Legislator Case Law & Legislation
1619/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment due to insufficient reasoning on debtor's insolvency.

Case Number 1619/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a debt restructuring fund against a final judgment issued in a special debt restructuring procedure. The court found the lower court's reasoning regarding the debtor's permanent and general inability to pay was insufficient, despite the fund's arguments about the debtor's high monthly expenses. Consequently, the judgment was set aside and the case remitted for retrial by a different judge within the same court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court fails to provide adequate reasoning for finding a debtor permanently unable to pay, requiring the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
debt restructuring procedure permanent inability to pay insufficient reasoning remittal for retrial special jurisdiction debt restructuring fund insolvency assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 28 of Law 2579/1998
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 1883/2023
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds fall outside Article 560 of Civil Procedure Code.
AP 20/2023
Greece Supreme Court dismisses appeal against single-judge labor court ruling for one party but remands case for another.
AP 449/2022
Supreme Court allows appeal against eviction order, ruling property exemption invalid due to insufficient repayment capacity evidence.
AP 658/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling it legally sound and final.
AP 1050/2021
Supreme Court partially allows appeal, overturning lower court's order for the Fund to pay litigation costs.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 486/2021
Supreme Court allows appeal against bank's refusal to exempt a spouse's home from liquidation under Law 3869/2010.
AP 897/2020
Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy debt restructuring ruling in Greece. Appeal rejected due to lack of legal grounds.
AP 930/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it relies on procedural defects not listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure.
AP 883/2021
Supreme Court allows partial annulment of voluntary enforcement judgment regarding property auction necessity.
AP 552/2020
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 507/2020
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt case due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1619 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1619/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σ. Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ν. του Σ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαχαρούλα Τσιρτσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2013 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 323/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 276/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 28-2-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/1-3-2022, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 276/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ως προς το οποία (δεύτερη εφεσίβλητη) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1883/2023, ΑΠ 20/2023, ΑΠ 449/2022,ΑΠ 658/2022).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769, Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ). Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ...-2022, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη (ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Τράπεζα ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"). Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και δεν κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, την από 31-12-2013 (αριθμ.

κατάθ. 3/2014), αίτησή της, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, προς τους καθ' ών η αίτηση πιστωτές της, ήδη αναιρεσείον και δεύτερη αναιρεσίβλητη, ζήτησε τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών της και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, με σκοπό την απαλλαγή από τις οφειλές της.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 323/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας στο πλαίσιο του άρθρου 8 παρ. 2 ν.3869/2010 ορίζοντας μηδενικές καταβολές και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων που καθόρισε προς διάσωσή της.

Κατά της απόφασης αυτής το ήδη αναιρεσείον άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, την από 29-11-2019 (αριθμ. κατ. 110/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 276/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που δέχθηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, στις 7-1-2014, της ένδικης, από 31-12-2013, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Βασική προϋπόθεση, για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 1057/2023, Α.Π. 995/2023, Α.Π. 548/2023).

Η διαπίστωση του κόστους κάλυψης των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του και δη των προστατευομένων μελών αυτής, θα στηριχθεί στις βασικές ανάγκες διαβίωσής τους κατά την ημέρα συζήτησης της αιτήσεως στο Ειρηνοδικείο. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής.

Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020).

Με τις διατάξεις δε του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποιά πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής, έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής έναντι του οφειλέτη και εξ αυτού του λόγου ο οφειλέτης επιβαρύνεται.

Έτσι, με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, ορίζεται ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους (Α.Π. 918/2024). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16-11-2020)], η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 918/2024, Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 889/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η αιτούσα ήδη πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), που γεννήθηκε στις ...-1977 είναι έγγαμη με τον Χ.

Θ., που γεννήθηκε στις ...-1977. Από τον γάμο τους απέκτησαν τρία τέκνα, τον Σ., που γεννήθηκε στις ...-2003, τον Α., που γεννήθηκε στις ...-2005 και τον Π. που γεννήθηκε στις ...-2012. Ως προς τα τέκνα αυτά η αιτούσα υπέχει υποχρέωση διατροφής λόγω της ανηλικότητάς τους. Η αιτούσα εργάζεται ω αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος, υπηρετώντας στο Πυροσβεστικό Τμήμα Αλεξανδρούπολης και οι καθαρές μηνιαίες της απολαβές ανέρχονται στο ποσό των 1.450,00 ευρώ περίπου (βλ.

