Legislator Case Law & Legislation
900/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's rejection of lawyer's fee claim due to lack of evidence for fixed-term contract.

Case Number 900/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, which rejected the bank's claim for legal fees. The appellant argued for a fixed-term employment contract, but the court found no evidence of coercion or formal agreement, noting the oral nature of the arrangement and the appellant's failure to register it with the Bar Association. Consequently, the court ruled that the relationship constituted independent services rather than employment, leading to the dismissal of the appeal and an order for the appellant to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 677-681 of the Code of Civil Procedure; The court established that without proof of coercion or formal registration, an oral agreement between a lawyer and a bank constitutes independent services rather than a fixed-term employment contract, thereby rejecting claims based on employment law provisions.

Keywords

AI generated
legal fees dispute lawyer employment contract independent services fixed-term contract bar association registration coercion evidence civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 677-681 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 92 A of Presidential Decree 3026/1954
Article 42 of Law 4194/2013
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 900 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 900/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Παναγιώτη Αθανασόπουλο και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 944/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 944/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθ. 677-681 ΚΠολΔ) επί της από 26-1-2017 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 92/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 28-11-2014 αγωγής του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 24-11-2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος άτυπη σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγορικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, που συνήψε με την ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, την 1-9-1999, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσίβλητη, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε ως δικηγόρος της, για να της παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες, που συνίσταντο στον ενδελεχή και ολοκληρωμένο έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτων στα Υποθηκοφυλακεία του Ν.

Αττικής (και στα μετέπειτα Κτηματολογικά Γραφεία), αντί μηνιαίας σταθερής αμοιβής, ανεξάρτητα από το είδος και τον αριθμό των υποθέσεων που θα διαχειριζόταν. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της έννομης σχέσης του με την εναγομένη, ήτοι από 1-9-1999 έως και την καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής στις 14-4-2014, παρείχε ουσιαστικά και ποιοτικά τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους άλλους δικηγόρους του Τομέα Έρευνας Τίτλων Ακινήτων Δικών - Είσπραξης Απαιτήσεων της κεντρικής νομικής υπηρεσίας (Αθηνών), στον οποίο ανήκε και ο ίδιος, οι οποίοι δεν υπερτερούσαν σε ουσιαστικά και τυπικά προσόντα και δεν υπερείχαν ως προς την ποιοτική και ποσοτική απόδοσή τους.

Ότι στις 16-4-2013 η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ του ζήτησε και αυτός αποδέχθηκε και υπέγραψε το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο τέθηκε ως όρος ότι η αμοιβή του για τις παρασχεθείσες, δυνάμει του συμφωνητικού αυτού, υπηρεσίες του θα καθορίζονταν ανά μήνα, για όλες τις έρευνες που θα διενεργήσει, στο συνολικό ποσό των 1300 ΕΥΡΩ και ότι για πρώτη φορά προβλεπόταν ότι βάση υπολογισμού της ως άνω μηνιαίας αμοιβής του ήταν η επί μέρους αμοιβή για κάθε διενεργούμενη έρευνα με το ποσό των 15 ΕΥΡΩ η καθεμία και για 86 έρευνες μηνιαίως, ο οποίος όμως όρος ουδόλως μετέβαλε τον χαρακτήρα της από 1-9-1999 σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, καθόσον συνομολογήθηκε για λόγους διευκόλυνσης του λογιστηρίου.

Ότι η δικαιοπάροχος της εναγομένης στις 14-4-2014 του ζήτησε και αυτός υπέγραψε το από 14-4-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο περιλαβανόταν όρος που καθόριζε την αμοιβή του στο ποσό των 30 ΕΥΡΩ ανά ερευνώμενο πρόσωπο και σε περίπτωση που η έρευνα αποβεί άκαρπη το ποσό της αμοιβής θα περιορίζεται στο ποσό των 15 ΕΥΡΩ.

Και ότι η παραπάνω τροποποίηση των όρων της σύμβασής του αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, εξομοιούμενη με καταγγελία της αρχικής του σύμβασης εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της εναγομένης. Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη, ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", οφείλει να του καταβάλει α) τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ο ίδιος ελάμβανε, σε σχέση με τις αποδοχές των λοιπών δικηγόρων που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 14-4-2014, συνολικού ποσού 268.517,62 ΕΥΡΩ, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, β) αποζημίωση απόλυσης ποσού 78.284,96 ΕΥΡΩ, και γ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5000 ΕΥΡΩ.

Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν δικαιούται τις αμοιβές των λοιπών δικηγόρων που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής στην δικαιοπάροχο της εναγομένης, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει, για το ίδιο χρονικό διάστημα α) τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε και των ελάχιστων αποδοχών που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση έμμισθης εντολής συνολικού ποσού 78.399,03 ΕΥΡΩ, και β) αποζημίωση απολύσεως συνολικού ποσού 32.300 ΕΥΡΩ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 92/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι δεν υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησε έφεση ο ενάγων, και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 944/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Κατά της εν λόγω τελεσίδικης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση.

Κατά το άρθρο 92 Α του νδ 3026/1954 περί Κώδικος των Δικηγόρων, που έχει εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης (ΑΠ 506/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) "Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμοίβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του".

Εξάλλου, με το άρθρο 42 του Ν. 4194/2013, ήτοι του νέου Κώδικα περί δικηγόρων, που ισχύει από 29-9-2013 "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι τόσο με το προϊσχύον νομικό πλαίσιο, όσο και με βάση το καθοριζόμενο από το νέο Κώδικα περί δικηγόρων, σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι' αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του ν.δ 3026/1954 είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38 και 44 του ν.δ. 3026/1954, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως.

Η σχέση αυτή της έμμισθης εντολής, λύεται με καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, για όσο δε ο καταγγείλας παραλείπει την καταβολή της αποζημίωσης, εξακολουθεί να οφείλει την πάγια αντιμισθία. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

του Κώδικα δικηγόρων. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έμμισθης εντολής που συνάπτει ο δικηγόρος με τον πελάτη του είναι η περιοδικότητα της αμοιβής, η συμφωνία δηλαδή ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται παγίως κατά μήνα ή κατ' έτος και θα είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων, επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του, γραπτές ή προφορικές.

Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς και σιωπηρώς και, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με ομολογία. (ΑΠ 863/2018, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 1231/2018, 1474/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και όταν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε υπονοείται ή σφάλμα κατά την υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το δε κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην απομένουν αμφιβολίες.

Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της παραπάνω αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: "Ο εκκαλών είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος από την 24-8-1998 στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά διορισθείς με την 129853/31-7-1998 απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 150/Γ/12-8-1998.

Περαιτέρω τις σχέσεις της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης "ΓΕΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με το προσωπικό της ρύθμιζε ο "Οργανισμός Προσωπικού" αυτής, ο οποίος είχε συνομολογηθεί με την από 3-9-1975 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 41073/8572/18-24-9-1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β' τεύχος 1048).

Κατά τις κανονιστικές ρυθμίσεις του παραπάνω οργανισμού, οι οποίες είχαν ισχύ ουσιαστικού νόμου, το προσωπικό της παραπάνω Τράπεζας ήταν κατανεμημένο σε διάφορους κλάδους, ένας εκ των οποίων ήταν και ο νομικός κλάδος, στον οποίο εντάσσονταν ο Προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας και οι δικηγόροι (άρθ. 3 παρ.

Δ του οργανισμού). Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι και την 20-11-2014, κατά την οποία ολοκληρώθηκε η συγχώνευση με την εφεσίβλητη, η Γενική Τράπεζα είχε προσλάβει, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ως προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας τον δικηγόρο Ν.

Χ. (τον οποίο διαδέχθηκε η δικηγόρος Α. Φ.) και είκοσι επτά άλλους δικηγόρους. Πέραν των παραπάνω δικηγόρων, προς αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών του νομικού τμήματος, η Τράπεζα ανέθετε και σε άλλους δικηγόρους, ως εξωτερικούς συνεργάτες, τον χειρισμό διαφόρων υποθέσεων. Οι διαφορές των δύο αυτών μορφών συνεργασίας της Τράπεζας με τους δικηγόρους της, ήταν πολλές και σημαντικές.

Οι δικηγόροι που απασχολούνταν με σύμβαση έμμισθης εντολής υπάγονταν στον παραπάνω οργανισμό προσωπικού, αμείβονταν με σταθερό μισθό ανεξαρτήτως αριθμού ή είδους υποθέσεων, λάμβαναν επιδόματα, ακολουθούσαν το ωράριο του λοιπού προσωπικού, είχαν χώρο εργασίας εντός των εγκαταστάσεων της Τράπεζας, ασχολούνταν με διάφορες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες και είχαν υποχρέωση ανακοίνωσης της σύμβασής τους στον οικείο δικηγορικό σύλλογο.

Αντίθετα, οι δικηγόροι που συνεργάζονταν με την παραπάνω Τράπεζα ως εξωτερικοί συνεργάτες, αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών κατ' αποκοπή, δεν δεσμεύονταν από ωράριο, δεν στεγάζονταν σε γραφεία της Τράπεζας, δεν ακολουθούσαν το οργανόγραμμα του προσωπικού αυτής και δεν ανακοίνωναν τη σύμβασή τους στο Δικηγορικό Σύλλογο.

