Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment due to sufficient reasoning and lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling on land ownership. The State argued the second-instance court failed to properly address specific legal issues regarding the disputed property. The court found the lower court's reasoning was clear, complete, and free of contradictions, thereby satisfying the legal requirements for a valid appeal judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559, No. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appealed judgment contains sufficient and consistent reasoning that precludes further review of the substantive legal application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1632 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1632/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Ο. Α., το γένος Σ. Τ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Μακρή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Λ. συζ. Β. Κ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά της ιδίας ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου της και κατέθεσε προτάσεις, 3) Σ. Β. Κ., κατοίκου Μοσχάτου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις, 4) Σ. Ε. Τ., κατοίκου Άφρας Κέρκυρας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος Σωτήριος Ευσταθ. Τσάμης, απεβίωσε στις 5-2-2019, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 70/1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κέρκυρας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτού ... κάτοικος Κέρκυρας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 667/2016).
Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 295/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 70/1/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου της Δ.Ε. Κερκυραίων, ο 4ος των αναιρεσιβλήτων Σ. Τ. του Ε. απεβίωσε την 5-2-2019, ήτοι μετά την άσκηση, στις 10-10-2016, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και με την από 24-12-2018 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη του, κατέλειπε μόνη κληρονόμο του τη σύζυγό του ...
όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 731/17-12-2019 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας. Επίσης, όπως προκύπτει από το 2722/20-9-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας, πλην της ανωτέρω διαθήκης, καθώς και της από 2-12-2018 προηγούμενης διαθήκης του, δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη του 4ου αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω, η ανωτέρω κληρονόμος, με δήλωση της πληρεξουσίας της δικηγόρου Παρασκευής Μακρή, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στο αναιρεσείον το θάνατο του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εκ διαθήκης κληρονόμου του ανωτέρω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου η προκείμενη δίκη.
Με την κρινόμενη από 2-10-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 104/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 59/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Με την απόφαση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε γίνει δεκτή η από 22-10-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποίαν αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγρού έκτασης 209 στρεμμάτων, όπως αυτός περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή, ο οποίος βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2021).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006 ΑΠ3/2022, ΑΠ 1111/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπησή της: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Περνολαγκάδα" της κτηματικής περιφέρειας Αστακού Αιτωλ/νίας, έχει έκταση 209 στρεμμάτων και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ..., βόρεια με ιδιοκτησίες Σ.
Γ., Χ. Μ. και κληρονόμων Κ. Χ., δυτικά με δρόμο και πέραν αυτού με πρώην ιδιοκτησία ΕΤΒΑ ΑΕ και νότια με ρέμα και πέραν αυτού με πρώην ιδιοκτησία Γ. Τ. (και ήδη αγνώστου) και με έκταση της πρώην Κοινότητας Αστακού...Το ακίνητο αυτό, μαζί με συνεχόμενη έκταση 24 στρεμμάτων, που απαλλοτριώθηκε το έτος 1984 υπέρ της ΕΤΒΑ για τη διάνοιξη της Ναυτιλιακής Βιομηχανικής Περιοχής στη θέση Πλατυγιαλίου Αστακού, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, η οποία ανήκε αρχικά στο Γ.
Τ., ο οποίος από το έτος 1825 κατείχε και νεμόταν αυτήν διανοία κυρίου και με καλή πίστη μέχρι το έτος 1860, οπότε τη μεταβίβασε με άτυπη πώληση στον Ε. Τ., ο οποίος έκτοτε κατείχε και νεμόταν αυτήν, η οποία αποτελούνταν από καλλιεργήσιμες και βραχώδεις επιφάνειες, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ασκώντας επ' αυτής όλες τις πράξεις που άρμοζαν στη φύση και το προορισμό της και συγκεκριμένα καλλιεργούσε τα καλλιεργήσιμα τμήματα με σιτάρι και κριθάρι, προέβαινε σε ξύλευση των υπαρχόντων σ' αυτή δέντρων, συνέλεγε τους καρπούς (κυρίως βελανίδια) μέχρι το έτος 1933 που απεβίωσε άνευ διαθήκης, κληρονομηθείς από τα τέκνα του Λ., Σ., Κ., Δ., Π.
και Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία του ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Οι τελευταίοι το έτος 1934 διένειμαν άτυπα μεταξύ τους την εν λόγω κληρονομία, από δε τη διανομή αυτή το επίδικο ακίνητο, ως αυτοτελές πλέον αγροτεμάχιο, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Σ. Τ., πατέρα των δύο πρώτων εναγουσών και παππού των λοιπών δύο εναγόντων.
Από της περιελεύσεώς τους σ' αυτόν, ο Ε. Τ. νεμόταν και κατείχε το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής, μέχρι το έτος 1943, οπότε απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Σοφία και τα τέκνα του Π., Λ. (δύο πρώτες ενάγουσες), Βασιλική, μητέρα του τρίτου ενάγοντος και Ευστάθιο, πατέρα του τέταρτου ενάγοντος, οι οποίοι, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, υπεισήλθαν στην κληρονομία και νέμονταν έκτοτε το επίδικο ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και συγκεκριμένα να ξυλεύουν τα δέντρα, να συλλέγουν τους καρπούς των βελανιδιών (χρησιμοποιούνταν στη βυρσοδεψία) και να εκμισθώνουν αυτό σε τρίτους για βοσκή ζώων, μέχρι το έτος 1965, οπότε η εκ των ανωτέρω κληρονόμων Σοφία δώρισε άτυπα κατά ίσα μέρη στους λοιπούς κληρονόμους-τέκνα της το κληρονομικό της μερίδιο.
Ακολούθως, μετά τους επισυμβάντες θανάτους των εκ των ανωτέρω κληρονόμων Ε. Τ. το έτος 1979 και Β. Τ., συζ. Β. Κ., το έτος 1996, αυτοί κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από τον τέταρτο και τρίτο των εναγόντων αντίστοιχα, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία των γονέων τους αυτών με τις 10.109/2004 (ο τέταρτος) και 279/2004 (ο τρίτος) δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας των συμβ/φων Κέρκυρας Αικατερίνης Λάμπουρα και Ξηρομερίου Κων/νας Τζογάνη αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αστακού (τ. 84 και α/α 53 και τ. 83 και α/α 479).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την περιέλευση του επιδίκου σ' αυτούς, οι ενάγοντες συνέχισαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη να ασκούν επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, όπως και οι δικαιοπάροχοί τους και συγκεκριμένα να συλλέγουν τους καρπούς των βελανιδιών και να εκμισθώνουν αυτό σε τρίτους για βοσκή των ζώων (βλ.
τα από 10-10-1997 και 13-9-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως), έχοντας έτσι καταστεί κύριοι αυτού με την παρέλευση εικοσαετίας και πλέον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και αυτόν των δικαιοπαρόχων τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν. Τα παραπάνω γεγονότα αποδείχθηκαν τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η οποία δεν αντικρούσθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, σύμφωνα με την οποία αυτός τη μόνη γνώση που έχει για το επίδικο την αντλεί από την ερμηνεία των σχετικών αεροφωτογραφιών του 1945 και εντεύθεν, ότι στο επίδικο υπάρχουν ζώα και ένα μαντρί, ότι η έκταση δεν είναι όλη βραχώδης, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει πόση είναι βραχώδης και πόση καλλιεργήσιμη, ότι το εναγόμενο δεν διενήργησε ποτέ επί του επιδίκου κάποια πράξη νομής και ότι έχει πληροφορηθεί ότι χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους οι καρποί των δέντρων της βελανιδιάς σε βυρσοδεψία, όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και οι οποίες κρίνονται πειστικές, αφού όλοι είναι κάτοικοι της περιοχής και γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση, όπως ο Σταύρος Γκότσης, 80 ετών κατά το χρόνο της βεβαίωσης, ο οποίος, όπως και πριν απ' αυτόν ο πατέρας του, είναι ένας από τους μισθωτές του επιδίκου ακινήτου, έχοντας εγκαταστήσει εντός αυτού ποιμνιοστάσιο και ο Μ.
Σ., 77 ετών κατά τον ίδιο χρόνο, ο οποίος, υπό την ιδιότητα του αγροφύλακα από το έτος 1967, γνώριζε ότι όλοι οι κτηνοτρόφοι της περιοχής φύλαγαν και σέβονταν το επίδικο ως ιδιοκτησία του Σ. Τ. και των κληρονόμων του, ότι και η υπηρεσία του (δασαρχείο Αμφιλοχίας) θεωρούσαν το επίδικο ως ιδιοκτησία και πολύ αργότερα εξέδωσε έγγραφο ότι όλες οι εκτάσεις στην ίδια περιοχή ήταν δασικές και ανήκουν στο Δημόσιο, τόσο δε αυτός όσο και ο μάρτυρας Κων/νος Καούρας, 77 ετών, κατέθεσαν ότι γνώριζαν από μαρτυρίες παλαιότερων κατοίκων της περιοχής, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν και νέμονταν το επίδικο τουλάχιστον από το έτος 1850 και ότι η καλλιέργεια του πρόσφορου γι' αυτή τμήματος, 60 στρεμμάτων περίπου, σταμάτησε περί το έτος 1943, διότι, λόγω του ότι αυτό ήταν ξερικό, ήταν ασύμφορη και έπρεπε να γίνεται με ζώα και τσαπιά, καθώς δεν υπήρχε δρόμος για μηχανοκίνητα μέσα.
Αυτό άλλωστε εξηγεί και το ότι στις αεροφωτογραφίες του 1945, 1960, 1972 και 1986 που μνημονεύονται στις από 17-7-2009 και 27-5-2014 εκθέσεις αυτοψίας και φωτοερμηνείας των δασολόγων Σ. Κ. και Γ. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο, δεν διακρίνονται ίχνη καλλιέργειας, ενώ διακρίνεται το ποιμνιοστάσιο. Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές διαπιστώνεται η ύπαρξη βελανιδιών σε ποσοστό άνω του 30% και αναφέρεται ότι όλη η έκταση καλύπτεται από φρυγανώδη βλάστηση ασφάκας, παρουσιάζοντας τη μορφή δάσους στο σύνολό της.
Από τις εκθέσεις αυτές όμως, που βεβαιώνουν από το έτος 1945 και εντεύθεν, δεν αποδεικνύεται η δασική μορφή του επιδίκου πριν από το χρόνο αυτό και μάλιστα κατά το έτος 1836, που είναι ο κρίσιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε (σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 11-9-1915 ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε.
Τ. είχε καταστεί με την παρέλευση τριακονταετίας στη νομή του, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι υπάρχουσες κατά το χρόνο αυτό και μέχρι τις 11-9-1915 βελανιδιές συνιστούσαν οργανική ενότητα, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσέδιδε μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (δάσους ή δασικής έκτασης), κατά την έννοια του άρθρου 3 του ν. 998/1979..., ενώ είναι αδιάφορο για την κρινόμενη υπόθεση, αν το επίδικο απέκτησε δασική μορφή μετά το έτος 1945.
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις παραπάνω εκθέσεις αυτοψίας, για τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 79 στρεμμάτων περίπου, έχει εκδοθεί η 549/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναγνωρίζεται το τμήμα αυτό ως ιδιόκτητη έκταση και με την 3882/2002 πράξη χαρακτηρισμού του Δασ. Αμφιλοχίας αναγνωρίστηκε τελεσίδικα ως ιδιωτικό δάσος.
Από τις εν λόγω απόφαση του ΑΠ και πράξη του Δασαρχείου, δεν προκύπτει ότι το σ' αυτές επίδικο συμπίπτει με τμήμα του νυν επιδίκου ακινήτου, όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο, όμως και με αυτό ως δεδομένο προκύπτει ότι η έκταση αυτή (των 79 στρεμμάτων) δεν ανήκει στο Δημόσιο, αλλά κρίθηκε ότι ανήκει στον Δ. Π., ενώ και ως δάσος το τελευταίο (Δημόσιο) το θεωρεί ως ιδιωτικό.
Από όλα αυτά συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έχει δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, διότι αυτό αποτελεί δημόσια δασική έκταση, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από την 288/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, από την οποία προκύπτει ότι για την απαλλοτρίωση του έτους 1984 υπέρ ης ΕΤΒΑ, οι κληρονόμοι του Σ.
Τ., ήτοι η σύζυγός του Σοφία και τα τέκνα του Π., Λ. (δύο πρώτες ενάγουσες) και Βασιλική (μητέρα του τρίτου ενάγοντος) αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε, αφού κρίθηκε ότι στην απαλλοτριούμενη έκταση, όπου συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο, δεν υπήρχαν εκτάσεις δασικές, ούτε εκτάσεις κοινοτικές, αλλά αποτελούσαν στο σύνολό τους ιδιοκτησίες ιδιωτικές.
Εξ άλλου με τις 417/1999 και 183/2000 αμετάκλητες αποφάσεις του Εφετείου Πατρών κρίθηκε ότι όμορα του επιδίκου ακίνητα ανήκουν στους Γ. Τ. και Σ. Τ. αντίστοιχα, υιούς των Λ. και Κ. Τ., αδελφών του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Σ. Τ. και τέκνων όλων του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Ε. Τ., τα οποία αποτελούν (όπως και το επίδικο) τμήματα του μείζονος ακινήτου που είχε περιέλθει στον τελευταίο το έτος 1860, κρίνοντας ότι ουδέποτε τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν δάσος ή δασική έκταση και ότι ο δικαιοπάροχος όλων Ε.
Τ. νεμήθηκε το μείζον ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι το θάνατό του (1933). Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, όσο και οι ίδιοι, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, οι τελευταίοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), νεμόμενοι το επίδικο τουλάχιστον επί 147 έτη, με την προσμέτρηση καθένας εξ αυτών στη νομή του, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, επί πλέον δε οι τρίτος και τέταρτος αυτών και με παράγωγο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοί τους είχαν γίνει κύριοι αυτού.? Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε απέκτησαν νομή στο επίδικο ακίνητο με προσμέτρηση στο χρόνο της δικής τους νομής εκείνης των δικαιοπαρόχων τους, καθόσον δεν έγιναν καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτών με νόμιμο τρόπο.
Ότι ειδικότερα, τόσο η άτυπη πώληση το έτος 1860 μεταξύ του Γ. Τ. προς τον Ε. Τ., απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, όσο και η κατά το έτος 1934 άτυπη διανομή μεταξύ των τέκνων του τελευταίου, δεν μετείγε ποτέ κυριότητα επί του επιδίκου, καθόσον οι πράξεις αυτές δεν συνιστούν συμβολαιογραφικές δικαιοπραξίες, νομίμως μεταγραφείσες, όπως απαιτούσε το άρθρο 45 του Κώδικα περί Χαρτοσήμου, το οποίο έτσι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Σχετικά με το λόγο αυτό πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 45 του Π.Δ/τος της 28-7-1931 "Περί Κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου", στο οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι νόμοι 4755/1930 και 5164/1931 και το οποίο άρθρο 45 καταργήθηκε με το άρθρο 31 του ΕισΝΑΚ, προέβλεπε την ενώπιον συμβολαιογράφου σύνταξη προικοσυμφώνων, δωρητηρίων, συμβάσεων για τη σύσταση και μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κλπ.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι τα αναφερόμενα τέκνα του Ε. Τ., διένειμαν άτυπα το έτος 1934 και επομένως χωρίς τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως όριζε το άρθρο 45 του ανωτέρω Π.Δ/τος, την κληρονομία του πατέρα τους, που είχε αποβιώσει το έτος 1933 και ότι από τη διανομή αυτή το επίδικο ακίνητο, ως αυτοτελές πλέον αγροτεμάχιο, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Σ.
Τ., πατέρα των δύο πρώτων εναγουσών και παππού των λοιπών δύο εναγόντων. Ωστόσο, η παραδοχή αυτή του Εφετείου για το γεγονός ότι με την άτυπη αυτή διανομή το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Σ. Τ., κρίνεται πλεοναστική και δεν στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Και τούτο διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τη συγκυριότητα των εναγόντων στην έκτακτη χρησικτησία, καθώς δέχθηκε ότι τόσο οι ίδιοι, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι και απώτεροι, νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη τουλάχιστον επί 147 έτη, με την προσμέτρηση καθένας εξ αυτών στη νομή του, του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του.
