδύνου βλάβης των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, δηλαδή η βλάβη, ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος από την τριτανακοπτόμενη απόφαση πρέπει να προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή την εκτέλεση αυτής ήτοι να αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής και όχι απώτερο ή ενδεχόμενο αποτέλεσμά της.
Απλές πιθανότητες ή προσδοκίες ή ελπίδες κτήσεως δικαιωμάτων ή πρόκριμα επιβλαβές δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον (ΑΠ 1168/2018, ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 2068/2014, ΑΠ 95/2014, ΑΠ 554/2012). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση και πρέπει να υφίσταται για κάθε ένα από τους λόγους αναίρεσης, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. (ΑΠ 10/2019, ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 342/2009).
Επί πλέον με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης μετά την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019, ΑΠ 105/2017, 9/2014).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 201/2017). Επιπροσθέτως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται ,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης των διαδίκων (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ) συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 519/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε αυτήν διαλαμβάνεται το περιεχόμενο της από 25.5.2015 τριτανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων , ήτοι τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω σχετικά με την άσκηση από την πρώτη καθ' ης η τριτανακοπή και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη της από 30.11.1996 αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία αυτή στρεφόμενη κατά των δεύτερης και τρίτου των καθών και ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί δύο (2) εδαφικών τμημάτων οικοπέδου κείμενου τον Δήμο Σπάρτης, καθώς και ότι η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 16/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που κατέστη αμετάκλητη, την οποία, ως εκδοθείσα μεταξύ άλλων διαδίκων και συγκεκριμένα μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την τριτανακοπή τους, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον και αιτούμενοι να κηρυχθεί αυτή άκυρη και ανενεργός.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ως προς το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, ότι οι τριτανακόπτοντες - αναιρεσείοντες με την τριτανακοπή τους επικαλέσθηκαν ότι το ακίνητο επί του οποίου αναγνωρίσθηκε η κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης με την τριτανακοπτόμενη 16/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο λόγω ρυμοτομίας για τη διάνοιξη της οδού Θερμοπυλών στην πόλη της Σπάρτης, και προς τούτο εκδόθηκε η οικεία πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, η οποία εγκρίθηκε με την νόμιμα κυρωθείσα 1/2009 απόφαση της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ.
και προσδιόρισαν το έννομο συμφέρον τους για την άσκησή της, ως συνιστάμενο στο γεγονός, ότι μετά την έκδοση της ως άνω τριτανακοπτόμενης απόφασης και της πράξεως αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9.5.2011 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ζητώντας να προσδιορισθεί η τιμή μονάδας αποζημίωσης για το εν λόγω ακίνητο και να υποχρεωθούν ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σπάρτης" και οι ίδιοι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, να της καταβάλλουν ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 662.823 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω η προσβαλλόμενη 519/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων , ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος τούτων ως τριτανακοπτόντων, επκυρώνοντας την 12/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε επίσης απορρίψει για τον ίδιο λόγο την τριτανακοπή ως απαράδεκτη.
Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση "... η κρινόμενη τριτανακοπή με το προεκτεθέν περιεχόμενο δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον των τριτανακοπτόντων για την άσκησή της ... καθόσον οι τελευταίοι δεν επικαλούνται δικαίωμα ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ή κάποιο άλλο δικαίωμα , υφιστάμενο κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 16/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο να βλάπτεται ή τίθεται σε κίνδυνο από την εν λόγω απόφαση...".
Όπως ήδη εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, το έννομο συμφέρον για την άσκηση τριτανακοπής, το οποίο ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πρέπει να είναι κεκτημένο, απαιτητό και προστατεύσιμο κατά τον χρόνο εκδόσεως της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως και η βλάβη ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος που το θεμελιώνει, μπορεί να είναι άμεση, έμμεση ή ενδεχόμενη, πρέπει πάντως να προκύπτει από την τριτανακοπτόμενη απόφαση ή την εκτέλεσή της, επίκληση δε τέτοιων περιστατικών που να θεμελιώνουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της προκειμένης τριτανακοπής δεν έγινε με το δικόγραφο της.
Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, κατά τα προεκτεθέντα, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, με βάση τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, ότι με την τριτανακοπή τους οι ήδη αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι με την τριτανακοπτόμενη απόφαση παρά το νόμο έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς τους, η ίδια ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί αυτού είτε με πρωτότυπο είτε με παράγωγο τρόπο, αλλά το επίδικο ανήκε ανέκαθεν στο Δημόσιο και προσδιόρισαν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της τριτανακοπής, ως συνιστάμενο στο γεγονός ότι μετά την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης εκδόθηκε πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου και κατόπιν αυτής η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9.5.2011 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ζητώντας να προσδιορισθεί η τιμή μονάδας αποζημίωσης για το εν λόγω ακίνητο και να υποχρεωθούν ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σπάρτης" και οι ίδιοι (αναιρεσείοντες), ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, να της καταβάλλουν ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 662.823 ευρώ, δεχόμενο, εν τέλει, ότι εφόσον οι τριτανακόπτοντες δεν επικαλέσθηκαν δικαίωμα ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου ή κάποιο άλλο δικαίωμα υφιστάμενο κατά το/χρόνο της τριτανακοπτόμενης 16/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το οποίο να βλάπτεται ή να τίθεται σε κίνδυνο από την απόφαση αυτή, δεν είχαν έννομο συμφέρον για την άσκηση της προκειμένης τριτανακοπής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 68 ΚΠολΔ, και απέρριψε την τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος τούτων για την άσκησή της, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, καθόσον οι αναιρεσείοντες στήριξαν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της τριτανακοπής τους, στα ως άνω ενδεχομένως επιβλαβή για τα περιουσιακά τους δικαιώματα μελλοντικά περιστατικά, η επίκληση των οποίων δεν μπορεί να το δικαιολογήσει, αφού τα περιστατικά αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του δικαστικού αγώνα μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, κατάληξη του οποίου υπήρξε η έκδοση της τριτανακοπτόμενης, ήδη αμετάκλητης 16/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
Αντιθέτως, αντικείμενο της μεταξύ των αναιρεσιβλήτων δίκης αποτέλεσε μόνο η αναγνώριση της κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος, δικαίωμα το οποίο αμφισβητούσαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 68 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των αριθμών 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τους περιεχόμενους στον δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους ισχυρισμούς τους καθώς και στις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του με τους οποίους προσδιόριζαν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της τριτανακοπής τους κατά της τριτανακοπτόμενης απόφασης , και επίσης δεν έλαβε υπόψη, άλλως εκτίμησε λανθασμένα, το αποδεικτικό υλικό, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα, όπως αυτά προσδιορίζονται αναλυτικά στο αναιρετήριο, που οι ίδιοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιον του, από τα οποία, όπως επικαλούνται, προέκυπτε το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της προκειμένης τριτανακοπής τους.
Σχετικά με τους λόγους αυτούς αναιρέσεως, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την από 25.5.2015 τριτανακοπή, οι τριτανακόπτοντες, όπως ήδη εκτέθηκε, προσβάλλοντας την 16/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, υποστήριξαν, ότι επί του επιδίκου ακινήτου η πρώτη αναιρεσίβλητη ουδέποτε απέκτησε δικαίωμα κυριότητας αλλά ότι αυτό αποτελεί δημοτική οδό ήδη από το πρώτο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Σπάρτης κατά την ίδρυσή της το έτος 1834, δυνάμει του από 20.10.1834 ιδρυτικού βασιλικού διατάγματος και κατά συνέπεια προϋπήρχε ως δημόσιο κτήμα, το οποίο στη συνέχεια περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Σπάρτης, πριν από οποιαδήποτε ιδιωτική ιδιοκτησία στην περιοχή, υιοθετώντας αντίστοιχους ισχυρισμούς του Δήμου Σπάρτης, ως εναγομένου σε αγωγή που άσκησε εναντίον του η πρώτη αναιρεσίβλητη διεκδικώντας την αναγνώριση της κυριότητάς της επί αυτού, επειδή δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία απαλλοτριώσεώς του, η οποία και ήρθη, λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως εντός της νόμιμης προθεσμίας και επικουρικά, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσής τούτου, εξαιτίας του ότι αυτό έχει ασφαλτοστρωθεί και πεζοδρομηθεί τιθέμενο σε μόνιμη εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του οδικού δικτύου της πόλης της Σπάρτης, αποζημίωση ίση με την αξία του.