Ο εκκαλών από την 1-9-1999 ξεκίνησε να συνεργάζεται με την παραπάνω Τράπεζα, κατόπιν άτυπης προφορικής συμφωνίας, αναλαμβάνοντας τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας σε υποθηκοφυλακεία της Αττικής, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων αντισυμβαλλομένων της Τράπεζας σε δανειακές και άλλες συμβάσεις.

Η σύμβασή του δεν καταρτίστηκε κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας και δεν ανακοινώθηκε ποτέ στον Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά. Ο ίδιος δεν εντάχθηκε στο προσωπικό της Τράπεζας, δεν του παραχωρήθηκε χώρος γραφείου στη νομική υπηρεσία και δεν ακολουθούσε ωράριο. Του ανέθεταν τη διενέργεια συγκεκριμένου αριθμού ερευνών και αμειβόταν κάθε μήνα για τις έρευνες που πραγματοποιούσε, εκδίδοντας αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

Το ποσό που λάμβανε μηνιαίως ήταν σταθερό, και συγκεκριμένα ανερχόταν σε 200.000 δρχ αρχικά μέχρι τον Νοέμβριο του 1999, σε 250.000 δρχ (733,67 ΕΥΡΩ) μέχρι τον Αύγουστο του 2012 και έκτοτε σε 1.300 ΕΥΡΩ. Το καταβαλλόμενο παραπάνω ποσό αντιστοιχούσε σε αριθμό ερευνών που η Τράπεζα ανέθετε στον εκκαλούντα, σύμφωνα με τις ανάγκες της.

Ειδικότερα ο αριθμός ερευνών που διεξήγαγε ο εκκαλών ανερχόταν σε ογδόντα έξι (86), η δε αμοιβή του προέκυπτε από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού αυτού με το ποσό των 15 ΕΥΡΩ (ή το ισόποσό του σε δραχμές αρχικά) περίπου, που λάμβανε για κάθε έρευνα. Σύμφωνα δε με τις ανάγκες της Τράπεζας και τον αριθμό των συνεργαζομένων δικηγόρων, το συνολικό ποσό της αμοιβής του παρέμενε μεν σταθερό καθ' όλο το παραπάνω διάστημα, αναλογούσε όμως σε σταθερό αριθμό ερευνών που του ανέθεταν και δεν ήταν ανεξάρτητο απ' αυτό.

Εξάλλου κατά τις 29-3-2013 για πρώτη φορά καταρτίστηκε γραπτή σύμβαση μεταξύ του εκκαλούντος και της Τράπεζας, στην οποία αναφερόταν ότι η αμοιβή του εκκαλούντος για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ανερχόταν στο ποσό των 1300 ΕΥΡΩ μηνιαίως. Την 16-4-2013 τα μέρη τροποποίησαν την παραπάνω σύμβαση, διευκρινίζοντας ότι το συνολικό ποσό των 1300 ΕΥΡΩ, έχει ως βάση υπολογισμού το ποσό των 15 ΕΥΡΩ, με το οποίο αμείβεται η κάθε έρευνα.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι στο τέλος του κάθε έτους θα γινόταν εκκαθάριση, ούτως ώστε να διαπιστωθεί αν τυχόν έγιναν περισσότερες ή λιγότερες έρευνες από τον εκκαλούντα και να του καταβάλουν το επιπλέον ποσό ή, αντίθετα, να επιστραφεί στην Τράπεζα ποσό που έλαβε ο εκκαλών επιπλέον, ανάλογα με τον αριθμό των ερευνών.

Στις 14-4-2014 καταρτίστηκε νέα τροποποίηση της παραπάνω σύμβασης. Στον 3.01 όρο της τροποποιητικής αυτής σύμβασης προβλεπόταν ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τις παρεχόμενες υπηρεσίες συμφωνείται στο ποσό των 30 ΕΥΡΩ ανά ερευνώμενο πρόσωπο και, σε περίπτωση που δεν βρεθεί μερίδα, στο ποσό των 15 ΕΥΡΩ. Ωστόσο η συνεργασία του εκκαλούντος συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2014, οπότε και έπαυσε.

Ο εκκαλών με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ισχυρίστηκε ότι η συμβατική του σχέση με την Γενική Τράπεζα ΑΕ ήταν αυτή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Το κύριο επιχείρημά του για τη θεμελίωση της αγωγής του ήταν η σταθερότητα του ποσού της αμοιβής που λάμβανε μηνιαίως.

