Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment for factual error and document distortion claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court distorted a specific council resolution and committed procedural errors, but the Court found these claims baseless. The Court ruled that the lower court properly evaluated the document alongside other evidence and made a permissible assessment error rather than a distortion of facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal's evaluation of evidence and interpretation of documents constitutes an assessment error, not a distortion, unless the judgment relies exclusively on a document whose content has been altered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1629 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1629/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος εταιρία προγραμματισμού τουριστικής εκμεταλλεύσεως αναπτύξεως "(ΕΠΤΕΑ ΑΕ) που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρετάκου.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΠΥΡΓΟΥ, που εδρεύει στο Πύργο Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 590/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 679/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-3-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 15-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την .../26-11-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Ηλείας ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη ορισμού της ανωτέρω δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή επεδόθη νομοτύπως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της αναιρεσειούσης στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ της σειράς του πινακίου.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες αμφότεροι οι διάδικοι. Επειδή, με την από 10-5-2000 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας η ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου εξ αγοράς από τον αληθή κύριο αυτού, κατά το έτος 1965, δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαιογραφικού εγγράφου , αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος κατά το έτος 1999, κατέλαβε αυθαιρέτως και κατέχει έκτοτε τμήμα του εν λόγω ακινήτου, αποβάλλοντας εκ της νομής αυτού την ίδια.
Εζήτησε δ' ακολούθως με την αγωγή να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην προς αυτή απόδοση τούτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή, όμως, μετά από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πατρών , η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχήν της ενστάσεως του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου περί καταχρήσεως του δι' αυτής ασκουμένου δικαιώματος κυριότητος της αναιρεσειούσης.
Η τελευταία αυτή πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποίαν "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις", προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους.
Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλαδή αντιφάσκουν μεταξύ τους, όχι όμως και όταν γίνεται υπαγωγή αυτών σε διαφορετικές νομικές διατάξεις.
Έτσι συγχωρείται η επικουρική προβολή ενστάσεως, για την περίπτωση που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή άλλη κυρία ένσταση. Η αντιφατικότητα έχει ως συνέπεια ότι κρίνεται ως απαράδεκτος ο κατά σειράν προβολής μεταγενέστερος ισχυρισμός (Α.Π.771/2010, 341/2010, 110/2008). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του με αριθμό 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, ή μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, Α.Π.862/2011, 1735/2008 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο και δεκτή γενομένη ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, ως απαράδεκτη, διότι κατά παράβαση του άρθρου 116 του Κ.Πολ.Δ., δεν προεβλήθη επικουρικώς, αλλά σωρευτικώς και παραλλήλως προς την ένσταση ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι , από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι η επίμαχη ένσταση είχε προβληθεί απ' αυτόν επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση απορρίψεως της κυρίας ενστάσεώς του περί ιδίας επί του επιδίκου κυριότητος και όχι σωρευτικώς και παραλλήλως προς την ένσταση αυτή, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Τούτο συνάγεται εμμέσως από το όλο περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αλλά και ευθέως από την ρητή αναφορά στο τέλος της πέμπτης και στην αρχή της έκτης σελίδος του εν λόγω δικογράφου που έχει, κατ' ακριβή εδώ μεταφορά της, ως εξής " ....και αν υποθέσουμε ότι το επίδικο της ανήκε , το παρέδωσε συνειδητά και πολυθέλητα στην κοινή χρήση , ενώ αποδέχθηκε χωρίς καμία επιφύλαξη .......τις υπ' αριθμ…/1990 και …/1990 αποφάσεις του πρώην κοινοτικού συμβουλίου Σκαφιδιάς που χαρακτήριζαν ως κοινοτική την οδό.....και το πάρκινγκ που βρίσκεται στο τέλος του δρόμου.......Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω όλως καταχρηστικώς και εντελώς όψιμα η αντίδικος ισχυρίζεται ότι έχει αποβληθεί από την κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου .....και για το λόγο αυτό ως καταχρηστική θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή , κατ' άρθρο 281 του ΑΚ".
