Legislator Case Law & Legislation
1619/2025 AI generated

Greece Supreme Court dismisses appeal on public order grounds regarding service of process to the wrong authority.

Case Number 1619/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against a Third Instance Court ruling regarding a tax dispute. The appellant argued that the lawsuit was inadmissible because it was served only on the Minister of Finance instead of the Director of the Public Revenue Service, claiming this violated public order. The court held that service on the Minister was sufficient to validate the lawsuit's initiation, rendering the appellant's argument baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: Service of legal documents on the Minister of Finance constitutes valid service of process against the State, thereby curing any procedural defects regarding the recipient of the summons.

Keywords

AI generated
service of process public order state authority inadmissibility Code of Civil Procedure tax dispute supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2)(g) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1619 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα (...) και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της και στην προκείμενη περίπτωση και από τους Προϊσταμένους της Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας και Α' Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με την από 30-1-2025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 §2 του ΚΠολΔ, την οποία κατέθεσε στις 3-2-2025, στις δε 7-2-2025 υπόμνημα.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. χήρας Χ. Μ., το γένος Γ. και Ε. Τ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2) Γ. Μ. του Χ. και της Ε., κατοίκου ... και 3) Ε. Μ. του Χ. και της Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Ελευθερίας Στρατάκη (ΑΜ ΔΣΑ 13476), που κατέθεσε υπόμνημα στις 4-2-2025.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των 2ου και 3ης των αναιρεσίβλητων δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ...-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι 2ος και 3η αναιρεσίβλητοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ΓΑΚ 11264/ΕΑΚ5566/25-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4187/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την με ΓΑΚ 47/ΕΑΚ 4/21-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α`, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 §1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.

Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις (μετά την τροποποίηση του άρθρου 287 με το ν.4335/2015) ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, η οποία δήλωση περί επανάληψης μπορεί να γίνει και σιωπηρά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 575/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η πληρεξούσια δικηγόρος των 2ου και 3ης των αναιρεσίβλητων με δήλωσή της στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε ότι η 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη (Ε. χήρα Χ. Μ.) και μητέρα των 2ου και 3ης των αναιρεσίβλητων απεβίωσε στις ...-2022, κατέθεσε δε το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αγίας Παρασκευής Αττικής καθώς και το με χαρακτηριστικό ασφαλείας ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Καρύστου Ευβοίας της ανωτέρω (Ε. χήρας Χ. Μ.) και δήλωσε ότι συνεχίζουν την ως άνω δίκη οι 2ος και 3η αναιρεσίβλητοι ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου καθολικοί της διάδοχοι, ιδιότητα που ουδόλως αμφισβητήθηκε. Η γνωστοποίηση του θανάτου - που συνέβη μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - του διαδίκου αυτού είναι νόμιμη, όπως και η δήλωση επανάληψης της δίκης, οπότε διακόπτεται βιαίως η δίκη ως προς την 1η αναιρεσίβλητη- απλή ομόδικη και επαναλαμβάνεται άμεσα από τους παρόντες αναιρεσίβλητους.

