1623/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1623/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρθ. 4, 566§1, 577§3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1623 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1623/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Δήμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανοικτή ανώνυμη εταιρεία κατασκευής έργων Πετρελαίου και Φυσικού αερίου στην επικράτεια της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών και στο εξωτερικό "ΖΑΝΓΚΑΣ"" ("Joint Stock Company for the Construction of Oil and Gas Projects on Commonwealth of Independent States territory and abroad "ZANGAS"") ("JSC ZANGAS"), πρώην εδρεύουσας στην Μόσχα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ήδη αγνώστου διαμονής, νόμιμα εκπροσωπουμένης. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Δ. Ν. του Κ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1474/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23-2-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 325/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 12-10-2010 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 22-12-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από την 9195/22-6-2011 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας, θεωρούμενης, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ως πρόσωπο αγνώστου διαμονής, ενώ έγιναν οι προβλεπόμενες από τη διάταξη 135 ΚΠολΔ δημοσιεύσεις (βλ. προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. 7014 της 27-6-2011 φύλλο της εφημερίδας "Ελεύθερος" και υπ' αριθμ. (9142) 2542 της 24-6-2011 φύλλο της εφημερίδας "Ελεύθερη Ώρα"). Η αναιρεσίβλητη όμως εταιρεία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Επομένως το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
II. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου, στο οποίο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Αντιθέτως δεν υπάρχει παραμόρφωση όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο. Επίσης για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ως αποδειχθέντα τα εξής, μεταξύ άλλων, ενδιαφέροντα την κρινόμενη διαφορά περιστατικά: "... Στα πλαίσια της συμβάσεως έμμισθης εντολής της εναγομένης προς τους ενάγοντες, με την έννοια όμως, όπως συνάγεται από τα κατωτέρω αναφερόμενα στοιχεία, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι ενάγοντες έλαβαν την εντολή εκπροσώπησης και υποστήριξης της εναγομένης ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως εκπρόσωποι του κοινού νομικού - δικηγορικού τους γραφείου και όχι ως ανεξάρτητοι και αυτόνομοι νομικοί εκπρόσωποι αυτής, ώστε να δικαιούνται διπλής αμοιβής.
Έτσι, κατόπιν συμβουλών που έδωσε ο πρώτος ενάγων στους εκπροσώπους της εναγομένης, τις οποίες διαβίβαζε με τηλεομοιοτυπικά μηνύματα (FΑΧ), για τα οποία χρησιμοποιούσε φύλλα χάρτου διαστάσεων Α4 με επικεφαλίδα (δηλαδή στοιχεία αποστολέα) "Ν. Γ. - Δ. Ν. - Ν. Μ. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ..., η τελευταία διόρισε τους ενάγοντες δικαστικούς πληρεξουσίους και χορήγησε στους ίδιους το από 12-11-2003 πληρεξούσιο, με το οποίο παρεχόταν σ' αυτούς η εξουσία ενεργώντας κεχωρισμένως και/ή από κοινού, να την εκπροσωπήσουν ενώπιον του άνω διαιτητικού δικαστηρίου για την υποστήριξη των συμφερόντων της ... .
Η εναγομένη, η διοίκηση της οποίας στη Μόσχα έλαβε γνώση της κοινοποίησης του από 17-5-2004 κατασχετηρίου της Αγροτικής Τράπεζας στις 18-5-2004, με το προσκομιζόμενο από 18-5-2004 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, το οποίο διαβιβάστηκε από το γραφείο της στο Χολαργό, το οποίο αναφέρεται σε δικηγορικό γραφείο "B., G. & N. law Offices" και στην ανάγκη ασκήσεως εναντίον της επισπευδόμενης από την Αγροτική Τράπεζα εκτελέσεως "ένστασης" (βλ.
ανακοπής), κατόπιν συμβουλών του πρώτου εκ των εναγόντων, δυνάμει των προσκομιζομένων από 16-10-2004 και 21-10-2004 πληρεξουσίων αλλά και του προσκομιζόμενου από 24-5-2004 τηλεομοιοτυπικού μηνύματος του γραφείου της εναγομένης στο Χολαργό, το οποίο αποστέλλεται "Προς "Ν. Γ. - Δ. Ν. - Ν. Μ. Δικηγορικά Γραφεία ... και απευθύνεται ειδικά "εις προσοχήν κ.