προσαγόμενα μετ' επικλήσεως αναλυτικά σημειώματα αποδοχών μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου κα Νοεμβρίου 2018). Στον ως άνω καταβαλλόμενο μισθό της εφεσίβλητης δεν περιλαμβάνεται η παρακράτηση του ΤΠΔ, ποσού 250,00 ευρώ. Ο σύζυγος της εργάζεται ως Επαγγελματίας Οπλίτης (ΕΠ.ΟΠ) στην Ελληνική Αεροπορία και οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του ανέρχονται στο ποσό των 1.187,00 ευρώ περίπου.

Ήτοι, το συνολικό οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των (1.450,00 + 1.187,00 =) 2.637,00 ευρώ. Η αιτούσα διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία, η οποία και αποτελεί την κύρια κατοικία της ιδίας και της οικογένειάς της. Υπό τα παραπάνω δεδομένα, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών τους ανέρχεται στο ποσό των 2.100,00 ευρώ, τουλάχιστον, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλούμενη.

Το ποσό αυτό καθορίζεται με βάση τις συνήθεις συνθήκες ζωής της συγκεκριμένης οφειλέτριας με γνώμονα την προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και των οικογενειακών βιοτικών αναγκών της. Για τον προσδιορισμό των βιοτικών αναγκών της στο ανωτέρω ποσό λαμβάνονται υπόψη ιδία οι οικογενειακές ανάγκες της ανωτέρω για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, καταναλωτικά αγαθά, μετακινήσεις, λειτουργικά έξοδα κατοικίας (ηλεκτρισμός, ύδρευση, κοινόχρηστα, θέρμανση, επισκευές), για υπηρεσίες τηλεφωνίας, για προμήθεια ειδών και για υπηρεσίες ατομικής φροντίδας και για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, βάσει των συνθηκών και όρων διαβίωσης της οικογένειάς της, η οποία είναι πενταμελής με τρία ανήλικα τέκνα και λαμβανομένων υπόψη και των αναγκών των τέκνων της οι οποίες θα βαίνουν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, διαρκώς αυξανόμενες κατ' έτος, λόγω των εκπαιδευτικών τους αναγκών.

Η αιτούσα έχει την πλήρη κυριότητα μίας διώροφης κατοικίας τύπου μεζονέτα, που βρίσκεται στη Παλαγία του Δήμου Αλεξανδρούπολης, αποτελούμενη α) από υπόγειο εμβαδού 58,06 τ.μ., το οποίο αποτελείται από αποθήκη κατοικίας και λεβητοστάσιο, β) από ισόγειο άνω του υπογείου, εμβαδού 58,06 τ.μ., αποτελούμενο από σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, χωλ και λουτρό - W.C.

και γ) από τον πρώτο (Α') πάνω από το υπόγειο και ισόγειο όροφο, εμβαδού 41,92 τ.μ., αποτελούμενο από δύο (2) δωμάτια και λουτροκαμπινέ και είναι κτισμένη σε ένα οικόπεδο στην Παλαγία Αλεξανδρούπολης και ειδικότερα σε τμήμα του με αριθ. 53 τεμαχίου, ολικής εκτάσεως 600,50 τ.μ.. Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας και της οικογένειάς της, και η οποία εξαιρέθηκε της εκποίησης με την εκκαλούμενη.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους χορηγήθηκαν στην αιτούσα, ως πιστούχο, τα κάτωθι δάνεια: α) Από το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείον) χορηγήθηκε δυνάμει της με αριθ. λογαριασμού 11/08393 σύμβασης ένα στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο οφειλής την 7-12-2017, 102.984,45 ευρώ. Η οφειλή αυτή της αιτούσας προς το πρώτο των καθ' ων είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με την εγγραφή υπέρ αυτού α' τάξης υποθήκη επί της ως άνω ιδιοκτησίας της αιτούσας, ήτοι της κύριας κατοικίας της, για την εξασφάλιση ποσού 120.000,00 ευρώ, δυνάμει της πιο πάνω δανειακής σύμβασης και β) από την πιστώτρια με την με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." δυνάμει της με αριθ. ...

σύμβασης ένα καταναλωτικό δάνειο, ως οφειλέτρια, με υπόλοιπο οφειλής 2.970,40 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές τις εκκαλούμενης που δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης, οι μηνιαίες δόσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 741,58 ευρώ, και αναλύονται σε 592,91 ευρώ προς το "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και σε 148,67 ευρώ προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ".

