Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague grounds and violation of procedural law articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued for procedural violations and statute of limitations issues, but the court found their grounds vague and selective. Consequently, the court ruled that procedural law violations do not constitute valid grounds for appeal under the relevant articles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 338, 340 of the Civil Procedure Code; Articles 559, 561 of the Civil Procedure Code: Violations of procedural law provisions do not constitute grounds for appeal, and vague or selective grounds fail to meet the requirements for appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 68 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 68/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Α. Γ. του Ν., ατομικά και ως κληρονόμου του Κ. Γ., κατοίκου …, 2.Ε. Γ. του Κ., ως κληρονόμου του Κ. Γ., κατοίκου Αγ... 3.Ι. Γ. του Κ., ως κληρονόμου του Κ. Γ., κατοίκου …, οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παντελή Κοκοτού.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Δ. συζ. Μ. Δ. το γένος Λ. Β., κατοίκου …, 2.Σ. Δ. του Μ., κατοίκου …, 3.Ν. Δ. του Μ., κατοίκου …, 4.Μ. συζ. Γ. Ν., το γένος Ν. Δ., κατοίκου ..., 5. Ν. Δ. του Ι. - Π., κατοίκου …, 6. Ε. Δ. του Ι. - Π., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Κατοχιανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2008 αγωγή των αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6276/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 305/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 27-4-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 27-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 305/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν έγινε δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου (οικοπέδου μετά της εντός αυτού πεπαλαιωμένης οικίας), που περιορίστηκε σε αναγνωριστική, στηριζόμενη, σε παράγωγο (κληρονομικές διαδοχές) και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας και στρεφόμενη κατά της πρώτης αναιρεσείουσας και του Κ.
Γ., στη δικονομική θέση του οποίου, λόγω του θανάτου του κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης ,έχουν υπεισέλθει και συνεχίζουν τη δίκη όλες οι αναιρεσείουσες ως καθολικές αυτού διάδοχοι (σύζυγος και τέκνα), αφού απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεσή τους κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια Η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία δεν διώκεται αξίωση, δεν υπόκειται σε παραγραφή αφού, κατ' άρθρο 247 ΑΚ, η παραγραφή αναφέρεται στις αξιώσεις.
Αν όμως παραγράφηκε η αξίωση την οποία πρόκειται να προπαρασκευάσει η αγωγή αυτή, τότε λείπει το απαιτούμενο για την άσκησή της έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, και για αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 180/2018,ΑΠ 1014/2017). Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη; σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 249, 251, 261 και 263 , 277 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται και, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη.
Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΠ 1014/2017). Η εικοσαετής παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής ως αξίωσης που απορρέει από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας αρχίζει από την συνιστώσα την προσβολή του δικαιώματος, με τη δημιουργία καταστάσεως που αντιτίθεται σ' αυτό, κατάληψη του πράγματος από κάποιο τρίτο, από της οποίας γεννάται η αξίωση και είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, επέρχεται δε, προσμετρούμενου επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, υπέρ του καθολικού ή ειδικού διαδόχου, του χρόνου της επί του πράγματος νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 271 ΑΚ), με την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του επί μια εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής του προσβολέως και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 1014/2017, ΑΠ 41/2016).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ίδιων ως άνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η ένσταση παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και, ιδία, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής και αίτηση απόρριψης της αγωγής για το λόγο αυτό (ΑΠ 1874/2008, ΑΠ 1139/2002), ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 277 και 278 ΑΚ, το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την ένσταση παραγραφής παρά, μόνον, εφόσον προταθεί από τον υπόχρεο οφειλέτη ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 278 ΑΚ, δηλαδή, το δανειστή και όποιον έχει έννομο συμφέρον (εγγυητής, τρίτος κύριος ενεχυρασθέντος ή ενυπόθηκου πράγματος, καταπιστ/χος, υπό αίρεση δανειστής).
Εξάλλου, η ένσταση παραγραφής αποτελεί γνήσια αυτοτελή ένσταση (ΑΠ 1333/2000), διότι αφορά επίκληση ουσιαστικού δικαιώματος, και όχι πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζονται οι καταχρηστικές ενστάσεις. Επομένως, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 262 παρ 2 ΚΠολΔ, η οποία απαγορεύει ενστάσεις στηριζόμενες σε δικαίωμα τρίτου (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος ) και αφορά (η διάταξη αυτή) τις γνήσιες ενστάσεις (ΑΠ 1175/2001).
Συνακόλουθα, ως γνήσια αυτοτελής ένσταση μπορεί να προβληθεί μόνοι/,από το δικαιούχο και όχι από τρίτο ( ΑΠ 1175/2001), σε αντίθεση με τις καταχρηστικές ενστάσεις που μπορούν να προβληθούν από όποιον έχει έννομο συμφέρον, όπως επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ακινήτου, όπου ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι κύριος του επίδικου έγινε τρίτος, ο οποίος, (ισχυρισμός), αν στηρίζεται σε γεγονότα προγενέστερα ή σύγχρονα με εκείνα που θεμελιώνουν τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και της ενεργητικής νομιμοποίησής της, αν, όμως, τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι μεταγενέστερα από εκείνα που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ο ισχυρισμός αποτελεί ένσταση , η οποία είναι καταχρηστική καμάρα, δεν υπόκειται στον περιορισμό του άνω άρθρου 262 παρ. 2 ΚΠολΔ και μπορεί να προταθεί από τον εναγόμενο , διότι δεν πηγάζει από δικαίωμα τρίτου (ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1476/1999, ΑΠ 282/1993).
