Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy insolvency ruling citing inadmissible factual re-evaluation arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment declaring him insolvent due to fraud. The appellant argued the lower court erred in finding intentional insolvency and failed to address his living needs and income sources. The court rejected these claims as inadmissible because they challenged the court of first instance's evaluation of facts and evidence, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 no. 6 KPolD; Art. 561 para. 1 KPolD: Appeals challenging the factual evaluation, evidence analysis, and reasoning of the court of first instance regarding insolvency are inadmissible as they constitute a re-evaluation of facts not subject to appellate control.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1629 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1629/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κόντη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" (πρώην "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ") και ήδη "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και δ.τ. "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) υπό ειδική εκκαθάριση τελούντος αστικού πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ειδικό Εκκαθαριστή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Τσίρκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 3-4-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 2η, 3ος και 4ο δεν παραστάθηκαν.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Α. Μ. του Ν., κάτοικο ... και 2) Ι. Μ. του Ν., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2019 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/ΕΜ/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 § 4 ΚΠολΔ "Όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα". Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2023, ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Π.
Π., την υπ' αριθμ. ....2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Φ. Κ., καθώς και τις υπ' αριθμ. ... και .../2023 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, Ε. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6/10/2023, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8/10/2023 και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 16/10/2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και στους προς ους η κοινοποίηση, Ν.
και Α. Μ. (εγγυητή και πρωτοφειλέτη), οι οποίοι ήδη κατέστησαν διάδικοι με την κλήτευσή τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, αφού δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 260 § 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 ν. 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ).
Με την από 10/1/2022 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 68/ΕΜ/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης και τρίτου των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία τους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς απευθύνεται και κατ' αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ597/2024, ΑΠ250/2024, ΑΠ103/2024, ΑΠ778/2022, ΑΠ658/2022).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ιδίου Κώδικα, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προβαλλόμενη απόφαση στις 18/1/2022, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (30/11/2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη τελεσίδικη υπ' αριθμ. 68/ΕΜ/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Ο αναιρεσείων, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, από 15/2/2019 (αριθμ. καταθ. 11/2019) αίτησή του κατά των ήδη αναιρεσίβλητων, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών του, με την υπαγωγή τους στη διαδικασία του ν. 3869/2010. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 7/2020 απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 26/11/2020 (αριθμ. καταθ. 36/2020) έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 68/ΕΜ/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την αίτηση και απέρριψε αυτήν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν και ισχύει και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΑΠ1071/2024, ΑΠ1105/2023, ΑΠ1104/2023, ΑΠ601/2023, ΑΠ1199/2022, ΑΠ1508/2022, ΑΠ834/2021, ΑΠ59/2021, ΑΠ156/2018).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης (15/2/2019) της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά.
Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε.
Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Σε περίπτωση που ο οφειλέτης έχει συμβληθεί ως εγγυητής σε σύμβαση δανείου, η ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό του κρίνεται με βάση τα δικά του εισοδήματα και όχι εκείνα του πρωτοφειλέτη (ΑΠ1711/2024, ΑΠ1497/2022). Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Επίσης, δεν είναι ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ1711/2024, ΑΠ1228/2023, ΑΠ1163/2023, ΑΠ987/2023, ΑΠ608/2023, ΑΠ758/2020).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό περιλήφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ. με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας διάταξη του άρθρου 765 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στη κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 438/2019).
Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ686/2024, ΑΠ 1486/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθόσον έλαβε υπόψη του και δέχθηκε ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, που προέβαλε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, παρά το γεγονός ότι η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε προσηκόντως, διότι ήταν αόριστη, αρκούμενο έτσι σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της υπ' αριθμ. 7/2020 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των από 23/9/2019 προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου και της από 26/11/2020 έφεσής της, προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της αίτησης του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η τέταρτη των καθ' ων η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της, προέβαλε ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, επικαλούμενη, προς θεμελίωσή της, τα αναφερόμενα σχετικά με το ζήτημα αυτό στο σκεπτικό των υπ' αριθμ. 3919/2019 και 4259/2019 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο και παρέθεσε στις προτάσεις της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 7/2020 απόφασή του, απέρριψε την ένσταση ως αόριστη. Η πρώτη αναιρεσίβλητη επανέφερε την ως άνω ένσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, ο οποίος έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Στην συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν, ο αιτών - πρώτος εφεσίβλητος, καίτοι συνομολογεί στην αίτηση του τα πάντοτε πενιχρά οικονομικά του μέσα, στερούμενος έξωθεν οικονομικής αρωγής, προχώρησε στη σύναψη των ανωτέρω δανείων, με αποτέλεσμα να συσσωρεύσει ένα μέγεθος οφειλής υπερβολικό για τα οικονομικά του δεδομένα, συνολικού ύψους 494.679,13 ΕΥΡΩ.