Σημειώνεται ότι την 11-3-2021 (ήτοι σε χρόνο μετά την έκδοση της εκκαλούμενης και τη ρύθμιση της οφειλής) η συνολική απαίτηση του εκκαλούντος ανέρχεται στο ποσό των 105,452,56 ευρώ. Με δεδομένο ότι το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 2.637,00 ευρώ, το γεγονός της μόνιμης αδυναμίας της αποδεικνύεται και από τη σχέση της ρευστότητάς της προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογένειάς της (ύψους 2.100,00 ευρώ), η υπολειπόμενη ρευστότητά της, δεν της επιτρέπει ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών της προς τους πιστωτές της συνολικού ποσού 741,58 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εξυπηρέτηση του δανείου των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών της ίδιας της οφειλέτριας και της οικογένειάς της, συντρέχει αδυναμία πληρωμών. Η αδυναμία της δε είναι γενική καθώς με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά της η αιτούσα αδυνατεί να καλύψει το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων και των λοιπών δαπανών για την κάλυψη των οικογενειακών βιοτικών αναγκών.

Περαιτέρω, η αδυναμία της είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος της κατά το προσεχές μέλλον δοθέντος ότι δεν αναμένεται αύξηση των μισθών. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το ύψος εύλογων δαπανών διαβίωσης της πενταμελούς οικογένειας της εφεσίβλητης σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ προσδιορίζεται στο ποσό των 1.391,41 ευρώ, άλλως στο ποσό των 1.568 ευρώ (1η ομάδα δαπανών) και συνεπώς η μέγιστη ικανότητα αποπληρωμής της αιτούσας, αφαιρούμενου του ποσού των 741,58 ευρώ στο οποίο ανέρχονται οι οικογενειακές δανειακές υποχρεώσεις, ανέρχεται στο ποσό των 1.245,59 ευρώ άλλως στο ποσό των 1.069 ευρώ είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς όπως προαναφέρθηκε το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών ανέρχεται στο ποσό των 2.100,00 ευρώ με βάση τις οικογενειακές βιοτικές ανάγκες της συγκεκριμένης αιτούσας και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, όπως αυτές αναλύθηκαν παραπάνω.

Εξάλλου, οι έρευνες των οικογενειακών προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.), που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δεν δύνανται να παράγουν δεσμευτική ισχύ νομοθετήματος για το Δικαστήριο, ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών και καταβολών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές. Επισημαίνεται εξάλλου, ότι η υποτιθέμενη περίπτωση η εφεσίβλητη να είχε αφανή εισοδήματα και να είχε παραλείψει να δηλώσει έσοδα στην αίτησή της είναι νομικά αξιόλογη, εφόσον στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια του οφειλέτη και προβάλλεται με αίτηση ή ένσταση οποιουδήποτε πιστωτή. Επομένως, απαιτείται η προβολή τέτοιας αίτησης ή ένστασης του πιστωτή να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα περιουσιακά, στοιχεία ή ποια συγκεκριμένα εισοδήματα παρέλειψε ο αιτών οφειλέτης να διαλάβει στην αίτησή του...

Στην προκειμένη υπόθεση, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εφεσίβλητη και ο σύζυγος της είχαν κατά τα έτη 2009-2012 πολύ υψηλά εισοδήματα που ενισχύουν την άποψη περί ύπαρξης αποταμιεύσεων μη εμφανούς περιουσίας (την οποία δεν κατέγνωσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το γεγονός ότι η αιτούσα παραβίασε το καθήκον ειλικρινούς δήλωσης της περιουσιακής της κατάστασης), αφού δεν υπήρξε κάποια έκτακτη περίπτωση που να δικαιολογεί την ανάλωση των κεφαλαίων αυτών, ούτε εκτιμήθηκαν οι φορολογικές δηλώσεις για να προκύψει αν αυτή και ο σύζυγος της είχαν υψηλούς τόκους από καταθέσεις σε τραπεζικά ιδρύματα κατά τα πέντε προηγούμενα έτη από την κατάθεση της αίτησης.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αν γίνει δεκτό ότι δαπανούσαν περί τα 1.800,00 ευρώ μηνιαίως με βάση τα εισοδήματά της εφεσίβλητης και του συζύγου της από το έτος 2009 έως το έτος 2012 όπως αυτά αναλύονται στο δικόγραφο της έφεσης, και αφαιρούμενων των δόσεων των δανείων, της απομένει το ποσό των 23.605,24 ευρώ. Ο σχετικός ισχυρισμός, όπως προτείνεται από το εκκαλούν δεν δύναται να αξιολογηθεί ως αίτηση ή ένσταση, αφού στηρίζεται σε εικαζόμενο και πιθανολογούμενο αφανές εισόδημα και ειδικότερα σε εικαζόμενες και πιθανολογούμενες αποταμιεύσεις τις οποίες δεν εμφάνισε η αιτούσα, το ίδιο δε, δεν συνεισφέρει με κάποιο μέσο συγκεκριμένη απόδειξη για την ύπαρξη των αποταμιεύσεων αυτών, αλλά στηρίζεται σε έναν υποθετικό υπολογισμό των εξόδων διαβίωσής της οικογένειας της αιτούσας κατά τα προηγούμενα έτη και επαφίεται αποκλειστικά στη διατύπωση προβληματισμού περί υπονοιών για την ύπαρξη κρυφών αποταμιεύσεων αυτής.