Σε περίπτωση, δε, όπου η παραπάνω γνήσια αυτοτελής ένσταση παραγραφής προβληθεί από άλλον, εκτός από το δικαιούχο, απορρίπτεται ως ανομιμοποίητη (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) (ΑΠ 1175/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτοί προέβαλαν τον ισχυρισμό της παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι ο Ν. Φ., πατέρας της δεύτερης εναγομένης, κατέχει και νέμεται το επίδικο ακίνητο πριν από το έτος 1960 και τουλάχιστον από το έτος 1962 και έκτοτε εξακολουθεί συνεχούς να το κατέχει και να το νέμεται, μέχρι την άσκηση της αγωγής (2008), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έχοντας καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι ίδιοι φιλοξενούνται στο επίδικο από τον τελευταίο, και ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι αδράνησαν να ασκήσουν κάθε δικαίωμά τους και ότι, επομένως, η αξίωση για απόδοση του ακινήτου έχει παραγραφεί.
Την ένσταση αυτή, η οποία επαναφέρθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Εφετείου) από τους εναγόμενους με την έφεσή τους, με λόγο έφεσης, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ως αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα, όπως και το πρωτοβάθμιο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης με την αιτιολογία, "διότι οι εκκαλούσες δεν επικαλούνται κτήση της νομής του επίδικου από αυτές με πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο και άσκηση αυτής συνεχώς επί είκοσι έτη έως την άσκηση της αγωγής, είτε αποκλειστικά από τις ίδιες είτε με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, ούτε κατοχή του επίδικου από αυτές επί είκοσι έτη έως την άσκηση της αγωγής".
Όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων-εκκαλουσών -αναιρεσειουσών ήταν απορριπτέος, προεχόντως για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πιο πάνω μείζονα νομική σκέψη, γιατί η πρότασή του μπορούσε να γίνει μόνον από τον παραπάνω κάτοχο Ν. Φ. (δικαιούχο), και όχι από τους εναγόμενους , υποκείμενη στο περιορισμό του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα προαναφερόμενα, και ανεξάρτητα του ότι οι τελευταίοι μετά τον περιορισμό της διεκδικητικής αγωγής σε αναγνωριστική, δεν προέβαλαν με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις τους (ρητά) την έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εναγόντων για άσκηση της αγωγής, λόγω παραγραφής της σχετικής αξίωσης.
Η διάταξη δε του άρθρου 278 ΑΚ ,δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, διότι οι εναγόμενοι δεν πρότειναν την ένσταση άρνησης εκπλήρωσης (δεν θα μπορούσαν, άλλωστε, αφού η αγωγή περιορίστηκε σε αναγνωριστική ) της παροχής (άρθρο 272 ΑΚ), ώστε να τύχουν προστασίας με το άνω άρθρο 278 ΑΚ και δεν υπάγονται στα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν επικαλέστηκαν την ύπαρξη σε αυτούς εννόμου συμφέροντος, κατ' άρθρο 278 ΑΚ, με την επίκληση περιστατικών που το θεμελιώνουν και τέτοιο δεν είναι η επίκληση από αυτούς ότι ο Ν. Φ. κατείχε και νεμόταν το επίδικο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έχοντας καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τον άνω ισχυρισμό των εναγομένων- εκκαλουσών και η προσβαλλόμενη έχει ορθό (κατ' αποτέλεσμα) διατακτικό, πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με την ορθή ως άνω (ΟλΑΠ 37/1996, ΑΠ 999/2019), ν' απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται πλημμέλειες από τους αριθ. 1,8 και 14 ΚΠολΔ ως προς την απόρριψη ως αόριστης της άνω ένστασης παραγραφής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β" ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 812/2018). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης , κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών που προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις και επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον Γ' λόγο έφεσής τους, ότι οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες δεν είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, αλλά κύριος αυτού σε μεγαλύτερη έκταση είναι ο Ν.
Φ., πατέρας της δεύτερης εναγομένης-πρώτης αναιρεσείουσας, ο οποίος κατέχει και νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου πριν από το έτος 1960 και τουλάχιστον από το έτος 1962, ασκώντας συνεχώς, τις αναφερόμενες πράξεις νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής (2008), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, έχοντας καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός περί κυριότητας τρίτου στο επίδικο, ως προς τη γενόμενη δεκτή από το Εφετείο κύρια βάση της αγωγής, περί συγκυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων στο επίδικο κατά τα αναφερόμενα ποσοστά ο καθένας με παράγωγο τρόπο, (ήτοι διαδοχικές κληρονομιές των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους , αληθών κυρίων κατά τους επισυμβάντες θανάτους αυτών κατά τα έτη 1961, 1980, 2001 και 2005 με άμεσο δικαιοπάροχο της τέταρτης και απώτερο των λοιπών και αληθή κύριο τον Ν.