Επομένως, το Εφετείο , κρίνοντας παραδεκτή την προβολή της συγκεκριμένης ενστάσεως στην πρωτόδικη δίκη αλλά και την επαναφορά της ενώπιόν του δι' αντιστοίχου λόγου εφέσεως και απορρίπτοντας σιγή τον περί απαραδέκτου ισχυρισμό της αναιρεσειούσης-εφεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει καταφανώς τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
Α.Π. 16/2006, Ολ.Α.Π. 17/1995) Α.Π. 17/2011, 91/2011, 896/2011). Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή. (Ολ.
Α.Π. 472/1983, Α.Π. 823/2010, 17/2011, 1820/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, 17/2001, 7/2006 και 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή "του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικώς στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
Α.Π. 13/1995). Η ύπαρξη νομίμου βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π.378/2011, 656/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους, τα εξής: "Με βάση το 45138/11-11-1965 πωλητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα..., η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα ενός ακινήτου, επιφάνειας 200 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της τότε Κοινότητας Σκαφιδιάς Πύργου, που ήδη αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του εναγομένου-εκκαλουντος Δήμου...
Το ακίνητο αυτό αποτελούσε... κτήμα του Ελληνικού Δημοσίου ....και η αγορά του έγινε προκειμένου να κατασκευασθεί σ' αυτό ξενοδοχειακό συγκρότημα. Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται νοτιοδυτικά του μείζονος παραπάνω ακινήτου, έχει επιφάνεια δυο στρεμμάτων... Τούτο περιλαμβάνεται στον παραπάνω τίτλο κτήσεως της κυριότητας της ενάγουσας...
Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα με παράγωγο τρόπο δηλαδή με το παραπάνω πωλητήριο έγγραφο και τη μεταγραφή του κατέστη κυρία του επιδίκου, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον το κατείχε έκτοτε και το εξουσίαζε με τη θέληση να είναι κυρία αυτού... Για το μείζον παραπάνω ακίνητο των 200 στρεμμάτων υπήρχε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο με βάση το οποίο προβλεπόταν δρόμοι που άρχιζαν και από το βόρειο τμήμα αυτού, που υπάρχει σιδηροδρομική γραμμή και οδηγούσαν προς την παραλία.
Μάλιστα υπήρχε διαμορφωμένος δρόμος που διερχόταν από το ακίνητο αυτό και τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής αλλά και οποιοσδήποτε τρίτος για να φθάσουν στη θάλασσα είτε πεζή είτε με οχήματα. Το 1987 η ενάγουσα, η οποία εν τω μεταξύ είχε προβεί στην ανέγερση πολυτελούς ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο μείζον ακίνητο εκμίσθωσε τούτο στην εταιρεία Μed Club, η οποία δεν επέτρεπε τη διέλευση τρίτων, πλην των ενοίκων του ξενοδοχείου, δια μέσου των εγκαταστάσεων αυτού, όπως γινόταν μέχρι τότε, ώστε να έχουν πρόσβαση στη θάλασσα.
Για να εμποδίσει δε αυτή τη διέλευση, στον προαναφερόμενο δρόμο, που οδηγούσε στη θάλασσα τοποθέτησε η μισθώτρια εταιρεία μπάρα, την οποία επιτηρούσε υπάλληλος της, που απαγόρευε την είσοδο τρίτων πλην των ενοίκων του ξενοδοχείου. Τότε κάτοικοι της περιοχής άσκησαν κατά της ενάγουσας και της μισθώτριας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας τους να χρησιμοποιούν κοινόχρηστη οδό για να μεταβαίνουν στη θάλασσα.
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 221/1987 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου. Ακολούθως η ενάγουσα, προκειμένου να μη συνεχισθεί η ίδια κατάσταση δηλαδή η διέλευση τρίτων από τις εγκαταστάσεις της για να έχουν πρόσβαση στη θάλασσα και ενόψει της ισχύος του Ν. 1337/1983, "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", στο άρθρο 23 του οποίου προβλέπεται η ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών στις ακτές και απαγορεύεται η ύπαρξη περιφράξεων κατά μήκος των ακτών, που εμποδίζουν την πρόσβαση αυτή, προέβη στην ακόλουθη συμφωνία με την τότε Κοινότητα Σκαφιδιάς.
Να παραχωρήσει αυτή δρόμο, που θα αρχίζει από το βόρειο μέρος του μείζονος ακινήτου, δηλαδή από τη σιδηροδρομική γραμμή και θα κατευθύνεται προς τη θάλασσα, στην κατάληξη του οποίου θα παραχωρήσει επίσης ακίνητο επιφάνειας δυο στρεμμάτων (δηλαδή το επίδικο), προκειμένου να χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης των οχημάτων των λουομένων και η Κοινότητα να εγκρίνει την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου του μείζονος ακινήτου, ώστε οι προβλεπόμενοι δρόμοι εντός αυτού να μετατραπούν σε πεζόδρομους, για να μην είναι δυνατή η διέλευση τροχοφόρων.
Πράγματι μετά από την από 19-11-87 αίτηση της ενάγουσας προς την εναγομένη για τη σχετική έγκριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ/τος 76/1985, η τελευταία με την 7/1990 απόφαση του Κοινοτικού συμβουλίου της ενέκρινε την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου για την πεζοδρόμηση των παραπάνω οδών. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την 5-7-1990 απόφαση του Νομάρχη Ηλείας, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 516/21-9-90 (τεύχος Δ).
Παράλληλα η ενάγουσα στα πλαίσια της προαναφερόμενης συμφωνίας κατασκεύασε με δικές της δαπάνες οδό μήκους περίπου 650 μ. και πλάτους 7 μ., που καταλήγει στο επίδικο, από το οποίο απομάκρυνε με δικές της επίσης δαπάνες τους αμμόλοφους και κατέστησε τούτο επίπεδο και κατάλληλο για τη χρήση του ως χώρου στάθμευσης οχημάτων.
Έκτοτε γίνεται χρήση αυτού του δρόμου με οχήματα για την πρόσβαση των ενδιαφερομένων στη θάλασσα και χρήση του επιδίκου για τη στάθμευση τούτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την προαναφερόμενη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου κατ' εντολή της ενάγουσας ο πολιτικός μηχανικός Δ. Ο. προέβη στη σύνταξη του απαιτούμενου προς τούτο τοπογραφικού διαγράμματος το Φεβρουάριο του 1990, το οποίο συνόδευε την απόφαση του Νομάρχη Ηλείας, που ήδη έχει αναφερθεί και αποτυπώνει το επίδικο ως κοινοτικό χώρο στάθμευσης.
Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση προς την Κοινότητα Σκαφιδιάς την 17-12-1988 με την οποία της ζητούσε να βεβαιώσει σε τοπογραφικά διαγράμματα που αποτύπωναν το μείζον ακίνητο της καθής και τον παραπάνω δρόμο και το επίδικο ως χώρο στάθμευσης οχημάτων, αλλά και σε ίδιον έγγραφο ότι ο ίδιος δρόμος είναι χαρακτηρισμένος Κοινοτικός, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τη βεβαίωση αυτή στο Πολεοδομικό Γραφείο Πύργου και στον ΕΟΤ "για επισημοποίηση του Κοινοτικού δρόμου και το χαρακτηρισμό του".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το 1998 με δαπάνες της Κοινότητας Σκαφιδιάς και μετά από σχετική απόφαση του Κοινοτικού της συμβουλίου ηλεκτροδοτήθηκε το επίδικο, η τελευταία δε τοποθέτησε σ' αυτό και κάδους απορριμμάτων, ενεργώντας αυτοβούλως και χωρίς ενημέρωση προς τούτο της ενάγουσας. Ο μάρτυρας που με επιμέλεια της εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέθεσε ότι η ενάγουσα προέβη στην περίφραξη της νότιας πλευράς του μείζονος ακινήτου, χωρίς να συμπεριλάβει εντός αυτής το επίδικο.
Αποδείχθηκε ακόμα ότι η ενάγουσα την 24-2-1999 υπέβαλε αίτηση προς τον εναγόμενο Δήμο, Δημοτικό Διαμέρισμα του οποίου αποτελεί πλέον η Κοινότητα Σκαφιδιάς, με την οποία ζητούσε να εγκρίνει το μετασχηματισμό του χώρου στάθμευσης των οχημάτων στο επίδικο για την καλύτερη κυκλοφορία τους και αξιοποίηση του ώστε να προκύψει η δυνατότητα στάθμευσης περισσοτέρων (οχημάτων).
Αυτήν την αίτηση έκανε αποδεκτή ο εναγόμενος Δήμος με την 2111/21-2-99 βεβαίωση του αντιδημάρχου Α. Β.. Το Μάρτιο του 1999 η ενάγουσα κατέστρεψε τμήμα της ασφάλτου, με την οποία είχε επιστρωθεί το επίδικο, η ενέργεια της αυτή απασχόλησε το δημοτικό συμβούλιο του εναγομένου και ο προαναφερόμενος αντιδήμαρχος απέστειλε προς αυτήν το .../4-3-99 έγγραφο, με το οποίο της ζητούσε να σταματήσει κάθε εργασία στο δημοτικό αυτό χώρο.
Την 25-7-1997 η Κοινότητα Σκαφιδιάς μετά από δημοπρασία προέβη στην εκμίσθωση τμήματος του επιδίκου επιφάνειας 50 τ.μ. για την τοποθέτηση κινητής καντίνας με μισθωτή τον Ε. Α. για το χρονικό διάστημα των τεσσάρων ετών. Τον Απρίλιο του 1999 η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την εγκατάσταση της καντίνας στο επίδικο και ζήτησε την απομάκρυνση της, η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι του χρόνου άσκησης της αγωγής.
Και είναι αληθές ότι η ενάγουσα παραχώρησε στην κοινή χρήση το επίδικο ακίνητο από το 1987, χωρίς όμως η βούληση της προς τούτο να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά τους όρους του άρθρου 1033 Α.Κ., δηλαδή με αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα προς το σκοπό να καταστεί κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση απαιτείται να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1134, 1169, 1187 και 1319 ΑΚ (βλ σχ ΑΠ 544/2002 Δνη 43.1691).
Συνεπώς τούτο δεν απέκτησε νομότυπα την ιδιότητα του κοινοχρήστου και δεν προσπορίσθηκε η κυριότητα του στον εναγόμενο Δήμο αφού δεν απώλεσε την κυριότητα της επ' αυτού η ενάγουσα. Πλην όμως ενόψει των προαναφερομένων περιστατικών δηλαδή της παραχώρησης τούτου από το 1987, μετά από τη συμφωνία που προαναφέρθηκε, στην κοινή χρήση, της αναγνώρισης τούτου, σε έγγραφα που η ίδια εκδίδει (ενάγουσα), ως κοινοτικού χώρου, της ανοχής της σε ενέργειες της Κοινότητας Σκαφιδιάς ως κυρίας του επιδίκου, του αιτήματος της προς την τελευταία για το μετασχηματισμό της διάταξης των θέσεων στάθμευσης στο επίδικο, που κάθε άλλο παρά ενέργεια ιδιοκτήτη δηλώνει, του γεγονότος ότι άφησε εκτός περίφραξης το επίδικο ακίνητο, η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ δηλαδή της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας. Καθ' όσον η γνώση της παραπάνω διαμορφωθείσης καταστάσεως και η ανοχή της από την ενάγουσα με τις προαναφερόμενες ειδικές συνθήκες που προέρχονται από τη συμπεριφορά της δημιούργησαν εύλογα την πεποίθηση στον εναγόμενο ότι δε θα ασκήσει την ένδικη αξίωση της.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση του τελευταίου περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και απέριψε κατ' ουσίαν την παραπάνω ένσταση, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. και δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν , χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και με σαφήνεια το από τις αποδείξεις συναχθέν πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά περιστατικά που ήσαν αναγκαία, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, για την εφαρμογή της προδιαληφθείσης ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών συμπεριφορά της αναιρεσειούσης , που προηγήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητός της, επί πλέον δε η κατάσταση που διαμορφώθηκε επί του επιδίκου με την ανοχή της αλλά και τις ενέργειες τόσο της ιδίας όσο και της πρώην Κοινότητος Σκαφιδιάς, στα πλαίσια της μεταξύ των συμφωνίας, που εξυπηρετούσε και τα δικά της συμφέροντα με την επελθούσα τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και την πεζοδρόμηση των εντός του μείζονος ακινήτου της προβλεπομένων οδών, και της οποίας (καταστάσεως) την ανατροπή επιδιώκει με την ένδικη αγωγή της, μετά παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος (δώδεκα και πλέον ετών) και ενώ ευλόγως είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο- αναιρεσίβλητο η πεποίθηση ότι δεν ασκήσει την ένδικη αξίωσή της.
Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφερθεί ειδικότερα και στις δυσμενείς συνέπειες που θα επιφέρει η επιδιωκομένη με την αγωγή ανατροπή της υφισταμένης στο επίδικο καταστάσεως, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, καθόσον οι συνέπειες αυτές είναι προφανείς και ταυτίζονται με την ίδια την φύση και τον προορισμό του κοινοχρήστου πράγματος, η κατάργηση του οποίου πλήττει το σύνολο των κατοίκων και της ευρύτερης περιοχής.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών που την στερούν νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου καθό μέρος, υπό την επίκληση της ρηθείσης αναιρετικής πλημμελείας, πλήττεται η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ..Δ., εκτίμηση των αποδείξεων και η, βάσει αυτών, διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με τον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσίβλητος τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην κατ' έφεση δίκη δεν είχε προβεί στην αναγκαία για την θεμελίωση της περί καταχρήσεως δικαιώματος ενστάσεώς του δήλωση ότι η ίδια του δημιούργησε με τη συμπεριφορά της την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δια της αγωγής ασκούμενο δικαίωμα και επομένως το Εφετείο με το διαλάβει στην προσβαλλομένη απόφασή του το στοιχείο αυτό, που δεν είχε προταθεί από τον ενιστάμενο αναιρεσίβλητο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρειούσης τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως , προκύπτει ότι η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως με την προβολή όλων των πραγματικών περιστατικών που την συγκροτούν, την επίκληση από τον ενιστάμενο του ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και την υποβολή αιτήματος για τη απόρριψη εκ του λόγου τούτου της ενδίκου αγωγής.
Και ναι μεν στα θεμελιωτικά της ως είρηται ενστάσεως στοιχεία δεν είχε διαλάβει ρητώς και τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσείουσα με την συμπεριφορά της του είχε δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε το επίδικο δικαίωμά της, τούτο όμως σαφώς συνήγετο από τα επικληθέντα γεγονότα και συνεπώς το Εφετείο με το να διαλάβει στις παραδοχές του ως αποδεδειγμένο και το στοιχείο τούτο , δεν υπέπεσε στην ως είρηται αναιρετική πλημμέλεια του άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ..
Επομένως και κατά το μέρος του αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος. Τέλος ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008, Α.Π. 896/2011, 29/2011, 109/2008, 446/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση , η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο, λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και δη της υπ' αριθμ. 20/1987 αποφάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητος Σκαφιδιάς, στην οποία γίνεται μνεία , εκτός των άλλων , και της υποχρεώσεως υπογραφής μεταξύ της ως άνω Κοινότητος και της ιδίας (αναιρεσειούσης) συμβολαιογραφικής συμβάσεως , με την οποία η τελευταία θα ανεγνώριζε τη σύσταση πραγματικής δουλείας οδού, πράγμα που αποδεικνύει ότι η Κοινότητα Σκαφιδιάς, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος Δήμος Πύργου ανεγνώρισε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είναι κυρία της επιδίκου εκτάσεως , τον ισχυρισμό της όμως αυτό , ο οποίος αποδεικνύεται με την ως άνω απόφαση και καταλύει την περί καταχρήσεως δικαιώματος ένσταση του αναιρεσιβλήτου δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, παραμορφώνοντας την ως είρηται απόφαση και υποπίπτοντας συνάμα και στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια . Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος , διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, αφ' ενός μεν δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά συνεκτίμησε τούτο μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, ενόρκων βεβαιώσεων και εγγράφων), αφ' ετέρου δε δεν παρεμόρφωσε, το εν λόγω έγγραφο (ούτε άλλωστε και η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται κάτι τέτοιο), αλλά απέδωσε σ` αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό αναφορικά με το αποδεικτέο θέμα, η αναιρεσείουσα, η οποία έτσι πλήττει απαραδέκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., την κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το ανωτέρω έγγραφο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, αφού ο νικών αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε και δεν έλαβε μέρος στην παρούσα δίκη και ως εκ τούτου δεν υπεβλήθη σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2011 αίτηση της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ", που εδρεύει στο Δ.Δ. … του …και εκπροσωπείται νομίμως, για αναίρεση της υπ' αριθμ.679/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