Συνεπώς, κατόπιν όλων των ανωτέρω, η αιτούσα βρισκόταν πράγματι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του ληξιπρόθεσμου χρέους της, όπως ορθά δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το εκκαλούν με τον δεύτερο λόγο έφεσης παραπονείται για πλημμελή εκτίμηση αποδείξεων και ειδικότερα διότι εσφαλμένως απορρίφθηκε ουσίαν αβάσιμη η πρωτοδίκως προβαλλόμενη ένσταση δόλου.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: το οικονομικό έτος 2007 η αιτούσα είχε εισόδημα 11.830,09 ευρώ και ο σύζυγός της 15.809,36 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 η αιτούσα είχε εισόδημα 17.780,53 ευρώ και ο σύζυγός της 16.780,53 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009, η αιτούσα είχε εισόδημα 19.612,07 ευρώ και ο σύζυγός της 17.941,32 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 η αιτούσα είχε εισόδημα 20.188,69 ευρώ και ο σύζυγός της 18.623,33 ευρώ, το οικονομικό έτος 2011 η αιτούσα είχε εισόδημα 18.839,58 ευρώ και ο σύζυγός της 16.504,68 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012, η αιτούσα είχε εισόδημα 17.880,68 ευρώ και ο σύζυγός της 16.011,67 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013 η αιτούσα είχε εισόδημα 14.875,91 ευρώ και ο σύζυγός της 15.955,41 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 η αιτούσα είχε εισόδημα 15.710,19 ευρώ και ο σύζυγός της 14.022,05 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 η αιτούσα είχε εισόδημα 18.002,68 ευρώ και ο σύζυγός της 14.918,54 ευρώ, το φορολογικό έτος 2015 η αιτούσα είχε εισόδημα 18.846,87 ευρώ και ο σύζυγός της 15.480,52 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 η αιτούσα είχε εισόδημα. 19.211,48 ευρώ και ο σύζυγός της 15.630,09 ευρώ και το φορολογικό έτος. 2017 η αιτούσα είχε εισόδημα 19.211,48 ευρώ και ο σύζυγός της 15.630,09 ευρώ.

Η μεγαλύτερη δανειακή υποχρέωση της εφεσίβλητης, η οποία αφορά στο ΤΓΊΔ, αναλήφθηκε το έτος 2006. Κατά τον ως άνω χρόνο μπορούσε να εξυπηρετεί τις δανειακές της υποχρεώσεις, όπως και πράγματι τις εξυπηρετούσε ενώ κατά τον ως άνω χρόνο είχε μόνο δύο τέκνα και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, εύλογα ανέμενε την αύξηση των οικογενειακών εισοδημάτων τα επόμενα χρόνια με την αύξηση των μισθών, όπως και πράγματι συνέβη σύμφωνα με την προπαρατεθείσα ανάλυση των εισοδημάτων της.

