Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on employee non-appointment due to lack of legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Labor Court's decision rejecting the employee's claim for non-appointment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and omitted the employee's appointment, violating procedural rules. The court ruled that the appeal lacked merit because the lower court correctly rejected the claim as unlawful and the cited arguments did not constitute valid grounds for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not overturn a lower court's decision if the appeal fails to establish that the lower court ignored relevant legal arguments or misapplied the law regarding the omission of an employee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1622 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1622/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δήμου Αδάμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK A.E", με έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", κατόπιν διάσπασης της τελευταίας (45089/16-4-2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων) που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Κλεισιούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1689/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10.6.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 5316/526/2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε σε βάρος της Α.Ε. με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΙΑ, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ AΝΩΝΥΜΗ EΤΑΙΡΙΑ με το διακριτικό τίτλο ALPHA BANK A.E., κατόπιν διάσπασης της πρώτης που εγκρίθηκε και καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ την 16.4.2021, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1764/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
H παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου κατά παράβαση διατάξεων κανονισμού που έχει ισχύ νόμου, ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή όταν παραλείφθηκε υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς, κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα, έναντι άλλων συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν αντί εκείνου.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του οικείου Οργανισμού, συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, και παρέχει στον παραλειφθέντα υπάλληλο το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός των άλλων, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψή του.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 247, 251, 298 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι κάθε αξίωση του υπαλλήλου, ο οποίος, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έχει προαχθεί, είτε η αξίωση αυτή αναφέρεται στην προαγωγή από ορισμένο χρόνο είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης για την από την παρανομία θετική ή αποθετική ζημία του, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, η οποία αρχίζει, για όλες τις ζημίες, παρούσες ή μέλλουσες, αν είναι προβλεπτές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 938 ΑΚ, "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραγήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση του τελευταίου από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Στην περίπτωση, όμως, που τα αρμόδια όργανα του εργοδότη παρέλειψαν παράνομα και υπαίτια να προαγάγουν σε ανώτερο βαθμό κάποιον υπάλληλο και προήγαγαν αντί αυτού άλλο συνάδελφό του, που υστερούσε καταφανώς του παραλειφθέντος, αλλά έλαβε από της προαγωγής του τις διαφορές αποδοχών του ανώτερου βαθμού, δεν υφίσταται ωφέλεια του εργοδότη (ως αδικοπραγήσαντος) από την ανωτέρω αδικοπραξία.
Διότι, τις διαφορές αποδοχών του επόμενου βαθμού, που στερήθηκε ο υπάλληλος που παραλείφθηκε από την τέλεση της αδικοπραξίας, κατέβαλε ο αδικοπραγήσας εργοδότης στον υπάλληλο που προήχθη αντί του παραλειφθέντος και, συνεπώς, δεν απέφυγε ισόποση με τις διαφορές αυτές δαπάνη και μείωση της περιουσίας του, ούτε είχε οποιαδήποτε άλλη οικονομική ωφέλεια (ΑΠ 2056/1990, 112/2006, 971/2015, 359/2020).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 3 αριθ. 1, 10 παρ. 1, 6, 9, 13 και 15 της από 11.11.1977 ΣΣΕ "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 46806/10314 της 21/26.11.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/10-27 Ιουλίου 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β 446), γι' αυτό δε έχει και ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και από εκείνον στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' γίνονται κατ' εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Οι προαγωγές ενεργούνται από το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της γενικής διεύθυνσής της. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψήφιου για προαγωγή υπαλλήλου και, ειδικότερα, τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων και του κοινού (ΑΠ 1788/2008).
Εξ άλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1689/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη και στην οποία (αγωγή) ιστορούσε τα ακόλουθα: Ότι, την 1.10.1975, προσλήφθηκε από την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, από 26.6.2013, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, με σύμβαση εργασίας, διεπόμενη από τον έχοντα ισχύ νόμου Οργανισμό Προσωπικού, που θεσπίστηκε με την από 11.11.1977 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Ότι, κατά την πρόσληψή του, εντάχθηκε στο Λογιστικό Κλάδο, ως δόκιμος λογιστής αρχικά και βοηθός λογιστή εν συνεχεία, και, αφού εξελίχθηκε υπηρεσιακά και διήλθε τις βαθμίδες ιεραρχίας, κατ' εκλογήν, του Υπολογιστή, Λογιστή Β', Λογιστή Α', βοηθού Τμηματάρχη, Τμηματάρχη Β' και Τμηματάρχη Α', προήχθη στους βαθμούς του Υποδιευθυντή Β' από 1.1.1993 και του Υποδιευθυντή Α' από 1.1.2004, με τις 1449/2003 και 3345/2014 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.
Ότι, ωστόσο, η προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α', έπρεπε να γίνει πολύ ενωρίτερα και, ειδικότερα, την ..., όπου προήχθη αντί αυτού η συνάδελφός του Μ. - Ι. Β., άλλως την 1.1.2001 όπου προήχθησαν οι συνάδελφοί του Γ. Μ. και Β. Κ., έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τα οποία αναλυτικά παραθέτει στο δικόγραφο της αγωγής προς σύγκριση.