Και εάν ακόμα δεχθούμε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος, την περίοδο που έλαβε τα προς ρύθμιση δάνεια είχε μηνιαία εισοδήματα ικανά, όφειλε, ωστόσο, να γνωρίζει ότι με το δανεισμό τέτοιου ποσού προέβαινε σε μία ριψοκίνδυνη ενέργεια επενδυτικού χαρακτήρα, καθότι ήταν εξαιρετικά αμφίβολη η οικονομική αντοχή και δυνατότητά του να αντεπεξέλθει στην αποπληρωμή ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού.
Ο πρώτος εφεσίβλητος, επομένως, γνώριζε πολύ καλά την ευθύνη που αναλάμβανε με την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, όμως, παρόλα αυτά, προχώρησε στην υπογραφή αυτών και τη συνακόλουθη ανάληψη υποχρεώσεων για ένα τόσο υψηλό χρηματικό ποσό, αποδεχόμενος, συνεπώς, ότι έστω και με μια μικρή μείωση των εισοδημάτων του, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις.
Κατά συνέπεια, τα δηλωθέντα εισοδήματα του αιτούντος δεν ανήρχοντο σε τέτοιο ύψος, ώστε να δικαιολογούν την ανάληψη τόσο υψηλών οικονομικών υποχρεώσεων, κάτι το οποίο ο πρώτος εφεσίβλητος ήταν σε θέση να το γνωρίζει ήδη από την ημέρα σύναψης των σχετικών συμβάσεων. Η δημιουργία των ανωτέρω χρεών οφείλεται σε δόλο του πρώτου εφεσιβλήτου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχτηκε. Δηλαδή, γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των επίδικων οφειλών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Σε κάθε περίπτωση, ο νομοθέτης δεν επιδιώκει την ένταξη στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 εκείνων των οφειλετών, οι οποίοι καρπώθηκαν οφέλη από την υπερχρέωσή τους, βρέθηκαν σε ευνοϊκή οικονομική θέση με απόκτηση κινητών και ακινήτων πραγμάτων, δημιουργώντας χρέη ή βρέθηκαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών με έντονο το στοιχείο της δικής τους υπαιτιότητας (...).
Πράγματι, όπως προέκυψε, ο πρώτος εφεσίβλητος αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια, φρόνηση και σύνεση, προέβη σε ανάληψη οικονομικής υποχρέωσης, καθόσον έλαβε δανειακά προϊόντα, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι ήταν αδύνατον να εξυπηρετήσει συνολικά και, κατ' ακολουθίαν, το στοιχείο, που τον οδήγησε στην παύση των πληρωμών ήταν το δυσανάλογο ύψος των δόσεων, που εν γνώσει του ανέλαβε, σε σχέση με το εισόδημά του.
Και ακριβώς εκεί συνίσταται η δολιότητα του πρώτου εφεσιβλήτου με την έννοια, που αναλύθηκε ανωτέρω, και έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε ως δήθεν αορίστως προβληθείσα τη σχετική μας ένσταση, αλλά όφειλε να την θεωρήσει ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη". Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, η ένσταση ενδεχόμενου δόλου προβλήθηκε παραδεκτά από την εκκαλούσα-ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ως λόγος έφεσης, ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, κατά το άρθρο 765 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρ. 3 εδ.
β' του ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και στην κατ' έφεση δίκη, όπως εν προκειμένω, ήταν δε ορισμένη (η ένσταση) καθόσον αναφέρεται ότι ο αιτών-πιστωτής αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, ανέλαβε τις προς ρύθμιση οφειλές, συνολικού ύψους 494.679,13 ευρώ, ότι το ύψος των εισοδημάτων του δεν δικαιολογούσε την ανάληψη τόσο υψηλών οικονομικών υποχρεώσεων, ενώ γνώριζε, ήδη κατά το χρόνο της ανάληψής τους, ότι η αδυναμία πληρωμής τους αποτελούσε ενδεχόμενο που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε τόσο υψηλή πιθανότητα που δεν δικαιολογεί την πίστη, ότι το αποτέλεσμα αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί και ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών αυτών οφείλεται σε δόλο του, καθόσον προέβλεψε ως πιθανό το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του και το αποδέχθηκε.
Πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος-αναιρεσείοντος και δη αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του και των δανειακών συμβάσεων που αυτός έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ., με τις οποίες προσδιορίζεται η αόριστη νομική έννοια του δόλου και δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ473/2023, ΑΠ681/2020, ΑΠ508/2020, ΑΠ632/2019).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος-αναιρεσείοντος σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος γεννήθηκε στις ...-1954 (67 ετών), είναι παντρεμένος με την Α.
Τ., η οποία γεννήθηκε στις 28-07-1959 (62 ετών), και πατέρας δύο (02) ενήλικων τέκνων, τα οποία δεν τον επιβαρύνουν οικονομικά. Ο εφεσίβλητος από τις 7-05-1993 έως τις 24-10-2001 εκμεταλλευόταν πρατήριο υγρών καυσίμων, το οποίο διατηρούσε σε ιδιόκτητο ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "Άι-Λιόσα" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Ελαιώνος Φωκίδας, μετά την αποχώρησή του δε την επιχείρηση αυτή ανέλαβε ο υιός του Α.
Μ. Από τις 31-12-2001 έως και τις 29-09-2006 ο εφεσίβλητος δραστηριοποιήθηκε ως αγρότης ειδικού καθεστώτος και στη, συνέχεια, από τις 29-09-2006 φέρεται, σύμφωνα με το έγγραφο προσωποποιημένης πληροφόρησης της ΑΑΔΕ, να ασχολήθηκε με το χονδρικό εμπόριο ζώντων ζώων και την αντιπροσωπεία ή μεσιτεία πώλησης ζωντανών ζώων, δραστηριότητα την οποία διέκοψε στις 28-12-2010.
Στην πραγματικότητα όμως ο ανωτέρω ουδέποτε ασχολήθηκε με την τελευταία αυτή δραστηριότητα, όπως και ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ κι από τις φορολογικές του δηλώσεις των οικονομικών ετών 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 και τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αντίστοιχων ετών προκύπτει ότι δεν έχουν δηλωθεί εισοδήματα από καμία επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ενόψει τούτων ο εφεσίβλητος δεν ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησής του (15-02-2019), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε περιέλθει σε γενική και μόνιμη παύση πληρωμών κατά το χρονικό διάστημα της εμπορίας του, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας, καθώς δεν προέκυψε ότι όταν έπαψε τη δραστηριότητα του πρατηρίου υγρών καυσίμων είχε οφειλές, ούτε προέκυψε ότι έκτοτε άσκησε κάποια άλλη εμπορική δραστηριότητα, αφού ως εκτέθηκε ήδη, δεν αποδείχθηκε ότι άσκησε πραγματικά την έτερη δηλωθείσα επιχειρηματική του δραστηριότητα, αυτή του χονδρικού εμπορίου ζώντων ζώων.
Με το από 22-02-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο εφεσίβλητος εκμίσθωσε στην εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" ("ΕΚΟ- ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ"), για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών και με .μηνιαίο μίσθωμα 2.200 ευρώ, το εμβαδού 4.119,58 τ.μ, και ευρισκόμενο στη θέση "Άι-Λιόσα" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Ελαιώνος του Δήμου Δελφών ακίνητο του και τα σε αυτό ευρισκόμενα κτίσματα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πρατήριο πετρελαιοειδών προϊόντων της μισθώτριας και συναφών με αυτά προϊόντων, κατάστημα "μικρής αγοράς" ειδών αυτοκινήτου και αυτοκινητιστών ή και άλλων συναφών ειδών και ως πλυντήριο - λιπαντήριο.
Η μισθώτρια (εκκαλούσα) προκατέβαλε, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στον με αριθμό 2 όρο του παραπάνω συμφωνητικού, στον εφεσίβλητο τα μισθώματα των δεκαπέντε (15) πρώτων μισθωτικών ετών, συνολικού ύψους 396.000 ευρώ, τα οποία διατέθηκαν για την εξόφληση των αναφερόμενων στο ίδιο πάντοτε συμφωνητικό οφειλών του προς τη ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και το Ελληνικό Δημόσιο και για την εξάλειψη των βαρών και κατασχέσεων που είχαν εγγραφεί στο μίσθιο προς εξασφάλιση των εν λόγω οφειλών.
Ο εκμισθωτής (εφεσίβλητος) για την εκ μέρους του πιστή τήρηση όλων των όρων του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού αποδέχθηκε στις 22-02-2005 μία (1) συναλλαγματική εγγυήσεως, εκδόσεως και σε διαταγή της "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ" ποσού τριακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (396.000) ευρώ, όψεως και εντός δεκαπέντε (15) ετών από της εκδόσεώς της.
