Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored plaintiff's ownership claim via adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider his claim of acquiring title through adverse possession, which he asserted was a decisive defense against the plaintiff's suit. The court found the lower court had explicitly examined and rejected this argument based on the lack of required twenty-year possession and lack of intent to own, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lower court's failure to consider a claim is inadmissible if the lower court explicitly examined and rejected the claim for any substantive or formal reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 980 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 980/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Mίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα.
Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ηρώ Βιδάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1175/1999 μη οριστική, 817/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8849/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-7-2005 αίτησή του και τους από 14-2-2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 7-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δε στοιχειοθετείται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που είχε επαναφέρει σ' αυτό με λόγο έφεσης, ότι έγινε κύριος των διεκδικούμενων από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος ισχυρισμός αποτελούσε καταλυτική της αγωγής ένσταση, σε σχέση με την βάση αυτής ότι ο ενάγων είχε γίνει κύριος των εν λόγω ακινήτων από το 1966 με παράγωγο τρόπο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και ρητώς απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ότι ορθώς είχε αυτός απορριφθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές, αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική, στην καθαρεύουσα, διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δε δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, παραπονείται διότι το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα της ένστασης του για απόκτηση κυριότητας στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, παρά την υποβολή εκ μέρους του σχετικού αιτήματος, δε διέταξε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τη θέση της γεώτρησης η οποία έγινε από αυτόν και του χρόνου κατά τον οποίο έγινε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχτηκε χωρίς απόδειξη ότι δεν υπήρχε από το έτος 1970 γεώτρηση στο επίδικο ακίνητο, την οποία αυτός ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει ως πράξη φυσικής εξουσίασης εκ μέρους του του επίδικου ακινήτου, προς θεμελίωση της ένστασης απόκτησης της κυριότητάς του από αυτόν με έκτακτη χρησικτησία, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο αναφέρει τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και σε σχέση προς την βασιμότητα της ένστασης αυτής, την οποία έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη.
Επίσης, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι στο επίδικο δεν έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία αυτός, χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη σχετικά με το χρόνο κατασκευής και τη θέση της γεώτρησης που αυτός ισχυρίσθηκε ότι είχε διανοίξει σε αυτό, αλλά και της υφιστάμενης στέρνας, είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει αντίγραφο της προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, έγγραφων προτάσεών του, ώστε να προκύπτει σε ποία περιστατικά είχε θεμελιώσει την ένσταση απόκτησης κυριότητας με χρησικτησία στο επίδικο και εάν τάχθηκε σχετικά θέμα απόδειξης, που να καλύπτει, έστω και κατά τρόπο περιεκτικό, τα περιστατικά που προβλήθηκαν προς θεμελίωση της ένστασης αυτής.
Τέλος, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πλαστό σχεδιάγραμμα, προβάλλοντας, κατ΄ ορθή υπαγωγή του ισχυρισμού αυτού, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α΄ του ΚΠολΔ, αφού στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι είχε προβάλει σχετικό για πλαστότητα του εν λόγω σχεδιαγράμματος ισχυρισμό, από δε την επισκόπηση των προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεών του προκύπτει ότι αυτός δεν είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό στο Εφετείο.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ 11 περ.
γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β΄, 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Στο Εφετείο η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών.
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ολΑΠ 9/2000, 14/2005, 15/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 (περ.γ΄) του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο είκοσι ένα έγγραφα, που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Όπως όμως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, αυτός δεν είχε νόμιμα, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, επικαλεσθεί κανένα από τα έγγραφα αυτά στο Εφετείο, αλλά είχε αρκεσθεί σε γενική μόνο αναφορά ότι επικαλείται και προσκομίζει όλα τα έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγγραφων προτάσεών του, από τα οποία να προκύπτει ότι είχε γίνει συγκεκριμένη επίκληση αυτών.
Και ναι μεν στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ο αναιρεσείων αναφέρει ότι επικαλείται και προσκομίζει και "τα σχετικά Α, Β, Γ, Δ, ΣΤ, Ζ", πλην όμως δεν προσδιορίζει σε ποία συγκεκριμένα έγγραφα αντιστοιχούν τα υπό τα αλφαβητικά αυτά στοιχεία επικαλούμενα σχετικά, ούτε υπάρχει στις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις παράθεση σχετικών υπό τα στοιχεία αυτά ή αναγραφή σελίδων των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεων στις οποίες γίνεται προσδιορισμός αποδεικτικών μέσων που αντιστοιχούν στα στοιχεία αυτά.
Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, και κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ημιτελείς καταθέσεις των μαρτύρων του, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε αυτήν γίνεται ρητή μνεία ότι λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια "οι ημιτελείς καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου", από δε το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής δεν παραμένει η παραμικρή αμφιβολία ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις καταθέσεις αυτές.- Επειδή, για να είναι παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη ορισμένου αποδεικτικού μέσου, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε γίνει επίκληση του αποδεικτικού μέσου.
Τούτο ισχύει και για την ομολογία του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, στην οποία ο νόμος προσδίδει πλήρη αποδεικτική δύναμη εις βάρος εκείνου που ομολόγησε. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 552 παρ. 1 του ΚΠολΔ η δικαστική ομολογία αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης.
Συνεπώς εκείνος που, έστω και αιτιολογημένα, αρνείται τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται ορισμένη ένσταση του αντιδίκου του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα ομολογεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να μη προσδώσει πλήρη αποδεικτική δύναμη στην ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, σε σχέση με το θεμελιωτικό της ένστασης απόκτησης από τον αναιρεσείοντα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία γεγονός, της άσκησης συγκεκριμένης πράξης νομής, συνιστάμενης στην ενέργεια γεώτρησης, "ομολόγησε την ύπαρξη γεωτρήσεως, αλλά την τοποθέτησε εντός της κατ' αυτόν ιδιοκτησίας μου", δηλαδή όχι μέσα στο επίδικο ακίνητο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία ότι ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ύπαρξη ομολογίας του αναιρεσιβλήτου, τέτοια άλλωστε επίκληση δεν προκύπτει ότι είχε γίνει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων του αναιρεσείοντος, ο δε αναιρεσίβλητος, σύμφωνα με τα κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, δεν ομολόγησε θεμελιωτικά της ένστασης του αναιρεσείοντος περιστατικά, αλλά αντίθετα ρητά αρνήθηκε αιτιολογημένα τη βασιμότητά τους, με το να ισχυρισθεί ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα γεώτρηση δεν έγινε στο επίδικο ακίνητο.- Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 341 και 406 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, εφαρμόζονται και στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε ορισθεί πριν από την 1-1-2002, η εξέταση των μαρτύρων γίνεται μέσα στην προθεσμία που όρισε με την προδικαστική του απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ή εφόσον αυτή παρατάθηκε, μέσα στο χρόνο της παράτασης, αν όμως η κατάθεση του μάρτυρα διακοπεί, η συνέχιση της εξέτασής του μπορεί να γίνει και πέρα από την προθεσμία αυτή, αλλά την ημερομηνία που ορίστηκε από το δικαστήριο ή το δικαστή ενώπιον του οποίου γίνεται η εξέταση του μάρτυρα.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 149 παρ. 4 και 344 του ΚΠολΔ, που επίσης καταργήθηκαν με τα άρθρα 1 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001, αλλά, σύμφωνα με τις ανωτέρω διαχρονικού δικαίου διατάξεις (των άρθρων 22 του ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001), εφαρμόζονται στις υποθέσεις που η πρώτη συζήτησή τους στον πρώτο βαθμό είχε ορισθεί πριν από την 1-1-2002, η χορήγηση ή μη νέας προθεσμίας εξέτασης μαρτύρων από το δικαστήριο, όταν αυτό δικάζει την ουσία της υπόθεσης ή η, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, διάταξη νέων αποδείξεων, απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 παρ. 5 του ν. 2915/2001 και εξακολουθεί, σύμφωνα με τις ανωτέρω διαχρονικού δικαίου διατάξεις (των άρθρων 22 του ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001), να εφαρμόζεται στις υποθέσεις που η πρώτη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό είχε ορισθεί πριν από την 1-1-2002, στην κατ' έφεση δίκη εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάσθηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου και μόνο εωσότου συμπληρωθεί ο αριθμός που ορίζεται κατά το άρθρο 396, από εκείνους που έχουν νόμιμα γνωστοποιηθεί στον πρώτο βαθμό, εφόσον υφίσταται υποχρέωση γνωστοποίησης των μαρτύρων.
Υπό τη νέα διατύπωση (μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2915/2001), η διάταξη αυτή ορίζει ότι εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάσθηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή, επίσης προκύπτει ότι στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου απόκειται να επιτρέψει την εξέταση νέων μαρτύρων, υπό τους περιορισμούς μεν που προέβλεπε αυτή όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2915/2001, χωρίς δε περιορισμούς, εφόσον εφαρμόζεται αυτή όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή της.
