Legislator Case Law & Legislation
1616/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to death of appellant before oral hearing concludes.

Case Number 1616/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased appellant's heirs against the Court of Appeals' decision. The appellant had argued that the lower court failed to consider specific documents regarding the validity of a will, but the court found this claim inadmissible due to vagueness and lack of specific reference to the grounds of appeal. Consequently, the court ruled that the appeal must be rejected and the appellants ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(a), 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; The civil proceedings are suspended if a party dies after the appeal is filed but before the oral hearing concludes, and the appeal is inadmissible if the appellant dies before the hearing is completed.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Suspension of Proceedings Death of Appellant Inadmissible Appeal Oral Hearing Conclusion Legal Costs Will Validity

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(a), 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1616 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1616/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Aπριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1)Γ. Ν. του Κ., 2)Ά. Ν. του Κ. και 3)Σ. χας Κ. Ν., κατοίκων ... υπεισελθόντων στην δίκη αυτή ως νόμιμων κληρονόμων του αρχικώς αναιρεσείοντος και ήδη αποβιώσαντος Κ. Ν. του Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ε. συζ. Δ. Α., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στις ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιλιούλα - Αμαλία Σβεντζούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαβρύτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/1997 μη οριστική, 1/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αρχικώς αναιρεσείων με την από 15-11-2005 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για 19-9-2007, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 20-9-2010 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων, ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 3-1-2009 Κ. Ν., στη δικάσιμο της 5-10-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε για τις 5-12-2012, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 6-12-2012 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 27-9-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου, ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων απεβίωσε την 03.01.2009, δηλαδή μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Σ. Ν. και τα δύο τέκνα του, Γ. Ν. και Ά. Ν.. Ακολούθως, οι τελευταίοι, με την από 20.09.2010 κλήση τους προς συζήτηση της ένδικης αίτησης περί αναιρέσεως της 246/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών που επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη, επανέφεραν τη συζήτηση αυτής μετά προηγούμενη ματαίωσή της κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19.09.2007, για την νέα δικάσιμο της 05.10.2011, γνωστοποιώντας σε αυτήν το γεγονός του θανάτου του αναιρεσείοντος και την επανάληψη της δίκης από τους ίδιους ως κληρονόμους του.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 05.12.2012, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής. Ήδη, με την από 06.01.2012 κλήση της αναιρεσίβλητης, νομίμως φέρεται προς συζήτηση η αναίρεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, κατά την εκφώνηση της οποίας, από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκαν οι τελευταίοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 , 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από τις …', …' και ...'/29.01.2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .., αντίγραφο της κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης στους παραπάνω κληρονόμους του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).

Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσον την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 100/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του τελευταίου αναγνωριστική ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν έφεση αυτού κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που έκρινε ομοίως, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε για την απόκρουση της αγωγής 1) το από 7/1/1963 έγγραφο με τον τίτλο "Συγκατάθεσις γονέως" και 2) τις … και … / 1953 πράξεις του κοινοτικού συμβουλίου της Κοινότητας .., της οποίας ο αναιρεσείων ήταν πρόεδρος "με την αιτιολογία ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς αντιπαραβολή με την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι τα έγγραφα αυτά έχουν συνταχθεί ιδιοχείρως από τον αναιρεσείοντα".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ούτε ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή τους καθώς και ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι ουσιώδης. Παρεκτός του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος καθ'όσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία ειδικώς σχολιάζει και στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού, όπως τούτο διαμορφώθηκε από τους διαδίκους, δέχθηκε ότι είναι απρόσφορα προς αντιπαραβολή με την ένδικη ιδιόχειρη διαθήκη για την απόδειξη ότι αυτή έχει γραφεί και υπογραφεί ιδιοχείρως από το διαθέτη, κρίση όμως που ανάγεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών και δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

σε αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι διάδικοι πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15/11/2005 αίτηση του Κ. Ν., περί αναιρέσεως της 246/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