Το έννομο συμφέρον τους, κατά τα προαναφερόμενα και όπως σαφώς προκύπτει και από το δικόγραφο της τριτανακοπής τους και τα όσα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το προσδιόρισαν μόνο στο γεγονός ότι μετά την έκδοση πράξης αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου και κατόπιν αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9.5.2011 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, ζητώντας να προσδιορισθεί η τιμή μονάδας αποζημίωσης για το εν λόγω ακίνητο και να υποχρεωθούν ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Σπάρτης" και οι ίδιοι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, να της καταβάλλουν ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 662.823 ευρώ, ζήτημα που βλάπτει τα συμφέροντά τους.
Με την από 22.7.2016 έφεσή τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, οι αναιρεσείοντες ως εκκαλούντες, αναφέρθηκαν σχετικά με την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της απορριφθείσας πρωτοδίκως τριτανακοπής τους, σε άμεση, έμμεση και ενδεχόμενη βλάβη του ιδιοκτησιακού τους δικαιώματος με τους ισχυρισμούς ότι με την αναγνώριση με την τριτανακοπτόμενη απόφαση της κυριότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης επί του ακινήτου, το οποίο, όπως υποστηρίζουν, είναι κοινόχρηστη δημοτική οδός:
α) μεταβάλλεται προς το δυσμενέστερο το ιδιοκτησιακό τους δικαίωμα και η ανενόχλητη απόλαυση των εξουσιών που πηγάζουν από το καθολικό δικαίωμα της κυριότητάς τους, επί των όμορων ακινήτων τους, των οποίων παρακωλύεται η ελεύθερη εκμετάλλευση, χρήση, κάρπωση, συντήρηση, επισκευή κλπ, τα καθιστά "τυφλά", ήτοι άνευ προσβασιμότητας σε κοινόχρηστο χώρο και άρα μη άρτια και οικοδομήσιμα, απομειώνοντας συγχρόνως την οικονομική τους αξία και την πραγματική δυνατότητα ελεύθερης και ακώλυτης διάθεσής τους, β) υφίσταται επικείμενος κίνδυνος επιβολής σε βάρος τους προστίμων και λοιπών οικονομικών κυρώσεων αλλά και "ισχυρό ενδεχόμενο" κατεδάφισης των κτισμάτων (οικιών) επί των ακινήτων τους , καθόσον αυτά έχουν αναγερθεί με βάση συμβολαιογραφικά έγγραφα που αναφέρουν "ψευδώς" ως βόρειο σύνορο τους τον "κοινόχρηστο δρόμο Θερμοπυλών/πρώην Λεωνίδου" και όχι το οικόπεδο της πρώτης αναιρεσίβλητης, γ) καθίστανται "de facto" υπόχρεοι αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης ως παρόδιοι στο ρυμοτομούμενο, και δ) προσβάλλεται το, σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, πηγάζον από την προσωπικότητά τους ως δημοτών του Δήμου Σπάρτης δικαίωμά τους για τη χρήση της "κοινόχρηστης δημοτικής οδού".
Οι πραγματικοί αυτοί ισχυρισμοί , με τους οποίους οι αναιρεσείοντες επιχείρησαν να στηρίξουν το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της τριτανακοπής τους κατά της τριτανακοπτόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτοι, καθόσον προβλήθηκαν στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να έχουν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη , και δεν ανήκουν στις προαναφερόμενες στην οικεία μείζονα σκέψη εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015.
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και οι ισχυρισμοί στους οποίους στηρίζεται ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτοι, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν τους έλαβε υπόψη του, ενώ προτάθηκαν.
Τούτο δε διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" όμως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν ιδρύεται όταν οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν ήταν μη νόμιμοι, ή απαράδεκτοι, όπως οι προαναφερόμενοι, και επομένως μη ασκούντες έννομη επιρροή στη έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020).
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι ίδιοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν για την απόδειξη του εννόμου συμφέροντος τους, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι το έννομο συμφέρον διαδίκου ως διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση τριτανακοπής κρίνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της, και όχι από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, στην έρευνα των οποίων δεν εισέρχεται το Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξή του.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος αναιρετικού άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 18.12.2019 αίτηση για αναίρεση της 519/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης 0 κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, καθόσον οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.2019 αίτηση για αναίρεση της 519/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