Συνεπώς, η μη χορήγηση νέας προθεσμίας από το δικαστήριο της ουσίας, η μη, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων ή την πάροδο της προθεσμίας προς διεξαγωγή τους, διάταξη νέων αποδείξεων από το δικαστήριο ή η μη επίτρεψη από το Εφετείο της εξέτασης νέων μαρτύρων, αλλ΄ ακόμη και της ολοκλήρωσης της κατάθεσης μάρτυρα, η οποία είχε διακοπεί χωρίς να ολοκληρωθεί μέσα στην αρχική ή την κατά παράταση προθεσμία, δε θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για παρά το νόμο κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου.
Τέτοιος λόγος μπορεί να θεμελιωθεί μόνο εάν το δικαστήριο έκρινε ότι ο διάδικος εξέπεσε από το δικαίωμα να εξετάσει μάρτυρες ή να ζητήσει την ολοκλήρωση της κατάθεσης του μάρτυρά του που είχε διακοπεί, παρότι δεν είχε λήξει η προθεσμία που, έστω κατά παράταση της αρχικής, είχε χορηγηθεί ή παρότι δεν είχε περάσει η ημερομηνία στην οποία, κατά τη διακοπή της είχε ορισθεί η συνέχιση της εξέτασης του μάρτυρα.
Επίσης, στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 149, 344 και 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είτε των διατάξεων των άρθρων 341 και 406 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το ν. 2915/2001, αφού οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι προϋποθέτουν εφαρμογή ή μη εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι εν λόγω διατάξεις.
Θεμελίωση τέτοιων αναιρετικών λόγων δεν μπορεί να γίνει ούτε με επίκληση ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στα πλαίσια του οποίου προστατεύεται και το δικαίωμα άμυνας και ακρόασης του διαδίκου. Η άσκηση του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και μάλιστα κατά την εξέταση των μαρτύρων, διασφαλίζεται με τις δικονομικές διατάξεις που προβλέπουν την εντός ορισμένης προθεσμίας και κατά ορισμένη διαδικασία διεξαγωγή των αποδείξεων, με δυνατότητα μάλιστα υποβολής ερωτήσεων στους μάρτυρες από τους διαδίκους και ανταπόδειξης μέσα στην ίδια προθεσμία και από τον αντίδικο εκείνου τον οποίο βαρύνει η απόδειξη (άρθρο 345 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001) και συνεπώς η προσβολή, σε σχέση με την αποδεικτική διαδικασία, του κατοχυρούμενου από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματος άμυνας και ακρόασης, ελέγχεται αναιρετικώς με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό τις προϋποθέσεις, που, όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος αυτός ιδρύεται.
Μόνη η μη χορήγηση νέας προθεσμίας εξέτασης μαρτύρων, η μη διάταξη νέων αποδείξεων ή η μη επίτρεψη της εξέτασης μαρτύρων στην κατ΄ έφεση δίκη, όταν ήδη έχει παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους, μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε ή την ημερομηνία που ορίσθηκε να εξετάσουν μάρτυρες ή να προσαγάγουν αυτούς προς ολοκλήρωση της κατάθεσής τους, δεν παραβιάζει το ανωτέρω θεμελιώδες δικαίωμα του διαδίκου, το οποίο πρέπει να ασκείται υπό τις οριζόμενες στο νόμο προϋποθέσεις οι οποίες αποσκοπούν στην αποτροπή της αδικαιολόγητης επιμήκυνσης των δικών και στην παροχή έτσι αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας μέσα σε εύλογο χρόνο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : Αντίγραφο της 1179/1999 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) στις 22-7-1999, από την επομένη δε της ημερομηνίας αυτής άρχισε να τρέχει η ταχθείσα με αυτή προθεσμία των 90 ημερών για τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η οποία, στις 7-6-2000 παρατάθηκε έως την 16-3-2001.
Ακολούθως, στις 31-1-2001, η προθεσμία παρατάθηκε έως και την 16-12-2001 και στη συνέχεια έως την 16-9-2002. Ακολούθως, ο Εισηγητής Δικαστής όρισε την 27-11-2002 ως ημέρα εξέτασης μάρτυρα του εναγομένου και τέλος την 5-3-2003, έτσι δε παρατάθηκε η προθεσμία έως την τελευταία αυτή ημερομηνία, σύμφωνα με το άρθρο 406 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οπότε και έληξε.
Ακολούθως, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων, η οποία, μετά τις γενόμενες κατ' επανάληψη παρατάσεις της, έφθασε τα τρία (3) έτη και τους οκτώ (8) μήνες, είναι ιδιαίτερα μακρά και αδικαιολόγητη, ενόψει και των θεμάτων που έπρεπε να αποδειχθούν. Δεν αποδείχθηκε δε ότι συνέτρεξε κάποιος νόμιμος λόγος, ο οποίος εμπόδισε τον εναγόμενο να ολοκληρώσει την εξέταση των μαρτύρων του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, απέρριψε τα αιτήματα του εναγομένου για αναβολή της δίκης και χορήγηση νέας προθεσμίας προς διεξαγωγή των αποδείξεων, απέρριψε, ως αβάσιμους, τους λόγους της έφεσης του εναγομένου, με τους οποίους αυτός παραπονέθηκε για την απόρριψη των εν λόγω αιτημάτων του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επίσης, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε και το αίτημα του εναγομένου να εξετασθούν οι μάρτυρές του ενώπιόν του, στο ακροατήριο αυτού. Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1, 14 και 19 του ΚΠολΔ.. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι με το να μη επιτρέψει το Εφετείο την εξέταση μαρτύρων και την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτύρων του στο ακροατήριό του.
παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Επίσης, οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι και κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με το να κρίνει ότι ορθώς απορρίφθηκαν οι λόγοι της έφεσής τους, με τους οποίους παραπονέθηκε για τη μη χορήγηση νέας προθεσμίας προς διεξαγωγή των αποδείξεων και με το να μη επιτρέψει την στο ακροατήριό του εξέταση νέων μαρτύρων και την ολοκλήρωση της εξέτασης των μαρτύρων του, αφού τούτο ανήκει στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όχι μόνο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 παρ. 5 του ν. 2915/2001, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αλλά και όπως αυτή έχει μετά την εν λόγω αντικατάστασή της.
Τέλος, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, είναι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14, κηρύσσοντας παρά το νόμο έκπτωση από το δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων και ολοκλήρωσης της εξέτασης των μαρτύρων του, με το να κρίνει ότι είχε περάσει η προθεσμία που είχε ταχθεί για τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 406 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μετά την κατάργησή της με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/200, η οποίο όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου στον οποίο είχε ορισθεί, αλλά και διεξαχθεί η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ΄ ορθή δε εφαρμογή της, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, το Εφετείο έκρινε ότι είχε περάσει η προθεσμία εξέτασης των μαρτύρων, με την παραδοχή δε αυτή δεν παραβιάσθηκε το κατοχυρούμενο με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα άμυνας και ακρόασης του διαδίκου.- Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 του ΑΚ, γίνεται κάποιος κύριος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία εάν έχει αυτό για μια εικοσαετία στη νομή του, εάν δηλαδή για μια εικοσαετία ασκούσε πράξεις φυσικής εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, χωρίς να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε η νομή αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Τα διεκδικούμενα από τον ενάγοντα δύο συνεχόμενα αγροτεμάχια, εμβαδού 258, 24 τετρ.
μέτρων, περιήλθαν στην κυριότητά του με μεταβίβαση, με αιτία την πώληση, από τον προηγούμενο κύριό τους ........, με το .......συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ανδρικοπούλου, το οποίο μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στον τόμο 190 και με αριθμό 161 του βιβλίου μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων, σε συνδυασμό με την .......
πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης, της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Ανδρικοπούλου - Καλλίμη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 204 με αριθμό 215. Από την, με τον παράγωγο αυτό τρόπο, απόκτηση της κυριότητας των ακινήτων αυτών, ο ενάγων ασκούσε έκτοτε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και των προορισμό τους πράξεις φυσικής εξουσίασής τους, με τη θέληση να είναι κύριος αυτών, αδιάκοπα και χωρίς να ενοχληθεί από κανένα.
Ειδικότερα επισκεπτόταν και επέβλεπε αυτά, τα οποία ήταν περιφραγμένα με συρματόπλεγμα, σιδηρογωνιές και μεταλλική πόρτα στο καθένα. Επ' αυτών είχε γράψει το όνομά του. Συντηρούσε την περίφραξή τους, καλλιεργούσε, κλάδευε και φρόντιζε τα υπάρχοντα επ' αυτών πέντε ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο από αυτά.
Ο εναγόμενος, όλως αυθαιρέτως και παρανόμως, κατέλαβε αμφότερα τα επίδικα, τα περιέφραξε με μανδρότοιχο, έκοψε τα ελαιόδενδρα και κατασκεύασε μέσα σε αυτά πισίνα. Το γεγονός αυτό διαπίστωσε ο ενάγων στις 10 Μαρτίου 1997, οπότε τα επισκέφθηκε. Η αποβολή του εναγομένου από τα επίδικα δεν προσδιορίσθηκε χρονικά και με ακρίβεια.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο εναγόμενος και οι αδελφοί του, κατά τη σύνταξη της ....... δήλωσης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αιγάλεω Αμαλίας Κυριάκη - Καρπαθάκη και του ......... δωρητηρίου συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, έκαμαν χρήση σχεδιαγράμματος στο οποίο τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονται ως ανήκοντα στον ενάγοντα, ενώ δε σε έκθεση αυτοψίας από 7-10-1987 διαπιστώνεται ότι τα επίδικα έχουν ήδη ενοποιηθεί με το όμορο ακίνητο του εναγομένου, όπου υπάρχει διώροφη οικία και δένδρα ηλικίας 15 ετών και επ' αυτών υπάρχει καινούρια πισίνα, τοιχοποιϊα γύρω από αυτά και μικρά δενδρύλλια, σε αεροφωτογραφίες δε των ετών 1981, 1982 και 1987 το όμορο αγροτεμάχιο του εναγομένου είναι σαφώς διαχωρισμένο από τα επίδικα ακίνητα, στα οποία δεν υπάρχει καμία κατασκευή, παρά μόνο λίγα ελαιόδενδρα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου ότι αυτός έγινε κύριος των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, την οποία αυτός είχε επαναφέρει ενώπιόν του με λόγο έφεσης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, στο κρίσιμο ζήτημα της μη απόδειξης των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ, περιστατικών, στα οποία θεμελιωνόταν η απόκτηση κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο στα επίδικα ακίνητα με χρησικτησία.
Ειδικότερα, ασάφεια σχετικώς δεν δημιουργείται από την παραδοχή ότι δεν προσδιορίσθηκε χρονικά με ακρίβεια πότε ο εναγόμενος απέβαλε από τα επίδικα ακίνητα τον ενάγοντα, αφού από την περαιτέρω παραδοχή ότι ο εναγόμενος σε συμβόλαια των ετών 1982 και 1983 έκαμε χρήση σχεδιαγράμματος όπου αυτά εμφανίζονται ως ιδιοκτησία του εναγομένου, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι τουλάχιστον κατά τη σύνταξη των εν λόγω συμβολαίων αυτός δεν είχε εκδηλώσει διάνοια κυρίου ως προς τα ακίνητα αυτά, πρόθεση, δηλαδή, να τα έχει αυτός ως κύριός τους, από δε την περαιτέρω παραδοχή, ότι έως και το 1987, όπως διαπιστώνεται από τις σχετικές αεροφωτογραφίες, τα επίδικα ακίνητα ήταν σαφώς διαχωρισμένα από το όμορο ακίνητο του εναγομένου και ότι σε αυτά δεν υπήρχε καμία κατασκευή, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι τουλάχιστον έως το έτος 1987 δεν είχε ενεργήσει πράξεις φυσικής εξουσίασης στα επίδικα ακίνητα ο εναγόμενος.
Με την αναφορά δε των ανωτέρω χρονολογιών, έως τις οποίες εκ του πράγματος απέκλεισε το Εφετείο την ύπαρξη νομής του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, στα επίδικα ακίνητα, σαφώς προκύπτει ότι δέχτηκε ότι δεν συμπληρώθηκε, έως την άσκηση, αλλά και έως τη συζήτηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η απαιτούμενη για την έκτακτη χρησικτησία, εικοσαετής άσκηση νομής σε αυτά από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα με ασαφείς και συνεπώς ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου νομής από αυτόν των επίδικων ακινήτων, απέρριψε την ένσταση απόκτησης από αυτόν της κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω μη προσδιορισμού του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο νεμόταν τα επίδικα ακίνητα ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επαρκώς στηρίζεται στην, μη πληττόμενη από τον αναιρεσείοντα, κρίση του Εφετείου, ότι ο ενάγων την κυριότητά των ακινήτων αυτών την απέκτησε με παράγωγο τρόπο.
Τέλος ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που, κατά τα λοιπά, με αυτόν ο αναιρεσείων προσάπτει έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω σφαλμάτων αναφερόμενων στη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, την εκτίμηση αυτών και την αποδεικτική βαρύτητά τους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιουλίου 2005 αίτηση του ............. για αναίρεση της 8849/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης που ασκήθηκαν με το από 14-2-2007 δικόγραφο.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