Εν συνεχεία όμως, από το έτος 2010 και μετά, λόγω της επελθούσας οικονομικής κρίσης, επήλθε συνολική μείωση του κατ' έτος οικογενειακού εισοδήματός της (παρά τις όποιες μικρές αυξομειώνεις κατ' έτος), λόγω της μείωσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και ακολούθως από 1-1-2013 την πλήρη κατάργηση τους αλλά και της γενικής μείωσης των μισθών, ενώ παράλληλα επήλθε αύξηση των οικογενειακών δαπανών της λόγω της γενικότερης αύξησης του κόστους ζωής αλλά και του γεγονότος ότι το έτος 2012 γεννήθηκε και το τρίτο τέκνο της, με τις συνεπαγόμενες εκ του λόγου αυτού αυξημένες δαπάνες, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών της οφειλών.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η αιτούσα γνώριζε κατά την ανάληψη των επίδικων δανείων ότι είναι αδύνατη ή έστω αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, ενόψει των διαρκώς αυξανόμενων τότε οικογενειακών εισοδημάτων, η δε αδυναμία της άρχισε να εμφανίζεται, όταν τα έσοδά της άρχισαν να μειώνονται κάθε χρόνο και παράλληλα να αυξάνονται οι υποχρεώσεις της.

Ούτε άλλωστε κατά το έτος 2006 μπορούσε να προβλέψει τη μείωση των επιδομάτων εορτών και αδείας το έτος 2010 και την πλήρη κατάργησή τους το έτος 2013, αλλά ούτε και τη μείωση των οικογενειακών αποδοχών και την αύξηση του κόστους ζωής. Επιπλέον, δεν δημιουργούσε υποχρεώσεις, προκειμένου να επιτύχει βιοτικό επίπεδο, που δεν ανταποκρινόταν στην οικονομική της κατάσταση, αφού οι χρηματικές υποχρεώσεις που ανέλαβε μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με το τότε οικογενειακό εισόδημα ούτε αποδείχθηκε επιγενόμενος (ενδεχόμενος έστω) δόλος για την περιέλευσή της σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έκανε κακή διαχείριση των οικονομικών της, καθώς από το 2010 (οικονομικό έτος 2011) οπότε και το εκκαλούν επικαλείται ότι έγιναν οι εξαγγελίες περί μείωσης των μισθών ταυτόχρονα άρχισαν να μειώνονται και οι μισθοί, ήτοι και το οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ενώ όπως προαναφέρθηκε το έτος 2012 γεννήθηκε και το τρίτο τέκνο της αυξάνοντας τις οικογενειακές δαπάνες, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας αυξήθηκε και το γενικότερο κόστος ζωής.

Άλλα ούτε αποδείχθηκε ότι υπήρχαν υπολειπόμενα ποσά από το οικογενειακό εισόδημα πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκε κατασπατάληση ποσών σε πολυτελείς και αλόγιστες δαπάνες παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν. Επομένως, η ανωτέρω δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή της, αφού οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή ελλείψει αρχικού ή μεταγενέστερου δόλου, καθώς δεν ενήργησε ούτε εκ των προτέρων ούτε εκ των υστέρων στρατηγικά, για να εκμεταλλευθεί την υπερχρέωσή της και δεν επιδίωξε ούτε προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμής αποδεχόμενη το αποτέλεσμα των πράξεών της, δεδομένου ότι τα εισοδήματά της ήταν επαρκή για την κάλυψη των αντίστοιχων υποχρεώσεών της, η δε μεταγενέστερη αδυναμία κάλυψης των οικογενειακών βιοτικών αναγκών της και των δανειακών της υποχρεώσεων, κατά τα προαναφερόμενα, οφειλόταν σε αντικειμενικούς και απρόβλεπτους λόγους, όπως αυτοί εξειδικεύθηκαν ανωτέρω, απορριπτόμενης μετά ταύτα σχετικής ένστασης που πρόβαλε το καθ' ου η αίτηση ως ουσία αβάσιμης.

Με τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται διότι η εκκαλούμενη εσφαλμένως προσδιόρισε την μέγιστη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών της εφεσίβλητης στο ποσό των 295,00 ευρώ μηνιαίως και ότι συμμετέχει σύνολο του εισοδήματος της οικογένειας σε ποσοστό 55% με βάση το ατομικό εισόδημά της (1.450,00 ευρώ), ήτοι ότι η ίδια υποχρεούται σε κάλυψη των οικογενειακών αναγκών ποσού 1.155,00 ευρώ, και της απομένει ποσό από το μισθό της 295,00 (1.450,00-1.155,00) ευρώ, ενώ έπρεπε η ικανότητα αποπληρωμής της να κριθεί ότι ανέρχεται στο ποσό των 537,00 ευρώ (2.637,00 ευρώ το οικογενειακό εισόδημα-2.100,00 ευρώ οι βιοτικές ανάγκες), καθώς η οικογένεια δεν έχει άλλες δανειακές υποχρεώσεις και τη χρήση της κατοικίας την κάνουν άπαντες και δεν είναι δίκαιο να μη συμμετέχει ο σύζυγος, στην κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεων της συζύγου του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι τα χρέη είναι προσωπικά για τα οποία ο σύζυγος δεν έχει εκ του νόμου υποχρέωση να συνεισφέρει, τα δε εισοδήματα του συζύγου λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μόνο για τον υπολογισμό της δικής του συνεισφοράς στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (αρθ. 1389 και 1390 ΑΚ).

