Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence submitted one day late.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's rejection of an affidavit. The court found the evidence inadmissible because the witness was summoned only one day before the hearing, violating the two-day notice requirement under Article 422 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appellate court correctly excluded the document, and the Supreme Court upheld this decision as legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 422, 559, 578 of the Code of Civil Procedure: Evidence submitted to the court without complying with statutory time limits for witness summons is inadmissible, and a lower court's failure to consider such evidence constitutes a ground for appeal only if the error affected the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1634 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1634/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ-ΒΗΤΑ Β. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Γέρακα Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξίου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν η 206/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 322/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία διορθώθηκε με την 71/2023 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-5-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 23-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 22/24-5-2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 322/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 71/2023 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-1-2022 έφεση του ενάγοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 206/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 24-7-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 411/2017) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες (παραδοχές) πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976 συνάγεται ότι η απασχόληση του μισθωτού, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου που έχει οριστεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του Ν.Δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω Ν. 435/1976.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ' αριθ. 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του Ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του Ν.Δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικά για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζόμενους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως (ΑΠ 1582/2018, 732/2018, 684/2017, 314/2017, 534/2014).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του Ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1-10-2005) και 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15-7-2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση. Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ.
Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίστηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ. 5 του Ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου και στη συνέχεια καθορίστηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 Ν. 3385/2005). Με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (από την 41η έως και την 45η ώρα κάθε εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως) η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζόμενου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, 732/2018, 288/2018, 1109/2017).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη εταιρεία "Άλφα - Βήτα Β. Α.Ε.", στην οποία συγχωνεύθηκε λόγω απορρόφησης η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ Μ.Ε.Π.Ε. & ΣΙΑ Ε.Ε.", διατηρεί μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων εμπορίας τροφίμων με περίπου τετρακόσια (400) καταστήματα σε όλη την Ελλάδα.
Στις 12-10-2011 ο ενάγων προσελήφθη από την ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρεία με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος σε διοικητική θέση σε κατάστημά της στη Ρόδο υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και συγκεκριμένα επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως Σάββατο, με μία ημέρα ανάπαυσης (ρεπό) παρεμβαλλόμενη εντός της εβδομάδας και επί 8 ώρες ημερησίως, έναντι συμβατικών μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.493,70 Ευρώ.
Σύμφωνα με τον όρο 7 της εν λόγω ατομικής σύμβασης εργασίας, ο ενάγων έλαβε γνώση του εσωτερικού κανονισμού εργασίας της εναγομένης, αποδεχόμενος ότι οι όροι του αποτελούν όρους και της ατομικής του σύμβασης. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων εκπαιδεύθηκε και απασχολήθηκε αρχικά στο κατάστημα που διατηρεί η εναγομένη στο 3° χλμ.
της οδού ... (από ... έως ...) και εν συνεχεία στο κατάστημα επί του 5ου χλμ. της οδού ..., όπου παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 2015 και τέλος στο αντίστοιχο κατάστημα επί της οδού ..., ως υποδιευθυντής. Καθήκοντά του αποτελούσαν το άνοιγμα και κλείσιμο του καταστήματος, η άσκηση εποπτείας και επίβλεψης στους υπαλλήλους του καταστήματος, ο προσδιορισμός του προγράμματος εργασίας, καθορίζοντας τις βάρδιες εργασίας, τις ημέρες ανάπαυσης και το πρόγραμμα αδειών των εργαζομένων στο κατάστημα, η γενική επίβλεψη και εποπτεία του καταστήματος, καθώς και ο έλεγχος του συνόλου των τμημάτων και του προσωπικού.