Ότι η παράλειψη των αρμοδίων υπηρεσιακών οργάνων της, δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. να τον προαγάγουν κατ' εκλογή στον ως άνω βαθμό αρχικά από ... και εν συνεχεία από 1.1.2001, έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της εργοδότριας τράπεζας, καθόσον στερήθηκε την προαγωγή του, ενώ είχε αποκτήσει τα απαιτούμενα για το βαθμό του Υποδιευθυντή Α' τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και, επιπλέον, υπερείχε καταφανώς των ανωτέρω συναδέλφων του που προήχθησαν αντί αυτού, συνιστά δε και αδικοπραξία, διότι η παράλειψη προαγωγής του οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων της, δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης, τράπεζας.
Ότι από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά υπέστη ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια των διαφορών μεταξύ των αποδοχών που ελάμβανε και αυτών που θα του καταβάλλονταν αν είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' την ..., συνολικού ποσού 34.480,37 ευρώ για το χρονικό διάστημα από ... έως 31.12.2003, όπως αναλύονται κατά μήνα και έτος, άλλως συνολικού ποσού 21.153,38 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 31.12.2003, όπως, επίσης αναλύονται κατά μήνα και έτος, τα οποία και εξοικονόμησε ως δαπάνη η εφεσίβλητη, ενώ, περαιτέρω, από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων της, δικαιοπαρόχου της τελευταίας, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
υπέστη και ηθική βλάβη, λόγω της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, δικαιούμενος χρηματικής ικανοποίησης, η οποία πρέπει να οριστεί στο εύλογο ποσό των 100.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενος ότι οι ως άνω αξιώσεις του από την αδικοπραξία έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, πλην όμως η εφεσίβλητη του οφείλει τα ανωτέρω ποσά ως ωφέλεια που εξοικονόμησε και περιήλθε σ' αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 938, 904 και 911 του ΑΚ, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ως περιελθόν από την παράλειψη της προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή Α' τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθολογικές διαφορές των ετών 1999-20003, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους κονδυλίου, καθώς και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 100.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί η εφεσίβλητη να του καταβάλει τόκους τόκων από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως τόκους τόκων από τη συμπλήρωση ενός έτους από την επίδοση της αγωγής, να απειληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης χρηματική ποινή 3.000,00 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς το διατακτικό της απόφασης και να καταδικαστεί, τέλος, στα δικαστικά του έξοδα.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 1689/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη που έκρινε το ίδιο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, υιοθετώντας στο σκεπτικό της όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη περί μη πλουτισμού της αναιρεσίβλητης.
Με την κρίση της αυτή, η αναιρεσιβαλλομένη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281, 914, 938, 904 ΑΚ και 3 αριθ. 1, 10 παρ. 1, 6, 9 13 και 15 της από 11.11.1977 σσε "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" και ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, η δε ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου (ΑΠ 700/2019).
Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη επειδή παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, λόγω της αοριστίας τους, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατέδειξε το απαράδεκτο αυτό με το δικόγραφο της έφεσής του αλλά και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η αναιρεσιβαλλομένη, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και επομένως δεν υφίστατο δικονομικό στάδιο για την έρευνα των ισχυρισμών της εναγομένης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν αλυσιτελής.
Ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, δηλαδή σε αυτοτελή αίτηση του ενάγοντος για την παροχή έννομης προστασίας, που να αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και να προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΑΠ 1371/2014) και όχι όταν το δικαστήριο δίκασε το αίτημα και το απέρριψε εν όλω ή εν μέρει, για οποιονδήποτε λόγο (ΑΠ 1710/2011, 677/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής του, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή του, χωρίς να ερευνήσει εάν οι αποδοχές των συναδέλφων του, που είχαν προαχθεί αντ' αυτού, ήταν ισόποσες των δικών του ώστε να προκύψει η παντελής απουσία του πλουτισμού της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός (τρίτος της αιτήσεως αναιρέσεως), ο οποίος δεν αναφέρεται σε κεφάλαιο της αγωγής που δεν ερευνήθηκε, αλλά στην ίδια την αγωγή που απορρίφθηκε στο σύνολό της ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Η μη λήψη υπόψη των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει και τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559, καθόσον τα αποδεικτικά μέσα πρέπει μεν να αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών, αλλά δεν αποτελούν ισχυρισμούς, δηλαδή "πράγματα" κατά την απαιτουμένη κατά την εν λόγω διάταξη έννοια, ενώ ο από τη διάταξη του αριθμού 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1371 / 2014) και προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 663/2017).
Με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων παραπονείται επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη οι συνολικά δεκαπέντε αιτήσεις του προς τα όργανα της αναιρεσίβλητης (ΔΣ, Πρόεδρο του ΔΣ, Διευθύνοντα Σύμβουλο κ.λπ.) οι οποίες προφανώς αναφέρονται στην παράλειψη της προαγωγής του, υπολαμβάνοντας ότι, με την παράλειψη αυτή, στοιχειοθετούνται οι παραβάσεις των αριθμ. 11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το σκέλος που στηρίζονται στον αριθμό 11 επειδή η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν προχώρησε στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το σκέλος δε που στηρίζεται στον αριθμ. 8 επειδή δεν αναφέρονται σε πράγματα αλλά σε έγγραφα που, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικνύουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του.
Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.6.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5316/526/2019 αίτηση για αναίρεση της 1764/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και λόγω αποχώρησης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