Στη συνέχεια η μισθώτρια (εκκαλούσα) υπεκμίσθωσε το ανωτέρω ακίνητο, όπως είχε δικαίωμα, με το από 20 Μαΐου 2005 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης εμπορικής συνεργασίας στον υιό του εφεσίβλητου - εκμισθωτή Α. Μ., για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, ήτοι μέχρι τις 22-02-2010. Η εμπορική αυτή συνεργασία συνεχίστηκε και μετά τη λήξη της, μέχρι τις 17-03-2011, οπότε ο Α.
Μ. οικειοθελώς και οριστικά αποχώρησε από το ως άνω μίσθιο, το οποίο και παρέδωσε στην εκκαλούσα. Εν συνεχεία, και αφού η τελευταία δεν μπόρεσε να συνάψει συνεργασία με κάποιον άλλον για τη λειτουργία του μισθίου αυτού, ούτε μπόρεσε να το λειτουργήσει η ίδια ατομικά με δικούς της υπαλλήλους, με την από 25-01-2013 εξώδικη δήλωσή της προς τον εφεσίβλητο κατήγγειλε τη μίσθωση, επικαλούμενη ως αιτία της καταγγελίας της το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 (καταγγελία από το μισθωτή) και ζήτησε ταυτόχρονα την επιστροφή των μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της μίσθωσης προκαταβληθέντων μισθωμάτων, συνολικού ποσού 180.840 ευρώ.
Στη συνέχεια η εκκαλούσα - μισθώτρια εμφάνισε προς πληρωμή την πιο πάνω συναλλαγματική, η οποία δεν εξοφλήθηκε. Μετά από αυτό η εκκαλούσα, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις, ζήτησε, με τη νέα της επωνυμία ("ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΑΑΙΟΕΙΔΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ") και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. ....2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε ο εφεσίβλητος να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 180.840 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας την με αριθμό κατάθεσης ....2013 ανακοπή του, ζητώντας την ακύρωση της εν λόγω διαταγής πληρωμής. Επί της ανακοπής του αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 103/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.
Ακολούθως η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας την από 7-10-2015 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 55/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεσή της, απορρίφθηκε η ανακοπή του εφεσίβλητου και επικυρώθηκε η υπ' αριθ. .../2013 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Μετά από όλα τα παραπάνω ο εφεσίβλητος οφείλει στην εκκαλούσα "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΑΒΕΕ", όπως είναι η σημερινή επωνυμία της παραπάνω μισθώτριας, το ποσό των 189.995,79 ευρώ, ζητεί δε με την ένδικη αίτηση του, να ρυθμιστεί και η εν λόγω οφειλή του..." (ακολουθούν σκέψεις αναφορικά με την έλλειψη της εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, που δεν ενδιαφέρουν τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο). "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 2005 και έπειτα το κυρίως δηλωθέν εισόδημα του εφεσίβλητου προερχόταν από τα μισθώματα του πρατηρίου υγρών καυσίμων, το οποίο όπως προελέχθη, είχε μισθωθεί στην εκκαλούσα.