Οι βασικές υποχρεώσεις των μερών και οι γενικοί όροι παροχής της εργασίας του ενάγοντος περιέχονταν στην από 12-10-2011 έγγραφη συμφωνία, η οποία δεν τροποποιήθηκε κατά το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή σχέση του ενάγοντος, ήτοι μέχρι 14-10-2016, οπότε ο τελευταίος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης εργασίας, ο ενάγων εργάστηκε σε όλα τα προαναφερόμενα καταστήματα σε εναλλασσόμενες μεταξύ τους βάρδιες επί οκτώ ώρες ημερησίως, ως επί το πλείστον από τις 6:00 έως τις 14:00 (πρωινή βάρδια), καθώς απαιτούνταν η προσέλευσή του για το άνοιγμα του καταστήματος και την παραλαβή των παραγγελιών και τη μεταφορά αυτών από τους υφισταμένους του εντός του καταστήματος, ή από τις 14:00 έως τις 22:00 (απογευματινή βάρδια), καθώς στην τελευταία αυτή περίπτωση παρέμενε επί μία ώρα και μετά το κλείσιμο του καταστήματος, προς επίβλεψη και υποβοήθηση των υπαλλήλων και την τακτοποίηση για την επόμενη ημέρα.
Από τη συνεκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, δεν σχηματίστηκε πλήρης δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων εργαζόταν πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και συγκεκριμένα δώδεκα (12) ώρες. Σημειώνεται αρχικά ότι στο ίδιο το δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων δεν επεξηγεί για ποιο λόγο ήταν αναγκαία η παροχή εργασίας του, μάλιστα δε όχι κατ' εξαίρεση αλλά καθημερινά, για 4 ώρες επιπλέον του συμφωνηθέντος, αρκούμενος στη γενικόλογη αναφορά στις ανάγκες του καταστήματος.
Δεν προκύπτει, δηλαδή, ότι υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος ή ανάγκη που να υπαγορεύει την ανάγκη συνεχούς υπερωριακής απασχόλησης του υποδιευθυντή μίας επιχείρησης, στα καταστήματα της οποίας, όπως αποδείχθηκε, υπήρχε πολυάριθμο υπαλληλικό προσωπικό (πλέον των 25 ατόμων), μόνιμα τοποθετημένο και οργανωμένο στα εκάστοτε λειτουργούντα τμήματα, όπως κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Πέραν τούτου, αποδείχθηκε ότι για την κάλυψη αυξημένων αναγκών, όποτε αυτό συνέβαινε, προσλαμβάνονταν και υπάλληλοι που εργάζονταν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, ούτως ώστε, σε συνδυασμό με τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, να καλύπτονται χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα όλες οι βάρδιες κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Εξάλλου, σε όλα τα καταστήματα όπου εργάστηκε ο ενάγων υπήρχαν προϊστάμενοι τμημάτων, ενώ κάποιοι από τους υπαλλήλους είχαν και επιπρόσθετα καθήκοντα βοηθού προϊσταμένου, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την εποπτεία του εκάστοτε τμήματος, ώστε να μην είναι απαραίτητη η δική του φυσική παρουσία στο κατάστημα και γενικότερα η εργασία του πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως.
Επίσης, το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας ήταν διαρθρωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάθε υποκατάστημα, όπως και σε αυτά στα οποία εργάστηκε ο ενάγων, να υπάρχει πάντοτε και διευθυντής, με τον οποίο μοιράζονταν τα αυξημένα λόγω της θέσης τους καθήκοντα, καθώς και τις δύο βάρδιες εργασίας, έτσι ώστε ο ένας να αναλαμβάνει το άνοιγμα του καταστήματος στις 06:00 το πρωί μέχρι τις 14:00 και ο άλλος το κλείσιμο αυτού στις 22:00 το βράδυ, οι δε μεταξύ τους εναλλασσόμενες βάρδιες συνέπιπταν μόνο κατά πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ σε περίπτωση κωλύματος, είτε του ενάγοντος είτε του διευθυντή, το άνοιγμα του καταστήματος αναλάμβανε κάποιος υπεύθυνος τμήματος, που είχε επίσης κλειδιά.