Επομένως, ο λόγος αυτός και αναφορικά με την άτυπη διανομή του έτους 1934, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όσον αφορά δε την άτυπη πώληση του έτους 1860 και ανεξαρτήτως του ότι και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο Ε. Τ., απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων και αγοραστής με την πώληση αυτή της ευρύτερης έκτασης, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, κατέστη κύριος αυτής με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος την ευρύτερη αυτή έκταση με τις αναφερόμενες πράξεις νομής από το 1860 μέχρι τις 11-9-1915, αλλά και μέχρι το θάνατό του το έτος 1933, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο των τριάντα ετών, σε κάθε περίπτωση ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι κατά το έτος εκείνο δεν ίσχυε το ως άνω Π.Δ.
της 28/7/1931, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασής του.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι από την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 εδ. α' του ΑΝ 1539/1938, που ορίζει ότι "Νομή παρά τρίτου θεωρείται ασκούμενη επί των δασών, των μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων ή λιβαδιών και των χορτολιβαδικών εδαφών μόνο δια της κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις βάσει αδειών της δασικής αρχής υλοτομίας ή εκμεταλλεύσεως αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων." και με δεδομένη τη δασική μορφή του επιδίκου, σαφώς προκύπτει ότι νομή σ' αυτό δυνάμενη να θεμελιώσει κτήση κυριότητας με χρησικτησία συνιστά μόνο η υλοτομία ή εκμετάλλευση αυτού βάσει αδειών της δασικής αρχής.
Επίσης, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι τέτοιου είδους πράξεις νομής δεν επικαλέστηκαν, ούτε απέδειξαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε και αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας με χρησικτησία σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, την οποία παραβίασε το Εφετείο με εσφαλμένη εφαρμογή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η δασική μορφή του επιδίκου από το έτος 1836 έως το έτος 1945.
Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι το αναιρεσείον, με το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσβάλλει την εκτίμηση του Εφετείου περί της ουσίας των πραγμάτων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα κατά των Οθωμανών, ανήκαν σε ιδιώτες.
Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 52/2014).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης),ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26-5-1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 769/2020).
Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κλπ., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του." Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων (ΑΠ 946/2021, ΑΠ 987/2017, 975/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με τις ειδικότερες αιτιολογίες που προεκτέθηκαν, ότι δεν αποδείχθηκε η δασική μορφή του επιδίκου κατά το έτος 1836, οπότε ίσχυσε το Β.Δ. 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών". Επομένως, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής εν προκειμένω του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, που καθιερώνει το εν λόγω Β.Δ., το οποίο προϋποθέτει για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, την ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως δάσους.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. Τ., νεμόμενος το ακίνητο με τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από το έτος 1860 συνεχώς έως το θάνατό του το έτος 1933 και επομένως και έως τις 11-9-1915, δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο της τριακονταετίας έως την τελευταία αυτή ημεροχρονολογία, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω, εφόσον αποκτήθηκε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο μέχρι τις 11-9-1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα αυτή το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, το επίδικο απέκτησε δασική μορφή μετά το έτος 1945, ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην αποκτηθείσα ως άνω κυριότητα η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών", που καθιερώνει το τεκμήριο της κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών και των δασικών εκτάσεων, δεδομένου ότι με την απόδειξη συμπλήρωσης της έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο, επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου αυτού.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο, με την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ.
της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 62 παρ. 1 Ν. 998/1979, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο αναιρετικό λόγο είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι το αναιρεσείον υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1510/2021, ΑΠ 1406/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια έρευνας του πρώτου λόγου αναίρεσης, με βάση τις οποίες το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την από 22-10-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της συγκυριότητας αυτών σε αγρό έκτασης 209 στρεμμάτων, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθώς διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με πρωτότυπο τρόπο λόγω έκτακτης χρησικτησίας, επί πλέον δε ο τρίτος και ο τέταρτος εξ αυτών και με παράγωγο τρόπο και της μη απόκτησης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο.
Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να γίνει αναφορά στην απόφαση της ακριβούς θέσης της έκτασης των 60 περίπου στρεμμάτων, την οποία δέχθηκε το Εφετείο ως δεκτική καλλιέργειας, σε σχέση με την υπόλοιπη έκταση του επιδίκου, που ήταν βραχώδης και επί της οποίας υπόλοιπης αυτής έκτασης του επιδίκου, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, άμεσοι και απώτεροι, ασκούσαν τις αναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, με βάση το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 104/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