Αυτός δήλωνε επίσης και μικροποσά που λάμβανε από την εκμετάλλευση των αγροτικών ακινήτων που διαθέτει, αλλά και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά, προερχόμενα κυρίως από επιδοτήσεις που του χορηγούνταν. Ειδικότερα αυτός δήλωσε: 1) για το οικονομικό έτος 2007 (εισοδήματα έτους 2006) το ποσό των 27.152,06 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 90,71 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 27.242,77 ευρώ, 2) για το οικονομικό - έτος 2008 (εισοδήματα έτους 2007) το ποσό των 27.720,41 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 77,91 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 27.798,32 ευρώ, 3) για το οικονομικό έτος 2009 (εισοδήματα έτους 2008) το ποσό των 30.100,31 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 69,54 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 30.169,85 ευρώ, 4) για το οικονομικό έτος 2010 (εισοδήματα έτους 2009) το ποσό των 31.152,13 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό. 69,54 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 31.221,67 ευρώ, 5) για το οικονομικό έτος 2011 (εισοδήματα έτους 2010) το ποσό των 25.608 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 68,16 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 25.676,16 ευρώ, 6) για το οικονομικό έτος 2012 (εισοδήματα έτους 2011) το ποσό των 14.259 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 88,94 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 14.347,94 ευρώ, 7) για το οικονομικό έτος 2013 (εισοδήματα έτους 2012) το ποσό των 25.608 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 82,06 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 25.690,06 ευρώ, 8) για το οικονομικό έτος 2014 (εισοδήματα έτους 2013) το ποσό των 582 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό 68,73 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, ήτοι συνολικά το ποσό των 650,73 ευρώ, 9) για το φορολογικό έτος 2014 (εισοδήματα έτους 2014) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό 0,01 ευρώ (καθαρά) οπό γεωργικές επιχειρήσεις, καθώς και το ποσό των 420,52 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.561,45 ευρώ, 10) για το φορολογικό έτος 2015 (εισοδήματα έτους 2015) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό των 396,72 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.537,64 ευρώ, 11) για το φορολογικό έτος 2016 (εισοδήματα έτους 2016) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό 276,87 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, καθώς και το ποσό των 326,50 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.744,29 ευρώ, 12) για το φορολογικό έτος 2017 (εισοδήματα έτους 2017) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό 127,90 ευρώ (καθαρά) από γεωργικές επιχειρήσεις, καθώς και το ποσό των 335,63 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.604,45 ευρώ, 13) για το φορολογικό έτος 2018 (εισοδήματα έτους 2018) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό των 341,77 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.482,69 ευρώ, 14) για το φορολογικό έτος 2019 (εισοδήματα έτους 2019) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό των 854,75 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.995,67 ευρώ και 15) για το φορολογικό έτος 2020 (εισοδήματα έτους 2020) το ποσό των 2.140,92 ευρώ (καθαρά) από εκμίσθωση ακινήτων και το ποσό των 1.919,78 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό, ήτοι συνολικά το ποσό των 4.060,70 ευρώ.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα ποσά που δήλωνε ο εφεσίβλητος από το έτος 2006 έως και το έτος 2013 ως προερχόμενα από εκμίσθωση ακινήτων, αφορούσαν κυρίως μισθώματα του πρατηρίου καυσίμων, που είχε μισθώσει στην εκκαλούσα, τα οποία ποσά εμφάνιζε μεν στη φορολογική δήλωση του κάθε έτους, όμως, όπως προεκτέθηκε, είχε ήδη λάβει και είχαν διατεθεί στην εξόφληση οφειλών του, κι επομένως δεν αποτελούσαν πραγματικό εισόδημα του οικείου έτους.
Συνεπώς: α) για το οικονομικό έτος 2007 (εισοδήματα έτους 2006), αν αφαιρεθεί από το ποσό των 28.581,12 ευρώ, που δήλωσε ως ακαθάριστο εισόδημα προερχόμενο από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό των 26.400 ευρώ που αντιστοιχεί στα ήδη καταβληθέντα και αναλωθέντα μισθώματα του πρατηρίου, απομένει ποσό 2.181,12 ευρώ (ακαθάριστα), β) για το οικονομικό έτος 2008 (εισοδήματα έτους 2007), αν αφαιρεθεί από το ποσό των 28.577,74 ευρώ, που δήλωσε ως ακαθάριστο εισόδημα προερχόμενο από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό των 26.400 ευρώ που αντιστοιχεί στα ήδη καταβληθέντα και αναλωθέντα μισθώματα του πρατηρίου, απομένει ποσό 2.177,74 ευρώ (ακαθάριστα), γ) για το οικονομικό έτος 2009 (εισοδήματα έτους 2008), αν αφαιρεθεί από το ποσό των 31.031,25 ευρώ, που δήλωσε ως ακαθάριστο εισόδημα προερχόμενο από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό των 26.400 ευρώ που αντιστοιχεί στα ήδη καταβληθέντα και αναλωθέντα μισθώματα του πρατηρίου, απομένει ποσό 4.631,25 ευρώ (ακαθάριστα) και δ) για το οικονομικό έτος 2010 (εισοδήματα έτους 2009), αν αφαιρεθεί από το ποσό των 32.115,60 ευρώ, που δήλωσε ως ακαθάριστο εισόδημα προερχόμενο από εκμίσθωση ακινήτων, το ποσό των 26.400 ευρώ που αντιστοιχεί στα ήδη καταβληθέντα και αναλωθέντα μισθώματα του πρατηρίου, απομένει ποσό 5.715,60 ευρώ (ακαθάριστα), ενώ για τα οικονομικά έτη 2011 (εισοδήματα έτους 2010), 2012 (εισοδήματα έτους 2011) και 2013 (εισοδήματα έτους 2012) το ποσό που δήλωσε ως ακαθάριστο εισόδημα προερχόμενο από εκμίσθωση ακινήτων αντιστοιχεί με αυτό των ήδη καταβληθέντων και αναλωθέντων μισθωμάτων του πρατηρίου.
Επίσης τα εισοδήματα της συζύγου του, σύμφωνα με τις ανωτέρω φορολογικές δηλώσεις, ανήλθαν για το έτος 2006 στο ποσό των 529,68 ευρώ, για το έτος 2007 στο ποσό των 527,16 ευρώ, για το έτος 2008 στο ποσό των 506,46 ευρώ, για το έτος 2009 στο ποσό των 506,46 ευρώ, για το έτος 2010 στο ποσό των 503,06 ευρώ, για το έτος 2011 στο ποσό των 818,16 ευρώ, για το έτος 2012 στο ποσό των 182,06 ευρώ, για το έτος 2013 στο ποσό των 169,33 ευρώ, έκτοτε δε αυτή δεν έχει δηλώσει κάποιο εισόδημα.
Κι ενώ αυτή ήταν η οικονομική κατάσταση του εφεσίβλητου και της συζύγου του, αυτός αφενός συμβλήθηκε ως εγγυητής στην υπ' αριθ. ...-2001 σύμβαση αναδοχής χρέους και εγγύησης σε συνέχεια της υπ' αριθ. ...-1999 αρχικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στον υιό του Α. Μ. από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δάνειο ποσού 30.000.000 δρχ. (ήτοι 88.041,09 ευρώ), καθώς και στην υπ' αριθ. ...-2007 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, με την οποία ρυθμίστηκαν οι οφειλές που προέκυψαν από τις ανωτέρω συμβάσεις και ορίστηκε το οφειλόμενο ποσό σε 100.500 ευρώ, καταβλητέο σε 40 τριμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με το ισχύον κάθε φορά επιτόκιο κατά το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας, ως εκτέθηκε ήδη, με υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στις 10-10-2016 στο ποσό των 202.624,22 ευρώ (ήτοι 88.660,77 ευρώ για κεφάλαιο και 113.963,45 ευρώ για τόκους), αφετέρου έλαβε από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας το με αριθμό σύμβασης ...-2010 καταναλωτικό δάνειο ποσού 9.000 ευρώ, με υπόλοιπο οφειλής ανερχόμενο στις 20-10-2016 στο ποσό των 18.197,57 ευρώ (ήτοι 12.386 ευρώ για κεφάλαιο, 5.133,20 ευρώ για τόκους, 161,40 ευρώ για ασφάλιστρα και 516,97 ευρώ για έξοδα).
Από την παράθεση των ως άνω δανειακών συμβάσεων που συνήψε ο εφεσίβλητος με τις ανωτέρω πιστώτριές του, προκύπτει ότι αυτός συμβλήθηκε είτε ως, οφειλέτης, είτε ως εγγυητής, τουλάχιστον σε δύο (2) δάνεια, το συνολικό δε οφειλόμενο από αυτόν για τις αιτίες αυτές ποσό κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης ανερχόταν συνολικά σε 220.821,79 ευρώ.
Προκύπτει συνεπώς αναμφίβολα ότι ο εφεσίβλητος είχε συνάψει, τόσο ως οφειλέτης, όσο και ως εγγυητής δάνεια, τις δόσεις των οποίων δεν μπορούσε να αποπληρώσει με τα εισοδήματά του, γνωρίζοντας εξαρχής και σε κάθε περίπτωση θεωρώντας πολύ πιθανό το γεγονός ότι θα οδηγηθεί σε οικονομική αδυναμία και δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει αυτά, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αυτό.
Τούτο δε προκύπτει από το γεγονός ότι το έτος 2001 συμβλήθηκε ως εγγυητής στην υπ' αριθ. ...-2001 σύμβαση αναδοχής χρέους και εγγύησης σε συνέχεια της υπ' αριθ. ...-1999 αρχικής σύμβασης, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στον υιό του Α. Μ. από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος δάνειο ποσού 30.000.000 δρχ. (ήτοι 88.041,09 ευρώ). Ήδη επομένως από το έτος 2001 γνώριζε ότι ο υιός του Α.
δεν μπορούσε να αποπληρώσει το δάνειο που είχε λάβει το έτος 1999 και για το λόγο αυτό χρειάστηκε η σύναψη νέας σύμβασης με την εγγύηση του ίδιου του εφεσίβλητου. Και πάλι όμως ο υιός του δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και απαιτήθηκε η σύναψη νέας σύμβασης και δη της υπ' αριθ. ...-2007 πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλών στην οποία και πάλι συμβλήθηκε ως εγγυητής ο εφεσίβλητος.