Εάν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ενάγοντος, σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος εργαζόταν επί 12 ώρες ημερησίως, θα έπρεπε κατά λογική αναγκαιότητα να γίνει δεκτό ότι το ωράριό του θα επικαλυπτόταν κατά τουλάχιστον τέσσερις (4) ώρες (δεδομένου ότι ο συνολικός χρόνος λειτουργίας του καταστήματος ανέρχεται σε 16 ώρες [06:00-22:00] στον οποίο συνυπολογίζονται και οι ώρες προετοιμασίας και τακτοποίησης [06:00-08:00 και 21:00-22:00]) με τον χρόνο εργασίας του διευθυντή, ο οποίος είχε επίσης οκτάωρη καθημερινή απασχόληση, κάτι που ούτε λειτουργικό είναι ούτε ανταποκρίνεται στη λογική της λειτουργίας των συγκεκριμένων καταστημάτων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, όπως και γενικότερα οι υπάλληλοι της εναγομένης που κατείχαν διοικητικές θέσεις (διευθυντές, υποδιευθυντές και υπεύθυνοι τμημάτων), δεν χρησιμοποιούσαν "κάρτα" ηλεκτρονικού ελέγχου άφιξης και αναχώρησης, αλλά οι ίδιοι δήλωναν τις ημερήσιες ώρες απασχόλησής τους, οι οποίες καταχωρούνταν στις αντίστοιχες καρτέλες (timers) και διαβιβάζονταν στα κεντρικά γραφεία που διατηρεί η εναγομένη στον Γέρακα Αττικής, ώστε να εξαχθεί η μισθοδοσία καθενός.
Ειδικότερα, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος, εκτός από τον έλεγχο της τήρησης του προγράμματος από τους λοιπούς υπαλλήλους της εναγομένης, και για τον έλεγχο της τήρησης του δικού του ωραρίου, για τον οποίο δεν ελεγχόταν από την εναγομένη, κάτι που ήταν πρακτικά αδύνατο, ενόψει α) του πλήθους των καταστημάτων που διατηρεί η τελευταία, όπου απασχολούνται περίπου 14.000 υπάλληλοι και β) της απόστασης των επίμαχων υποκαταστημάτων από την κεντρική έδρα της εταιρείας.
Έτσι, τα παραπάνω αναφερόμενα ανώτερα στελέχη (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων), συνέτασσαν οι ίδιοι προγράμματα εβδομαδιαίας εργασίας του προσωπικού της εναγομένης, στα οποία δήλωναν τις ώρες εργασίας τόσο των λοιπών υπαλλήλων, όσο και τις δικές τους. Από τα παραπάνω έγγραφα, που καταρτίζονταν υπό τον έλεγχο και την έγκριση του ενάγοντος και τα οποία είναι θεωρημένα από την Επιθεώρηση Εργασίας, ουδόλως προκύπτει καταγραφή ωρών εργασίας του ενάγοντος υπέρτερη της συμφωνηθείσας.
Είναι δε βέβαιο, ότι σε περίπτωση που ο ενάγων πράγματι παρείχε την εργασία του "προσαυξημένη" κατά 50% στην ουσία καθημερινώς, κατέχοντας τη συγκεκριμένη θέση και έχοντας την ευχέρεια να καταγράφει ο ίδιος τις ώρες εργασίας του, θα δήλωνε αυτές στις ως άνω καρτέλες. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, που περιέχονται στις πιο πάνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, εκ των οποίων οι Δ.