Γ. Δικηγόρον", διόρισε τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες δικαστικούς πληρεξουσίους και χορήγησε σε αυτούς την εξουσία, ενεργώντας "από κοινού ή χωριστά, να ασκήσουν την προαναφερόμενη ανακοπή κατά της άνω κατασχετήριας επιταγής προς πληρωμή ... (βλ. ειδικότερα το προαναφερόμενο από 24-5-2004 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα που έχει μεταφρασθεί στην ελληνική γλώσσα ...
και στο οποίο κατηγορηματικά και χωρίς οποιοδήποτε πεδίο αμφισβήτησης, αναφέρεται ότι "... παρακαλείσθε όπως καταθέσετε ανακοπή κατά της επιταγής που εκδόθηκε από την Αγροτική Τράπεζα για την κατάσχεση των πιθανών εισπράξεων από την ΔΕΠΑ ΑΕ υπέρ της JSC ZANGAS" ... . Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και από το γεγονός ότι οι δυο πρώτοι ενάγοντες και ειδικότερα ο πρώτος εξ αυτών ακόμη και με το προσκομιζόμενο από 23-11-2004 τηλεομοιoτυπικό μήνυμα προς την εναγομένη, στο οποίο για πρώτη φορά γίνεται λόγος για το ύψος της επικαλούμενης αμοιβής τους, εμφανίζονται ως εκπρόσωποι ενός ενιαίου νομικού γραφείου, δηλαδή ως ομάδα νομικών συμπαραστατών, που δικαιούνται μία μόνο αμοιβή για τις εκτελούμενες από τον καθένα από αυτούς για λογαριασμό της ομάδας ή ομαδικά νομικές υπηρεσίες, και όχι ανεξάρτητοι και αυτόνομοι νομικοί παραστάτες, λειτουργούντες, δηλαδή ο καθένας για τον εαυτό του και ως εκ τούτου δικαιούμενοι χωριστής αμοιβής, ...", η οποία αμοιβή, για την ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή ολόκληρη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης "ενόψει του ποσού για το οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση ανέρχεται στο ποσό των 317.579 ευρώ (ήτοι ευρώ 31.757.900,89 Χ 1%, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη και όχι 2%, δηλαδή 635.158,00 ευρώ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι δυο πρώτοι ενάγοντες, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από την προαναφερόμενη υπογραμμισμένη περικοπή του από 24-5-2004 τηλεομοιοτυπικού μηνύματος, η εντολή δόθηκε για να ασκηθεί ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, με αποτέλεσμα να ισχύει το άρθρο 104 του Κ.Δ.
και όχι κατά άλλης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης ...".
III. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της παραπάνω από 24-5-2004 έγγραφης εντολής της αναιρεσίβλητης προς τους αναιρεσείοντες, καθόσον, κατά τους τελευταίους, η ως άνω εντολή αφορούσε την άσκηση ανακοπής κατά της "επιταγής που εκδόθηκε από την Αγροτική Τράπεζα για την κατάσχεση των πιθανών εισπράξεων από την ΔΕΠΑ ΑΕ υπέρ της "JSC ZANGAS", τουτέστιν κατά του από 12-5-2004 κατασχετηρίου, όπως και έπραξαν, περαιτέρω δε εσφαλμένως εξ αυτού του λόγου εφάρμοσε το άρθρο 104 του Κώδικα περί Δικηγόρων για τον υπολογισμό της ελάχιστης οφειλόμενης στον καθένα από αυτούς νόμιμης αμοιβής για τη σύνταξη της από 24-5- 2004 ανακοπής αντί του (ορθού) άρθρου 103".
Όμως, με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου, η οποία έγινε σε συνδυασμό με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματος ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφάλματος ως προς την ανάγνωσή του.
Δεν αποτελεί παραμόρφωση του εγγράφου η υπογράμμιση στην προσβαλλόμενη απόφαση μόνο της φράσης "ανακοπή κατά της επιταγής" και όχι και της φράσης "που εκδόθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την κατάσχεση των πιθανών εισπράξεων από την ΔΕΠΑ Α.Ε. υπέρ της JSC ZANGAS" και η εξαγωγή του συμπεράσματος ότι από την υπογράμμιση αυτή συνάγεται ότι η ανακοπή αφορούσε μόνο την επιταγή προς πληρωμή και όχι την κατάσχεση.
Άλλωστε, στην προσβαλλόμενη απόφαση αμέσως πιο πάνω από την τελευταία υπογράμμιση διαλαμβάνεται υπογραμμισμένη και η φράση "να ασκήσουν την προαναφερόμενη ανακοπή κατά της άνω κατασχετήριας επιταγής προς πληρωμή". Δηλαδή πρόκειται για ανακοπή για τη διενέργεια της οποίας η αμοιβή προβλέπεται από το άρθρο 104 Κωδ.
Δικηγόρων και όχι από το άρθρο 103 αυτού, το οποίο απλώς προβλέπει την εξομοίωση προς την αγωγή της ανακοπής κατά πράξεων πάσης φύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρθ. 4, 566§1, 577§3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειες ή αμφιβολίες, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τους ενιαία ερευνώμενους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλουν αφενός την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφετέρου την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, σε σχέση με την ερμηνεία της περιεχόμενης στο από 24-5-2004 έγγραφο δηλώσεως βουλήσεως, γιατί στερείται επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας για το ζήτημα αξίωσης αμοιβής με βάση το άρθρο 103 του Κωδ.
Δικηγόρων. Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για το ορισμένο και παραδεκτό αυτών ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως ύπαρξη κενού ή ασάφειας, δεν προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες.
V. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92§ , 98, 100 επ.
του ΝΔ 3026/1954 "περί κωδικός των δικηγόρων" (ΟλΑΠ 33 και 34/2005). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής άσκησης της αξιώσεως του δικηγόρου περί της αμοιβής του από το λόγο ότι αυτή, ως εκ της αξίας του αντικειμένου, με βάση την οποία υπολογίζεται, είναι μεγάλη, όταν ο υπολογισμός της γίνεται βάσει των ελάχιστων ορίων του Κώδικα περί Δικηγόρων ή από το ότι για την εργασία του δικηγόρου για την οποία ζητείται αμοιβή, απαιτήθηκε λίγος χρόνος και καταβλήθηκε μικρή επιστημονική προσπάθεια, εφόσον, κατά το άρθρο 98 του ιδίου Κώδικα, τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται υπόψη για την αύξηση του ελάχιστου ποσού της αμοιβής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και από το γεγονός ότι οι δυο πρώτοι ενάγοντες και ειδικότερα ο πρώτος εξ αυτών ακόμη και με το προσκομιζόμενο από 23-11-2004 τηλεομοιοτυπικό μήνυμα προς την εναγομένη, στο οποίο για πρώτη φορά γίνεται λόγος για το ύψος της επικαλούμενης αμοιβής τους, εμφανίζονται ως εκπρόσωποι ενός ενιαίου νομικού γραφείου, δηλαδή ως ομάδα νομικών συμπαραστατών, που δικαιούνται μία μόνο αμοιβή για τις εκτελούμενες από τον καθένα από αυτούς για λογαριασμό της ομάδας ή ομαδικά νομικές υπηρεσίες, και όχι ανεξάρτητοι και αυτόνομοι νομικοί παραστάτες, λειτουργούντες, δηλαδή ο καθένας για τον εαυτό του και ως εκ τούτου δικαιούμενοι χωριστής αμοιβής, σε συνδυασμό και α) με τον εύκολο σχετικά χειρισμό της διαιτητικής διαφοράς, αφού η έλλειψη δικαιοδοσίας του διαιτητικού δικαστηρίου ήταν εμφανής, και β) της έλλειψης αναγκαιότητας ασκήσεως της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή, λόγω της παρόδου της πενθήμερης προθεσμίας, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι η αξίωση των παραπάνω δυο εναγόντων να λάβουν και μάλιστα ο καθένας από αυτούς χωριστά ολόκληρη τη νόμιμη αμοιβή για τις παραπάνω δυο νομικές ενέργειες, που αναλογεί στον καθένα, ακόμη και αν κάποιος από αυτούς απλώς έχει υπογράψει τις προτάσεις ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου ή την ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών απευθυνόμενη (άρθρο 173 του Δ.Κ.), δηλαδή α) ολόκληρη την, ενόψει της από 7.542.807,04 δολλάρια ΗΠΑ αξίας του αντικειμένου της διαιτητικής αγωγής και των άρθρων 123 § 3, 100 § 1 του ΚΔ, αμοιβή των 150.856,14 δολλαρίων ΗΠΑ ή 121.367,48 ευρώ, όπως επικαλούνται οι άνω ενάγοντες, και β) ολόκληρη την, ενόψει του ποσού για το οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση και των άρθρων 104, 103, 100 § 1 του ΚΔ, αμοιβή των 317.579 ευρώ, έρχεται σε πλήρη και ολοφάνερη αντίθεση, κατ' αντικειμενική κρίση, με τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η μείωσή της από 438.946,48 ευρώ συνολικής νόμιμης αμοιβής, που κρίνεται υπερβολικά μεγάλη, ενόψει και της απλότητας του χειρισμού των παραπάνω δυο υποθέσεων, και δικαιούται κατ' αρχή καθένας από τους δυο πρώτους ενάγοντες, κατά ποσοστό 70%, κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης από το άρθρο 281 Α.Κ.
ως βάσιμης και κατ' ουσία, και να επιδικασθεί στον καθένα από του δυο πρώτους ενάγοντες το ποσό των 131.683,95 ευρώ που κρίνεται εύλογο κατ' αντικειμενική κρίση, ενόψει όλων των ανωτέρω περιστάσεων. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων δικηγόρων, κατά μερική παραδοχή της άνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της αναιρεσίβλητης, την οποία και υποχρέωσε να καταβάλει σ' αυτούς ως αμοιβή, στον καθένα, το ποσό των 131.683,95 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο πραγματικά ως άνω περιστατικά η άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσειόντων δικηγόρων να λάβουν την αμοιβή τους, σύμφωνα με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα Δικηγόρων, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια.
Επίσης το γεγονός και μόνο ότι, κατά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης , οι αναιρεσείοντες "και ειδικότερα ο πρώτος εξ αυτών" εμφανίζονται ως εκπρόσωποι ενός ενιαίου νομικού γραφείου, που δικαιούνται μία μόνο αμοιβή, για τις εκτελούμενες από τον καθένα από αυτούς νομικές υπηρεσίες, κρίση την οποία το Εφετείο συνήγαγε μόνο από τη χρήση τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων σε χαρτί που είχε επικεφαλίδα "Ν.
Γ. -Δ. Ν. - Ν. Μ. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ" και από το ότι σ' αυτή τη διεύθυνση απέστειλε και η αναιρεσίβλητη το προς τον καθένα από τους αναιρεσείοντες πληρεξούσιό της, δεν καθιστά την αξίωση των αναιρεσειόντων καταχρηστική. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
VI. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ειδικότερα, προβάλλουν, α) ως προς την καταχρηστικότητα της αξίωσης για καταβολή αμοιβής στον καθένα από αυτούς, ότι, από τα έγγραφα τα οποία είχαν τεθεί υπόψη του Εφετείου, προκύπτει ότι η ανάθεση των υποθέσεων της αναιρεσίβλητης δεν έγινε γενικώς και αορίστως προς το "Δικηγορικό Γραφείο", αλλά προς τον καθένα των αναιρεσειόντων ξεχωριστά, και β) σε ότι αφορά την ευκολία χειρισμού της διαιτητικής διαδικασίας και της ασκήσεως της ανακοπής, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το σκεπτικό με το οποίο καταλογίστηκαν τα έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας και σε ότι αφορά την έλλειψη αναγκαιότητας ασκήσεως της από 24-5-2004 ανακοπής, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν εγχείρημα το οποίο στερούνταν παντελώς πιθανοτήτων επιτυχίας και σε ότι αφορά την απλότητα του χειρισμού της διαιτητικής διαδικασίας και της ασκήσεως της ανακοπής, αυτή δεν επαληθεύεται από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Εφετείου. Οι αιτιάσεις αυτές για τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως, ο παραπάνω (πέμπτος) λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII. Μετά από αυτά και ειδικότερα μετά την παραδοχή ως βασίμου του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος, κατά το οποίο έκρινε, ότι είναι καταχρηστική η άσκηση της αξίωσης των αναιρεσειόντων δικηγόρων να λάβουν ολόκληρη την εκ 438.946,48 ευρώ συνολική νόμιμη αμοιβή τους, (121.367,48 ευρώ ενόψει αξίας του αντικειμένου της διαιτητικής αγωγής συν 317.579 ευρώ, ενόψει του ποσού για το οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση), με αποτέλεσμα να μειώσει αυτήν κατά ποσοστό 70%, κατά μερική παραδοχή της ενστάσεως της εναγομένης από το άρθρο 281 Α.Κ. ως βάσιμης και να επιδικάσει στον καθένα από τους ήδη αναιρεσείοντες το ποσό των 131.683,95 ευρώ, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. Ακολούθως, σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος, κατά το οποίο αναιρέθηκε η απόφαση, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν αναλόγως της έκτασης της νίκης και ήττας καθενός διαδίκου, καταδικαζομένης της αναιρεσίβλητης, σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθ. 183, 176 και 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 1474/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