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται διότι ενώ η εκκαλούμενη έκρινε τη μέγιστη ικανότητας αποπληρωμής της αιτούσας στο ποσό των 295,00 ευρώ και οι μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της ορίσθηκαν στο ποσό των 178,54 ευρώ, εντούτοις για τις καταβολές του αρθ. 8 παρ. 2 ορίσθηκαν μηδενικές δόσεις, αντί του ποσού των 78,34 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την εκκαλούμενη ορίστηκε το ποσό των 295,00 ευρώ ως η μηνιαία δυνατότητα αποπληρωμής της αιτούσας από το οποίο αντιστοιχεί ποσό 286,73 ευρώ (97,20 % των χρεών) στο εκκαλούν και ποσό 8,27 ευρώ στην πιστώτρια ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ. Δυνάμει της προσωρινής διαταγής η αιτούσα κατέβαλλε στο εκκαλούν ποσό 13.000,00 ευρώ.

Το ποσό αυτό διαιρούμενο με τον αριθμό των δόσεων (60 δόσεις) ανέρχεται στο ποσό των 216,66 ευρώ. Το ως άνω ποσό (216,66) πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των 286,73 ευρώ με αποτέλεσμα το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στο εκκαλούν να ανέρχεται στο ποσό των 70,07 ευρώ ενώ ως προς την πιστώτρια ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ δεδομένου ότι δεν προσκομίσθηκαν αποδείξεις καταβολής το ποσό ορίζεται στα 8,27 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό της δόσης του άρθρου 8 παρ. 2 Ν.3869/2010 (όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το συνυπολογισμό των καταβολών στο πλαίσιο της προσωρινής ρύθμισης) για την εφεσίβλητη να ορίζεται στο ποσό των 78,34 ευρώ (70.07+8,27).

Πλην όμως το ποσό αυτό θα εξαρτηθεί από τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 3869/2010, 1389, 1390 του ΑΚ, καθόσον οι περιεχόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιολογίες δεν δικαιολογούν επαρκώς το συμπέρασμα, ότι συντρέχει στην περίπτωση της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, με βάση τη σχέση ρευστότητας προς τις οφειλές της, λαμβανομένης υπόψη και της ανάγκης κάλυψης των βιοτικών αναγκών της, και δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει την συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 3869/2010, για τον υπολογισμό της ρευστότητας που διαθέτει, σε σχέση με τις οφειλές της, αναφέρεται στα εισοδήματα αυτής και του συζύγου της, τα οποία σταθμίζει με το σύνολο των μηνιαίων δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας της, τις οποίες (βιοτικές ανάγκες) εκτιμά στο συνολικό ποσό των 2.100 ευρώ μηνιαίως.

Πλην όμως παρότι οι μηνιαίες δαπάνες εμφανίζονται αυξημένες, ανερχόμενες στο ως άνω ιδιαίτερα υψηλό ποσό των 2.100 ευρώ μηνιαίως, εντούτοις δεν εξειδικεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι επιμέρους δαπάνες της αιτούσας, τις οποίες αναφέρει επιγραμματικά, (χωρίς να αναφέρει τα ποσά εκάστης των επιμέρους δαπανών) και κυρίως των δαπανών που αφορούν στα προστατευόμενα μέλη, ήτοι τα τρία ανήλικα τέκνα, (αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι για την κάλυψη των εκπαιδευτικών τους αναγκών και ιδίως για το πρώτο ανήλικο τέκνο που γεννήθηκε το έτος 2003, καθώς και δαπανών σχετικών με την υγεία και την εν γένει κατάσταση των ανηλίκων τέκνων), οι οποίες δαπάνες, αν εμφανίζονται αυξημένες σε σχέση με τις πραγματικές δαπάνες, δεν δίδουν την αληθινή εικόνα της ρευστότητας του οφειλέτη.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, κατά τον οποίο το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του ίδιου λόγου κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αφού, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της πληττόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020). Τέλος, δεν πρέπει να ορισθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 276/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