Λ., Κ. Φ. και Α. Σ., διετέλεσαν διευθυντές των καταστημάτων της εναγομένης όπου εργάστηκε ο ενάγων (ήτοι σε αυτό επί της οδού ..., σε αυτό επί του 5ου χλμ. ... και σε αυτό επί της οδού ... αντίστοιχα) την ίδια περίοδο με εκείνον, οι οποίοι έχοντας προσωπική αντίληψη περί των συνθηκών εργασίας του, κατέθεσαν κατηγορηματικά, αφενός ότι οι ημέρες και ώρες εργασίας των διοικητικών υπαλλήλων καταγράφονταν είτε από τον ίδιο, ως υποδιευθυντή, είτε από τον διευθυντή του καταστήματος, τα οποία στη συνέχεια υποβάλλονταν στην Επιθεώρησης Εργασίας και στα οποία ο ενάγων ουδέποτε εμφάνισε τον εαυτό του εργαζόμενο πέραν του πενθημέρου και του οκταώρου, καθώς και ότι δεν υπήρχε η ανάγκη παροχής υπερωριακής εργασίας εκ μέρους του, λόγω της οργάνωσης των καταστημάτων και της ύπαρξης ικανού αριθμού υπαλλήλων και υπευθύνων, ούτως ώστε η λειτουργία των καταστημάτων να είναι ομαλή, αφετέρου ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του (επί 5 περίπου έτη) ουδέποτε ο ενάγων προχώρησε σε διαμαρτυρία, ή ακόμη και σε απλή ενημέρωση είτε προς τη διοίκηση της εναγόμενης είτε σε περιφερειακό διευθυντή αυτής για παροχή εργασίας εκ μέρους του επιπλέον της συμφωνηθείσας, κάτι που έκανε όψιμα, μόνο μετά την αποχώρησή του από την εργασία του.
Επιπρόσθετα, τόσο οι ανωτέρω μάρτυρες, όσο και οι μάρτυρες Σ. Ξ. και Π. Μ., οι οποίοι διετέλεσαν περιφερειακοί διευθυντές των καταστημάτων που διατηρεί η εναγομένη στα Δωδεκάνησα, κατέθεσαν ρητώς ότι ουδέποτε έδωσαν γραπτή εντολή στον ενάγοντα, ώστε να εργαστεί πέραν του ωραρίου του, ούτε άλλωστε ο ενάγων προσκόμισε τέτοια εντολή.
Τούτο αναφέρεται, διότι όπως ρητώς προβλέπεται στον εσωτερικό κανονισμό εργασίας της εναγομένης, ο οποίος αποτέλεσε μέρος της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, "υπερωριακή εργασία δεν θα εκτελείται ούτε θα αναγνωρίζεται από την εταιρεία για την καταβολή αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή της εταιρείας" (άρθρο 12.3), όρος ο οποίος έχει τεθεί, όπως εκθέτει η εναγομένη, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων τόσο της ίδιας, όσο και των εργαζομένων.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Και τούτο, πρωτίστως διότι όλοι οι ως άνω μάρτυρες, προσέφεραν την εργασία τους στην εναγομένη για χρονικό διάστημα λίγων μηνών αφενός (από 5 έως 9 μήνες) και με τετράωρο κατά κανόνα ημερήσιο ωράριο αφετέρου, με αποτέλεσμα να μην έχουν προσωπική αντίληψη για τις ώρες κατά τις οποίες απασχολείτο καθημερινά ο ενάγων κατά το επίδικο διάστημα, ενώ περαιτέρω, πηγή της γνώσης των όσων κατέθεσαν ήταν είτε ο ίδιος ο ενάγων είτε άλλοι, μη κατονομαζόμενοι όμως υπάλληλοι, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εν λόγω μαρτύρων συζητούσαν μαζί τους...
Επιπρόσθετα, οι εν λόγω καταθέσεις περιέχουν αυταπόδεικτες ανακρίβειες, καθώς εμφανίζουν κατά τρόπο γενικευμένο τον ενάγοντα να εργάζεται όλες τις Κυριακές και αργίες του έτους χωρίς να παίρνει "ρεπό", κάτι που διαψεύδεται από τα ως άνω αναφερόμενα προγράμματα εργασίας και τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων.
Πρέπει τέλος να σημειωθεί, σε σχέση με το κεφάλαιο της αγωγής που αναφέρεται στις επικαλούμενες υπερωρίες και υπερεργασία, ότι ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του να του επιδικαστούν τέτοιες, ακόμη και σε ημέρες κατά τις οποίες αποδεδειγμένα απουσίαζε από την εργασία του λόγω λήψης άδειας, όπως προκύπτει από την ανάλυση της απασχόλησής του με βάση τις προαναφερόμενες καρτέλες - timers....
Ο ενάγων προσκόμισε στο παρόν δικαστήριο για πρώτη φορά είκοσι έξι (26) εκτυπώσεις εγγράφων που τιτλοφορούνται "πρόγραμμα διευθυντών - υποδιευθυντών", οι οποίες, όπως υποστηρίζει με τις προτάσεις του, βρέθηκαν στην κατοχή του μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.... ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι εκτυπώσεις αυτές συνιστούν "διπλά βιβλία", καθότι διαφέρουν από τα εβδομαδιαία προγράμματα που προσκόμισε η εναγομένη, δημιουργούνταν δε, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Δ.
Γ., πατέρας του ενάγοντος, "ώστε να λάβει γνώση ο αντίστοιχος περιφερειακός διευθυντής για τις πραγματικές ώρες εργασίας", κάτι που έρχεται σε πραγματική και λογική αντίφαση με τον αγωγικό ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο οι υπερωρίες γίνονταν κατ' εντολή των περιφερειακών διευθυντών, επομένως ουδεμία ανάγκη ενημέρωσής τους υπήρχε, πολλώ μάλλον αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, αυτές οι υπερωρίες δεν υπήρχε πρόθεση να πληρωθούν από την εναγομένη.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη υπερεργασιακά ή κατ' εξαίρεση υπερωριακά και επομένως τα σχετικά αγωγικά αιτήματα (ήτοι της καταβολής αποζημίωσης λόγω υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και της επιδίκασης διαφοράς αναλογίας δώρων Πάσχα - Χριστουγέννων και αναλογίας επιδόματος αδείας - αποδοχών αδείας λόγω μη προσμέτρησης στις συνήθεις καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος της τακτικά παρεχόμενης υπερεργασίας) είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα".
Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 71/2023 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί ότι: 1) Σε εκτέλεση της ένδικης σύμβασης εργασίας, ο ενάγων εκπαιδεύθηκε και απασχολήθηκε αρχικά στο κατάστημα που διατηρεί η εναγομένη στο 3° χλμ.
της οδού ... (από ... έως ...) και εν συνεχεία στο κατάστημα επί του 5ου χλμ. της οδού ..., όπου παρέμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 2015 και τέλος στο αντίστοιχο κατάστημα επί της οδού ..., ως υποδιευθυντής. 2) Καθήκοντά του αποτελούσαν το άνοιγμα και κλείσιμο του καταστήματος, η άσκηση εποπτείας και επίβλεψης στους υπαλλήλους του καταστήματος, ο προσδιορισμός του προγράμματος εργασίας, καθορίζοντας τις βάρδιες εργασίας, τις ημέρες ανάπαυσης και το πρόγραμμα αδειών των εργαζομένων στο κατάστημα, η γενική επίβλεψη και εποπτεία του καταστήματος, καθώς και ο έλεγχος του συνόλου των τμημάτων και του προσωπικού. 3) Ο ενάγων εργάστηκε σε όλα τα προαναφερόμενα καταστήματα σε εναλλασσόμενες μεταξύ τους βάρδιες επί οκτώ ώρες ημερησίως, ως επί το πλείστον από τις 6:00 έως τις 14:00 (πρωινή βάρδια), καθώς απαιτούνταν η προσέλευσή του για το άνοιγμα του καταστήματος και την παραλαβή των παραγγελιών και τη μεταφορά αυτών από τους υφισταμένους του εντός του καταστήματος, ή από τις 14:00 έως τις 22:00 (απογευματινή βάρδια), καθώς στην τελευταία αυτή περίπτωση παρέμενε επί μία ώρα και μετά το κλείσιμο του καταστήματος, προς επίβλεψη και υποβοήθηση των υπαλλήλων και την τακτοποίηση για την επόμενη ημέρα. 