ΙΙ. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η με ΓΑΚ 47/ΕΑΚ 4/21-1-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της 73/23-1-2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επίδοσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την με ΓΑΚ 11264/ΕΑΚ5566/25-10-2017 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να ακυρωθεί λόγω ουσιώδους πλάνης τους καθώς και του Χ. Μ. η συναγόμενη- εκ της παραμέλησης της προθεσμίας για αποποίηση- αποδοχή του επαχθέντος σε αυτούς ποσοστού κληρονομίας εκ 1/5 του Δ. Μ., που απεβίωσε στις ...-1997, ο οποίος τύγχανε αδελφός του ήδη αποβιώσαντος στις ...-2006 Χ. Μ., συζύγου της 1ης και πατέρα των 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, η κληρονομία του οποίου (Δ. Μ.), περιήλθε σε αυτούς, χωρίς να το γνωρίζουν, μετά την αποποίηση της συζύγου του και των κατιόντων του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, με την 4187/11-9-2018 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς την με ΓΑΚ 13343/ΕΑΚ1084/2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 73/23-1-2020 προσβαλλόμενη απόφαση αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 215, 237 και 238 του ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν κατά το χρόνο που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση), που ορίζουν το πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων, οι οποίες, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 του ν. 4335/2015, εφαρμόζονται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές, διαμορφώνεται η εξέλιξη της έγγραφης διεξαγωγής της δίκης στη βάση συγκεκριμένων κάθε φορά προθεσμιών, που δημιουργούν επιμέρους στάδια προόδου της δίκης. Ειδικότερα, στο άρθρο 215§2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 237 ΚΠολΔ η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομόδικους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία 60 ημερών, αν δε η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Με την ανωτέρω διάταξη θεσπίζεται σύντομη προθεσμία ενέργειας του ενάγοντος να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο εντός των προθεσμιών του άρθρου 215§2 του ΚΠολΔ, για την παράλειψη της οποίας επιβάλλεται ως κύρωση να θεωρηθεί η αγωγή ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη (ΑΠ 1873/2024).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126§1 εδάφ. δ' του ΚΠολΔ, η επίδοση για το Ελληνικό Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με τον νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Κωδ. Διάταγμα 26.06/10.07.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Ελληνικού Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6§1 του ως άνω διατάγματος, "Αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών"(ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8§§1 περίπτ. γ' και 3 περίπτ.. α' του ν. 3086/2002 (Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους), "Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) ...... β) ....... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8§1 περίπτ. γ'). ... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8§3 περίπτ. α'). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επιδόσεως του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο νομικό σύμβουλο ή πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (ΑΠ 1873/2024,ΑΠ 1309/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 85§1 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), πριν την κατάργηση με το ν.4978/2022, επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.

Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της. ... . 4.

Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι: "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι: "1.

Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α' 178, διορθ. σφαλμ. Α' 25/24.02.2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...].", στο άρθρο 36 ότι: "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.

Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25§1 περίπτ.

α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219§2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 - Α' 97) και 85§1, εδάφι. πρώτο του ν. δ. 356/1974 (Α' 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85§1 εδάφ. δεύτερο του ν. δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ.", [...]", στο άρθρο 41 ότι: "1. [...] 2.

Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π. δ. 111/2014 (Α' 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του.".

Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογικής Διοικήσεως της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2§2 περίπτ. γ' υποπερίπτ. ιι, 69§2 περίπτ. Γ, 80 π. δ. 111/2014 - Α' 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (Σ.τ.Ε. 1215/2017).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικά, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπο του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διαδίκου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου από το πρόσωπο του διαδίκου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Ελληνικού Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου - Κωδ.

Διάταγμα 26.06/10.07.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (άρθρα 1§§1, 4, 17§1, 36§1, 41§1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν. δ. 356/1974, άρθρα 2§2 περίπτ. γ' υποπερίπτ. ιι, 69§2 περίπτ. Γ, 80 π. δ. 111/2014).(ΑΠ 1873/2024,ΑΠ 503/2024, ΑΠ 361/2024, ΑΠ 1498/2023).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η, κατ' αποτέλεσμα, ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το υποστατό και παραδεκτό της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1873/2024, ΑΠ. 1497/2023, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 1515/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης του προσάπτει στην προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο άλλως ακυρότητα της ένδικης με ΓΑΚ 11264/ΕΑΚ5566/25-10-2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι αντίγραφο αυτής επιδόθηκε μόνο στον Υπουργό των Οικονομικών και όχι στον Διοικητή της ΑΑΔΕ, ο οποίος από 1-1-2017, εκπροσωπεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ήταν αρμόδιος για τις επιδόσεις των δικογράφων όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 §1 του ν. 4389/2016 με αποτέλεσμα ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου ή της παράστασής του ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι ανυπόστατη η αγωγή.

Ο λόγος αυτός, που αφορά την δημόσια τάξη, παραδεκτά προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 562 παρ.2γ του ΚΠολΔ, πλην όμως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, η επίδοση της αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών ήταν αρκετή ώστε να ολοκληρωθεί η άσκησή της.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη με ΓΑΚ 47/ΕΑΚ 4/21-1-2022 αίτηση για αναίρεση της 73/2020 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με δήλωση στο ακροατήριο της πληρεξουσίας δικηγόρου τους σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ 47/ΕΑΚ 4/21-1-2022 αίτηση για αναίρεση της 73/2020 απόφασης Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