Συνεπώς ο τελευταίος θα έπρεπε να προβλέψει ότι θα κληθεί κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον να καταβάλει το οφειλόμενο δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης ποσό, αφού ο πρωτοφειλέτης υιός του επανειλημμένα αδυνατούσε να καλύψει τις δόσεις του ληφθέντος από αυτόν δανείου. Μάλιστα με την υπ' αριθ. ...-2007 πρόσθετη πράξη καθορίστηκε δόση ανερχόμενη στο ποσό των 2.512,50 ευρώ ανά τρίμηνο για δέκα έτη περίπου (αφού επρόκειτο για 40 τριμηνιαίες δόσεις), ήτοι 837,50 ευρώ ανά μήνα χωρίς να συνυπολογίζονται στο ποσό αυτό οι τόκοι.
Ο εφεσίβλητος παρότι δεν είχε εισοδήματα ικανά για να καλύψει τις δόσεις αυτές, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, παρείχε εγγύηση υπέρ του υιού του, αν και διαφαινόταν ότι ο τελευταίος δεν θα μπορούσε για μία εισέτι φορά να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Επιπλέον, προέβη στις 2-09-2010 στη σύναψη και νέου δανείου, ως πρωτοφειλέτης αυτή τη φορά, με τη Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας, ποσού 9.000 ευρώ, η δόση του οποίου ανερχόταν μηνιαίως στο ποσό των 175,02 ευρώ για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών.
Επίσης ο εφεσίβλητος είχε ήδη από το έτος 2004 ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες στις 13-03-2017 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 86.547,56 ευρώ (47.708,12 ευρώ το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο και 38.839,44 ευρώ οι προσαυξήσεις, τόκοι κλπ.). Από όλα τα ανωτέρω υποδεικνύεται λοιπόν ότι η αδυναμία του εφεσίβλητου να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις υπήρχε ήδη από το χρόνο που τις ανέλαβε, καθώς το εισόδημά του ποτέ δεν ήταν (και σίγουρα δεν ήταν μετά τον Οκτώβριο του έτους 2001 που διέκοψε τη λειτουργία του πρατηρίου καυσίμων) τέτοιο, που να του επέτρεπε να λαμβάνει πιστωτικά προϊόντα τέτοιου ύψους, ούτε να εγγυάται για τη λήψη αυτών.
Αποδεικνύεται έτσι πως ο εφεσίβλητος γνώριζε ότι εφόσον δεν ανέμενε δραματική αύξηση των εισοδημάτων του ή με οποιονδήποτε τρόπο βελτίωση των οικονομικών του, δεν θα ήταν σε θέση να αποπληρώσει τα δάνεια τα οποία συνήπτε, και ότι σταδιακά θα οδηγούνταν σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των οφειλών του.
Εξάλλου, ο εφεσίβλητος έπρεπε να προβλέψει και να θεωρεί ως πιθανή και μία ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης μίσθωσης που είχε συνάψει με την εκκαλούσα, στα πλαίσια της οποίας του είχαν προκαταβληθεί τα μισθώματα δεκαπέντε (15) ετών με την αποδοχή από αυτόν μίας συναλλαγματικής ποσού 396.000 ευρώ ως εγγύηση επιστροφής τους σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης. Παρόλα αυτά ο εφεσίβλητος καρπώθηκε το ανωτέρω ποσό, το οποίο κατέβαλε για την κάλυψη οφειλών του σε τρίτους, ακολούθως δε, όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση και υποχρεώθηκε εν τέλει δικαστικά, αρνήθηκε την επιστροφή του ποσού των 180.840 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα μισθώματα από την καταγγελία της σύμβασης και μετά, παρότι είχε εγγυηθεί για την επιστροφή του ποσού αυτού.
Προκύπτει αναμφίβολα δε ότι όταν παρείχε την ανωτέρω εγγύηση στην εκκαλούσα, γνώριζε ότι όλο το ποσό που θα προκαταβληθεί σε αυτόν θα αναλωθεί σε υποχρεώσεις του, όπως και πράγματι έγινε, σύμφωνα και με όσα ο ίδιος εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε, κι ότι σε περίπτωση που θα χρειαστεί, δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό για το οποίο εγγυήθηκε με τη συναλλαγματική, δεδομένου μάλιστα ότι ήδη είχε εγγυηθεί υπέρ του υιού του Αχιλλέα στο ληφθέν από αυτόν δάνειο ποσού 30.000.000 δρχ., το οποίο γνώριζε ότι ο τελευταίος αδυνατούσε να καλύψει.
Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι η περιέλευση του εφεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών οφείλεται σε δόλο αυτού, γενομένου δεκτού ως ουσία βάσιμου του πέμπτου λόγου της υπό κρίση έφεσης". Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από δικό του δόλο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια: α) οι υποχρεώσεις που ανέλαβε ο αναιρεσείων, ο χρόνος σύναψης των σχετικών συμβάσεων και το ύψος εκάστης επιμέρους οφειλής κατά το χρόνο ανάληψής της, β) τα εισοδήματά του αναλυτικά, από το έτος 2007 έως και το 2020, γ) ότι παρά την ανεπάρκεια των εισοδημάτων του ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2001, οπότε διέκοψε τη λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων που μέχρι τότε εκμεταλλευόταν ο ίδιος, συνεβλήθη με την δεύτερη αναιρεσίβλητη τράπεζα, ως εγγυητής σε σύμβαση δανείου ποσού 88.041,09 ευρώ, που είχε ήδη από το έτος 1999 συνάψει ο υιός του, Α.
Μ., γνωρίζοντας ότι ο πρωτοφειλέτης αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, γι' αυτό απαιτήθηκε η σύναψη νέας σύμβασης με την εγγύηση του ιδίου, ενώ, για την αποπληρωμή του ως άνω δανείου, καθορίσθηκε από το έτος 2007 και για δέκα έτη, μηνιαία δόση (837,50 ευρώ), δ) ότι από το έτος 2004 είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το τέταρτο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες στις 13/3/2017 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 86.547,56 ευρώ ε) ότι κατά το έτος 2010 έλαβε καταναλωτικό δάνειο ύψους 9.000 ευρώ από τον τρίτο αναιρεσίβλητο πιστωτικό συνεταιρισμό, για την αποπληρωμή του οποίου ορίσθηκε μηνιαία δόση 175,02 ευρώ, ε) η δυνατότητά του να προβλέψει ως πιθανή την ανώμαλη εξέλιξη της σύμβασης μίσθωσης που συνήψε με την πρώτη αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια της οποίας προεισέπραξε μισθώματα 15 ετών και αποδέχθηκε συναλλαγματική, ποσού 396.000 ευρώ, ως εγγύηση επιστροφής τους σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, γνωρίζοντας εξ αρχής ότι θα αδυνατούσε να επιστρέψει το ως άνω ποσό, καθόσον σκόπευε να το αναλώσει για την κάλυψη άλλων υποχρεώσεών του, όπως και έπραξε, με συνέπεια την αδυναμία του να επιστρέψει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 180.840 ευρώ μετά την εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης, στ) η μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και ζ) η περιέλευσή του από δικό του δόλο στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών του, συνολικού ποσού 494.679,13 ευρώ, δυσανάλογου προς τα εισοδήματά του, καθόσον, κατά το χρόνο ανάληψής τους, γνώριζε και πάντως είχε τη δυνατότητα να προβλέψει ότι, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές δυνατότητές του, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, δεν θα μπορούσε να τα εξυπηρετήσει στο μέλλον και θα οδηγείτο σταδιακά σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής τους.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η εκ δόλου περιέλευση του αναιρεσείοντος σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Οι μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθόσον δεν εκτίθενται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) οι ανάγκες διαβίωσής του, β) τα εισοδήματα και οι ανάγκες διαβίωσης του πρωτοφειλέτη υιού του, γ) τα στοιχεία με βάση τα οποία ήταν δυνατή η εκ μέρους του πρόβλεψη ως πιθανής της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης μίσθωσης που είχε συνάψει με την πρώτη αναιρεσίβλητη και δ) ο ακριβής χρόνος περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών, καθώς και περί αντίφασης μεταξύ της παραδοχής ότι αυτός, μέχρι την διακοπή της δραστηριότητας του πρατηρίου υγρών καυσίμων, δεν είχε οφειλές και της παραδοχής ότι η περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών οφείλεται σε δόλο του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της χωρίς δόλο του περιέλευσής του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019).
Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί, λόγω της ειδικότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται" το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ917/2024, ΑΠ550/2023, ΑΠ930/2021, ΑΠ883/2021, ΑΠ552/2020, ΑΠ507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10/1/2022 (αριθμ. εκθ. καταθ.4/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/ΕΜ/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