4) Στα καταστήματα υπήρχε πολυάριθμο υπαλληλικό προσωπικό (πλέον των 25 ατόμων), μόνιμα τοποθετημένο και οργανωμένο στα εκάστοτε λειτουργούντα τμήματα, ενώ για την κάλυψη αυξημένων αναγκών, όποτε αυτό συνέβαινε, προσλαμβάνονταν και υπάλληλοι που εργάζονταν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, ούτως ώστε, σε συνδυασμό με τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης, να καλύπτονται, χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα, όλες οι βάρδιες κατά τη διάρκεια της ημέρας. 5) Σε όλα τα καταστήματα, όπου εργάστηκε ο ενάγων, υπήρχαν προϊστάμενοι τμημάτων, ενώ κάποιοι από τους υπαλλήλους είχαν και επιπρόσθετα καθήκοντα βοηθού προϊσταμένου, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι την εποπτεία του εκάστοτε τμήματος, ώστε να μην είναι απαραίτητη η δική του φυσική παρουσία στο κατάστημα και γενικότερα η εργασία του πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως. 6) Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας ήταν διαρθρωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε σε κάθε υποκατάστημα, όπως και σε αυτά που εργάστηκε ο ενάγων, να υπάρχει πάντοτε και διευθυντής, με τον οποίο μοιράζονταν τα αυξημένα λόγω της θέσης τους καθήκοντα, καθώς και τις δύο βάρδιες εργασίας, έτσι ώστε ο ένας να αναλαμβάνει το άνοιγμα του καταστήματος στις 06:00 το πρωί μέχρι τις 14:00 και ο άλλος το κλείσιμο αυτού στις 22:00 το βράδυ, οι δε μεταξύ τους εναλλασσόμενες βάρδιες συνέπιπταν μόνο κατά πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, ενώ σε περίπτωση κωλύματος, είτε του ενάγοντος είτε του διευθυντή, το άνοιγμα του καταστήματος αναλάμβανε κάποιος υπεύθυνος τμήματος, που είχε επίσης κλειδιά. 7) Ο ενάγων, όπως και γενικότερα οι υπάλληλοι της εναγομένης που κατείχαν διοικητικές θέσεις (διευθυντές, υποδιευθυντές και υπεύθυνοι τμημάτων), δεν χρησιμοποιούσαν κάρτα ηλεκτρονικού ελέγχου άφιξης και αναχώρησης, αλλά οι ίδιοι δήλωναν τις ημερήσιες ώρες απασχόλησής τους, οι οποίες καταχωρούνταν στις αντίστοιχες καρτέλες (timers) και διαβιβάζονταν στα κεντρικά γραφεία που διατηρεί η εναγομένη στον Γέρακα Αττικής, ώστε να εξαχθεί η μισθοδοσία καθενός. 8) Ο ενάγων ήταν υπεύθυνος, εκτός από τον έλεγχο της τήρησης του προγράμματος από τους λοιπούς υπαλλήλους της εναγομένης, και για τον έλεγχο της τήρησης του δικού του ωραρίου, για τον οποίο δεν ελεγχόταν από την εναγομένη, καθότι ήταν πρακτικά αδύνατο, ενόψει αφενός του πλήθους των καταστημάτων που διατηρεί η τελευταία, όπου απασχολούνται περίπου 14.000 υπάλληλοι, και αφετέρου της απόστασης των επίμαχων υποκαταστημάτων από την κεντρική έδρα της εταιρείας. 9) Τα παραπάνω αναφερόμενα ανώτερα στελέχη (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων), συνέτασσαν οι ίδιοι προγράμματα εβδομαδιαίας εργασίας του προσωπικού της εναγομένης, στα οποία δήλωναν τις ώρες εργασίας τόσο των λοιπών υπαλλήλων, όσο και τις δικές τους, συνεπώς εάν ο ενάγων πράγματι παρείχε την εργασία του "προσαυξημένη" κατά 50% καθημερινώς, κατέχοντας τη συγκεκριμένη θέση και έχοντας την ευχέρεια να καταγράφει ο ίδιος τις ώρες εργασίας του, θα δήλωνε αυτές στις ως άνω καρτέλες, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984, 9 της υπ' αριθ. 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983, 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975, και 4 του Ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του Ν. 3385/2005 και 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010.
Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου ως προς τη μη συνδρομή των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των αριθμών 1 (πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου) και 19 (δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου (με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1980/2022, 1932/2022).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1932/2022, 376/2022, 688/2016, 2261/2014).
Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1932/2022, 204/2017, 12/2015).
Προκειμένου δε περί των μνημονευόμενων στο άρθρο 421 ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων ούτε των μαρτύρων, αλλά αποτελούν αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο, η μη λήψη αυτών καταφάσκει την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1932/2022, 767/2011, 1253/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ιδίου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτεθέντα, "1.
Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.
Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα προεκτεθέντα, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίσθηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και, επίσης, να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από τη λήψη τους, ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 139/2024, 439/2017, 722/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 5 του Ν. 2915/2001 (η οποία δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015), εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, αφού δεν αντίκειται στις ειδικές ρυθμίσεις της εν λόγω διαδικασίας, "1.
Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων.... 2. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, θεωρούνται αυτά που είτε δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως είτε υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήταν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λπ., είναι δε αδιάφορο, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, ως εκ τούτου, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο εκείνα που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.
αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 988/2021, 484/2019, 1621/2009, 1107/2008).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέκρουσε ως απαράδεκτη και δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. ...-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Κ. του Μ. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κω Ε. Κ., που ελήφθη κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας και την οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του, κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα δε, την απέκρουσε με το σκεπτικό ότι αυτή "είχε προσκομισθεί απαραδέκτως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις του, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και ότι για την ταυτότητα του νομικού λόγου απαραδέκτως προσκομίζεται και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου", υποπίπτοντας έτσι στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο αναιρεσείων νομίμως είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Προσέτι ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις του, την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, διαλαμβάνει δε στον υπό κρίση αναιρετικό λόγο αποσπάσματα του περιεχομένου της και ισχυρίζεται ότι η λήψη αυτής σκοπούσε στην αντίκρουση των παρατιθέμενων στο αναιρετήριο ισχυρισμών της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που διατυπώθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της αγωγής και περιέχονται στις κατατεθείσες τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση υπ' αριθ. 206/2019 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στις 18-9-2018, η οποία (δήλωση) καταχωρίστηκε στα ως άνω πρακτικά, γνωστοποίησε στην αντίδικο εταιρεία ότι την προσεχή Πέμπτη (ενν. στις 20-9-2018) και ώρα 11:00 θα εξεταστεί, προς αντίκρουση των ισχυρισμών της τελευταίας, ο μάρτυρας Ν. Κ., ιδιωτικός υπάλληλος, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κω, Ε. Κ.
Συνεπώς, η κλήτευση της εναγομένης εταιρείας έλαβε χώρα μία (1) εργάσιμη ημέρα πριν από τη λήψη της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης και όχι πριν από δύο (2) εργάσιμες ημέρες, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και ορθώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία (άρθρο 578 ΚΠολΔ), η οποία αντικαθίσταται με την ανωτέρω (ΟλΑΠ 37/1996, ΑΠ 617/2022, 68/2021, 397/2020, 999/2019), απορριπτομένου του πρώτου λόγου αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 22/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 322/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 71/2023 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