Δ., μετά από συμβολαιογραφικές αποδοχές των κληρονομιών και μεταγραφές αυτών), αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά είναι σύγχρονα με εκείνα που στηρίζουν την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη ως προς στον αμέσως παραπάνω πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, και δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια των άνω διατάξεων. 'Άλλωστε, τόσο στις πρωτοβάθμιες προτάσεις , όσο και στο σχετικό Γ' λόγο έφεσης, οι αναιρεσείουσες, χαρακτηρίζουν τον ισχυρισμό αυτόν "ως άρνηση (αιτιολογημένη) της αγωγής".
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου με παράγωγο τρόπο, με βάση τις προαναφερόμενες κληρονομικές διαδοχές από αληθείς συγκυρίους, και ότι "οι εναγόμενοι τους απέβαλαν από τη συννομή τους", έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό περί κυριότητας τρίτου στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων.
Ο ίδιος λόγος, κατά το ίδιο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνον, από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1276/2011), που όμως, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016).
Με το τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόδειξη του ισχυρισμού τους περί έλλειψης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο και κτήση κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία από τον Ν.
Φ. και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: 1-1α) Αντίγραφα λογαριασμών ΔΕΗ του επιδίκου ακινήτου εκδοθέντων στο όνομα του Ν. Φ., 2-2α). Αντίγραφο της με αρ. … απόδειξης παροχετεύσεως και αντίγραφο λογαριασμού ΕΥΔΑΠ εκδοθέντος στο όνομα του Ν. Φ., 3) Αντίγραφο λογαριασμού ΟΤΕ του επιδίκου ακινήτου εκδοθέντος στο όνομα του Ν.
Φ., 4)Αντίγραφο της με αρ. πρωτ. … απόφασης διακοπής εργασιών λόγω αυθαιρέτων κατασκευών στο επίδικο ακίνητο,5-5δ)Αντίγραφα τριπλοτύπων εισπράξεως για την νομιμοποίηση του επιδίκου ακινήτου και εγγράφων νομιμοποίησης, 6) Αντίγραφο βεβαίωσης του Δήμου Περιστερίου περί διόρθωσης της αρίθμησης επί της οδού … από το νούμερο … στο νούμερο …, 7-7α) Αντίγραφα δελτίων αυτοψίας στο ακίνητο μετά το σεισμό του 1999.
Όπως, όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα και αναλυτικά αναφερόμενα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, στην οποία, μάλιστα γίνεται αναφορά και αξιολόγηση πολλών από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα , σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα , αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή ,στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Για να είναι, δε, ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή ότι έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών , που εντοπίζεται η αντίφαση (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 860/2018).
Επίσης, πρέπει ν' αναφέρονται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του , έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς επίσης και οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 739/2011).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο: α) αναιτιολόγητα δέχθηκε τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας από τους αναιρεσίβλητους στο επίδικο/χωρίς αναφορά οποιασδήποτε πράξης νομής και του χρόνου της αποβολής από τη νομή, β) αναιτιολόγητα δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία (1045 ΑΚ) του τρίτου Ν.
Φ. και απόσβεση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων , καθώς και τον ισχυρισμό τους περί παραγραφής της αγωγής (1053,1094,249 και 278 ΑΚ); μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν τους ισχυρισμούς αυτούς αποδείχθηκαν και όφειλε να τους δεχθεί σύμφωνα με τα άρθρα 338 και 340 ΚΠολΔ. γ) δεν έλαβε υπόψη για το παραπάνω ζήτημα, ως δικαστικά τεκμήρια ,τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη, μη τελεσίδικες αποφάσεις, για αναγνώριση του ως άνω τρίτου Ν.
Φ. ως κυρίου του επίδικου (σε μεγαλύτερη έκτακτη) με έκτακτη χρησικτησία, ούτε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά παράβαση του άρθρου 338 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος , προεχόντως, ως αόριστος και, κατά συνέπεια, απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση των επικαλούμενων διατάξεων , παρά μόνον επιλεκτικά και αποσπασματικά . Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι απαράδεκτος: 1) ως προς τις υπό στοιχείο β και γ' αιτιάσεις, διότι οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις (άρθρα 338, 340 ΚΠολΔ) είναι δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού (ΑΓΙ 115/2011, ΑΠ 1716/2009), και, συνεπώς η τυχόν παραβίασή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 2) ως προς την υπό στοιχείο β' αιτίαση κατά το δεύτερο σκέλος της, διότι το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της ένστασης παραγραφής, αλλά την απέρριψε ως αόριστη (ΟΛ ΑΠ 44/1990). 3) διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσής του στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι δε αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις αφορούν σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα δεν αποτελούν "ζητήματα", με την έννοια του εν λόγω άρθρου και συνεπώς δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠοΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2018 αίτηση των Α. Γ. κλπ. για αναίρεση της 305/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου