Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on property ownership due to procedural limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the court erred in refusing an expert appraisal and failed to consider her claim of derivative ownership under civil code provisions. The court ruled that appeals against judgments from multi-member first-instance courts are strictly limited to specific statutory grounds, excluding the appellant's cited errors.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560 of the Code of Civil Procedure; Article 1033, 1041, 1045 of the Civil Code. Appeals against first-instance judgments are restricted to specific statutory grounds and do not permit challenges based on general errors in applying substantive law or procedural rules not explicitly listed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1629 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1629/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαλανόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...χας Ι1, 2. ... και 3. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Νικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 30-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά.
Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων :
Δυνάμει της ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Φωτεινοπούλου-Παρασκευά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., με την οποία οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του συζύγου της πρώτης και πατρός των δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, Ι1, ο οποίος απεβίωσε στις ...χωρίς να αφήσει διαθήκη, περιήλθε κατά ιδανικά μερίδια συγκυριότητας 1/4 (ή άλλως (1/8) στην πρώτη και 3/4 (ή άλλως 3/8) σε έκαστο των λοιπών, το 1/2 ενός αγροτικού ακινήτου κείμενου στη θέση "..." των ορίων της Κοινότητας του Δήμου ..., συνολικής εκτάσεως 2.318,20 τ.μ., το οποίο συνορεύει Ανατολικά εν μέρει με την υπερκείμενη ιδιοκτησία της εναγομένης (πρώην ιδιοκτησία Ι3) από την οποία διαχωρίζεται με φυσικό όχθο και εν μέρει με ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (ερειπωμένο κτίσμα τριβείου δομικών υλικών και δασική έκταση), Δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ...., Βόρεια με την εθνική οδό ...και Νότια εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων ...
και εν μέρει με ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Το λοιπό 1/2 επί του προαναφερομένου ακινήτου, περιήλθε κατά τα αυτά ως άνω ιδανικά μερίδια συγκυριότητας στους ενάγοντες, δυνάμει του ... διανεμητηρίου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., κατόπιν διανομής που έλαβε χώρα μεταξύ των εναγόντων και του μέχρι τότε κυρίου του τμήματος αυτού Ι2.
Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, Ι1 και Ι2, κατά ιδανικό μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον ενέμοντο αυτί κατά τα άνω ιδανικά μερίδια με καλή πίστη και διάνοια συγκυρίων συνεχώς από το έτος 1940 και εξής, οπότε περιήλθε σε αυτούς η νομή του, κατόπιν άτυπης διανομής από τον πατέρα τους Π1, έκτοτε δε ασκούσαν σε αυτό όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και συγκεκριμένα το καλλιεργούσαν με δημητριακά, είχαν φυτέψει εντός αυτού καρυδιές, των οποίων συνέλεγαν τον καρπό, επέτρεπαν σε τρίτους να διέρχονται από αυτό, λ.χ.
το εργατοτεχνικό προσωπικό κατά τη λειτουργία του παρακειμένου τριβείου δομικών υλικών κατά το χρόνο της κατασκευής της προς βορράν διερχόμενης εθνικής οδού ..., και γενικά το επέβλεπαν, αφενός μέχρι το έτος 1975, οπότε απεβίωσε ο πρώτος εξ αυτών και αφετέρου μέχρι το έτος 1985, οπότε ο δεύτερος εξ αυτών μεταβίβασε το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του στους ενάγοντες λόγω διανομής.
Περαιτέρω δυνάμει του .... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Οδυσσέως Ξενογιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα απέκτησε αιτία αγοράς από τον Ι3, την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου μείζονος εκτάσεως 6.492,06 τ.μ., κατατμηθέντος σε τρία τεμάχια κατά τη διάνοιξη της Εθνικής οδού ..., το δεύτερο τεμάχιο εκ των οποίων τυγχάνει όμορο προς ανατολάς με αυτό των εναγόντων, εμφαίνεται δε στο από μηνός Οκτωβρίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...
που έχει προσαρτηθεί στο ανωτέρω συμβόλαιο, με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ι-Θ-Κ-Χ-Η-Λ και συνορεύει, πλην του τμήματος του αγροτεμαχίου που σημειώνεται στο ως άνω διάγραμμα με κόκκινη μολυβίδα, που ανήκει στο Δημόσιο ως δασική έκταση, με ΕΘνική οδό ..., με δασική έκταση και εν μέρει με ιδιοκτησία Π1. Τον Απρίλιο του έτους 1998, η εναγομένη απέβαλε τους ενάγοντες από τη νομή τμήματος της ιδιοκτησίας τους, εκτάσεως 382,42 τ.μ., συγκεκριμένα δε τμήματος που βρίσκεται στο δυτικό άκρο της ιδιοκτησία τους και συνορεύει Ανατολικά εν μέρει με την υπερκείμενη ιδιοκτησία της εναγομένης από την οποία διαχωρίζεται με φυσικό όχθο ύψους 2 έως 2,50 μ.
και εν μέρει με ιδιοκτησία (ερειπωμένο κτίσμα τριβείου δομικών υλικών και δασική έκταση) του Ελληνικού Δημοσίου, Δυτικά με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων, Βόρεια με την εθνική οδό ... και Νότια με ιδιοκτησία (ερειπωμένο κτίσμα τριβείου δομικών υλικών και δασική έκταση) του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, η ως άνω έκταση, όπως περιγράφεται και στην διενεργηθείσα από την Ειρηνοδίκη Καλαμάτας, με ημερομηνία 4-5-2001 Έκθεση Αυτοψίας, αποτελείται από δύο συνεχόμενα μεταξύ τους τμήματα μεταξύ των οποίων υφίσταται υψομετρική διαφορά ύψους 0,30 έως 0,50 μ., ενώ το μεγαλύτερο προς ανατολάς τμήμα αυτού είναι επίπεδο και το προς δυσμάς τμήμα του βρίσκεται χαμηλότερα από το πρώτο κατά 0,30 έως 0,50 μ., η δε υψομετρική διαφορά μεταξύ των ανωτέρω τμημάτων οφείλεται στα συσσωρευμένα μπάζα (χαλίκια και χώματα) που υπάρχουν κατά μήκος και εντός του επιδίκου με κατεύθυνση από βορρά προς νότο και σε απόσταση από 4 έως 4,50 μ.
από τον προαναφερόμενο διαχωριστικό φυσικό όχθο, κατά τρόπο ώστε να σχηματίζεται μεταξύ των δύο επί μέρους τμημάτων του επιδίκου υποτυπώδης όχθος ύψους 0,30 ως 0,50 μ. Εντός δε του επιδίκου και ειδικότερα στο χαμηλότερο προς δυσμάς τμήμα αυτού, υπάρχει ένας αποξηραμένος κορμός καρυδιάς. Η ως άνω επίδικη εδαφική έκταση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα και δη το ανατολικό τμήμα της προς δυσμάς αυτού εκτεινομένης επικλινούς ιδιοκτησίας των εναγόντων, ενώ, όπως ανωτέρω, αναφέρθηκε διαχωριστικό όριο μεταξύ του επιδίκου και της προς ανατολάς υπερκείμενης ιδιοκτησίας της εναγομένης αποτελεί ο φυσικός όχθος, το ύψος του οποίου κυμαίνεται από 2 έως 2,50 μ.
που φθίνει προς βορρά προς την εθνική οδό, επί του οποίου (διαχωριστικού όχθου) υπάρχει ένα δένδρο πλατάνου μεγάλης ηλικίας, η περίμετρος του οποίου καταμετρηθείσα κατά τη διενέργεια της αυτοψίας, διαπιστώθηκε ότι είναι 1,90 μ. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη, κατά τον ως άνω χρόνο (Απρίλιο 1998) περιέφραξε το επίδικο εδαφικό τμήμα τοποθετώντας σε όλο το μήκος της πλευράς αυτού που συνορεύει με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, σιδηροπασσάλους και σύρμα σε ευθεία νοητή γραμμή εκτεινόμενη από την προς βορράν διερχόμενη εθνική οδό και μάλιστα από το σημείο που βρίσκεται ένας εκ των σιδηροπασσάλων (ο οποίος διαπιστώθηκε υφιστάμενος μέχρι και τη διενέργεια της αυτοψίας στο βορειοδυτικό άκρο του επιδίκου και σε επαφή με την εθνική οδό ...) μέχρι τη νοτιοδυτική γωνία του υπάρχοντος νοτιοανατολικά του επιδίκου τριβείου, το οποίο ενσωμάτωσε στην προς ανατολάς κειμένη ιδιοκτησίας της, οικειοποιούμενη κατά τον τρόπο αυτό δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί του ως άνω τμήματος, το οποίο και αρνείται έκτοτε να αποδώσει στους ενάγοντες.
Εξάλλου, συνεχίζει το ως Εφετείο δίκασαν Πρωτοδικείο, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ίδια νέμεται το επίδικο τμήμα του ακινήτου των εναγόντων διότι η μεταξύ των δύο ομόρων ακινήτων οριογραμμή κείται κατά 4 έως 5 μέτρα νοτιοδυτικότερα του προαναφερόμενου φυσικού διαχωριστικού όχθου, εκεί όπου δηλαδή σχηματίζεται η υψομετρική διαφορά των 0,30 - 0,50 μ.
εντός του επιδίκου, δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, καθώς ουδεμία περί τούτου απόδειξη προσκομίσθηκε, πολλώ δε μάλλον κατά τη διενέργεια της ως άνω αυτοψίας δεν διαπιστώθηκε ότι η οριογραμμή βρίσκεται στο σημείο που η τελευταία ισχυρίζεται. Επιπροσθέτως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν κατέλαβε αλλά περιέφραξε το επίδικο τμήμα επειδή αυτό περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως του ακινήτου ιδιοκτησίας της, δεν επιβεβαιώθηκε, τουναντίον διαψεύσθηκε από τον δικαιοπάροχο της, Ι3, ο οποίος ενόρκως βεβαίωσε ότι επέδειξε στην αγοράστρια (εναγομένη) και το σύζυγο της τα ακριβή όρια του ακινήτου που τους μεταβίβασε, ενώ ουδέποτε τους έδειξε ή τους πώλησε κάποιο τεμάχιο ή κομμάτι από ξένο ακίνητο και ιδίως από το "χαμηλότερο" ακίνητο της οικογένειας των εναγόντων, ενώ ο αυτός ως άνω ισχυρισμός αντικρούεται και ως εκ τούτου αποδεικνύεται αβάσιμος και από την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Ι2.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια αφενός με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι κατά το 1/2 με κληρονομική διαδοχή και κατά το υπόλοιπο 1/2 κατόπιν διανομής, και αφετέρου με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ακολούθως δε, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051 και 974 του Α.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 και τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα που από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) πρώτος λόγος αναίρεσης, καθώς και ο από τον ίδιο αριθμό τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, όπως εκτιμάται, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, επί αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που δικάζουν επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν επιτρέπεται αναίρεση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται, στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διάδικους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική στην καθαρεύουσα διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, το να μη διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 560, όπως αντίστοιχα και στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 980/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει το αίτημα της για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, διότι "η παράβαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ συνδέεται αναπόσπαστα με εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν δημιουργεί λόγο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ. Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά τα υπόλοιπα τμήματα του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου κατά τρόπο παράγωγο και πρωτότυπο, άφησε αίτηση της αδίκαστη και εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, επικαλείται δηλαδή αναιρετικές πλημμέλειες, όπως εκτιμάται, από τους αριθμούς 8, 9 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, δεν επιτρέπεται αναίρεση για τις προαναφερόμενες πλημμέλειες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 150/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