Πλην όμως, όπως προελέχθη, το παραπάνω συνολικό ποσό αντιστοιχούσε σε σταθερό αριθμό ερευνών, που σύμφωνα με τις ανάγκες της Τράπεζας, αναλογούσε στον εκκαλούντα και δεν ήταν ανεξάρτητο από τον αριθμό των ανατεθειμένων σε αυτόν υποθέσεων. Πέραν αυτού, η μορφή της συνεργασίας του εκκαλούντος με την Τράπεζα δεν παρουσίαζε το βαθμό δέσμευσης που εμφανίζει η σύμβαση έμμισθης εντολής, κατά την οποία, ο, στο πλαίσιο τέτοιας σύμβασης, ενεργών δικηγόρος, δεσμεύει μεγαλύτερο χρόνο στη διάθεση του εντολέως του, προς διεκπεραίωση ποικίλλων υποθέσεων που του ανατίθενται.

Στην προκειμένη δε υπόθεση, αποδείχθηκε ότι οι δικηγόροι αυτοί (με σύμβαση έμμισθης εντολής της Γενικής Τράπεζας) στεγάζονταν σε χώρο της νομικής υπηρεσίας της Τράπεζας, έθεταν στη διάθεσή της τις νομικές τους υπηρεσίες, εξαιρουμένου βεβαίως του χρόνου που απαιτείτο να απουσιάζουν για διεκπεραίωση δικαστικών ή και εξώδικων υποθέσεων αυτής (παραστάσεις σε δικαστήρια, έρευνες σε υποθηκοφυλακεία κτλ).

Αντίθετα ο εκκαλών διέθετε μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας, αφού προσερχόταν στα γραφεία της Τράπεζας μόνο για να παραλάβει και να παραδώσει την εργασία του, ενώ όλο τον εργάσιμο χρόνο του διέθετε κατά βούληση, μεριμνώντας μόνο να διεκπεραιώσει και τις ανατεθείσες έρευνες εντός ευλόγου χρόνου. Τη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών μορφών συνεργασίας γνώριζε και αποδεχόταν ο εκκαλών, αφού, επί σειρά ετών, δεχόταν τη μορφή της συμβάσεώς του και το γεγονός ότι δεν λάμβανε ούτε μηνιαίο μισθό, ούτε τα δώρα και επιδόματα που λάμβαναν οι δικηγόροι με σύμβαση έμμισθης εντολής και ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε αξίωσε αυτά, γνωρίζοντας ότι δεν τα δικαιούται.

Για τον ίδιο λόγο αποδέχθηκε και την υπογραφή των παραπάνω συμβάσεων και ειδικά της τελευταίας εξ αυτών, που αποτύπωνε αυτή τη μορφή συνεργασίας, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ούτε να διακόψει τη συνεργασία του, αφού, όπως ο ίδιος συνομολογεί συνέχισε να εργάζεται για την Τράπεζα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2014, οπότε και αποχώρησε.

Οι ισχυρισμοί του ότι εξαναγκάστηκε σε υπογραφή των συμβάσεων αυτών και ότι διαμαρτυρήθηκε δεν αποδείχθηκαν. Τα παραπάνω ενισχύονται επίσης και από το γεγονός ότι η σύμβαση του εκκαλούντος ήταν άτυπη και προφορική, χωρίς εκπεφρασμένη βούληση του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας για δέσμευση αυτής σε μία τέτοιου είδους διαρκή έννομη σχέση αλλά και από το ότι ουδέποτε ο εκκαλών ανακοίνωσε την κατάρτιση σύμβασης έμμισθης εντολής στον δικηγορικό σύλλογο, που ήταν εγγεγραμμένος, με κίνδυνο να υποστεί πειθαρχικές κυρώσεις.

Οι τελευταίες αυτές διαπιστώσεις δεν αρκούν βεβαίως για να κριθεί ο τύπος της συμβάσεως του εκκαλούντος, ενισχύουν όμως αποδεικτικά τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης ότι δεν επρόκειτο για σύμβαση έμμισθης εντολής αλλά για παροχή ανεξάρτητων νομικών υπηρεσιών, αμοιβόμενη κατ' αποκοπή". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις, κατά την κύρια και επικουρική βάση της αγωγής, που είχαν ως βάση τη σχέση δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία, είναι αβάσιμες από ουσιαστική άποψη στο σύνολό τους.

Γι' αυτό απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος κατά της 92/2016 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη Τράπεζα δεν ήταν αυτή της δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή στο σύνολό της.

Με τις προαναφερόμενες παραδοχές και την κρίση που παρήχθη από αυτές, το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954, καθώς και την αντίστοιχη του άρθρου 42 του Ν. 4194/2013 ήτοι του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ενώ, εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του το Μονομελές Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ως άνω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης, ως σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου ή παροχής ανεξάρτητων νομικών υπηρεσιών.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2020 αίτηση για αναίρεση της 944/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