Legislator Case Law & Legislation
1613/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor dispute judgment, remanding specific claims for retrial.

Case Number 1613/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final labor court judgment regarding wage disputes. The court found that the lower court had properly considered and rejected the appellant's arguments regarding overwork and Sunday work because they were inadmissible at the first instance. Consequently, the judgment was set aside only regarding specific claims for multi-year service and dangerous work allowances, while the case was remanded for further trial on those points.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 561 παράγραφος 2; άρθρο 559 παράγραφος 8: An appeal argument is not substantiated if the court considered the claim and rejected it for any reason, and such an error does not affect the operative part of the decision if the claim was inadmissible at the first instance.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible claim partial annulment remittal for retrial court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παράγραφος 8
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 561 παράγραφος 2
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577 παράγραφος 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577 παράγραφος 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 580 παράγραφος 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 189 παράγραφος 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191 παράγραφος 2

Cited Case Law

AI generated
ΟλομΑΠ 3/1997
ΟλομΑΠ 25/2003
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλομΑΠ 25/2003, ΑΠ 559/2018).
ΑΠ 511/2016
Supreme Court dismisses appeal on tort liability and unjust enrichment regarding joint account deposits.
ΑΠ 559/2018
Supreme Court dismisses appeal for vagueness and failure to cite specific legal errors in the lower court's reasoning.
ΑΠ 55/2018
Supreme Court allows appeal against hospital rent reduction ruling, remanding case for retrial by different judge.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1613 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1613/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμαλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Καλουπάκη - Σταυρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2015 οριστική του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 5019/2017 μη οριστική και 7159/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-2-2020 και με αριθ. κατάθεσης 1806/184/21-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 7159/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μετά την έκδοση των με αριθ.5019/2017 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της ενώπιον αυτού συζήτησης. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 20-6-2015 με αρ. καταθ. 4383/2015 έφεση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 653/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 10-10-2013 με αρ. καταθ. 141182/5000/2013 αγωγή επιδικάσεως διαφορών αποδοχών, επιδομάτων εορτών και άδειας και αμοιβής για υπερεργασία, υπερωρίες και εργασίας κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και κατά την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης περιόδου 2008-2013 του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης και αφού εξαφάνισε αυτή δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τεχνική εταιρία (αναιρεσείουσα), η οποία δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό κλάδο και στην εκτέλεση τεχνικών έργων, ανέλαβε ως τα τέλη του 2010 εργολαβικά την εκτέλεση τεχνικών έργων-Συντήρησης Εναέριων Δικτύων της ΔΕΗ στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Αττικής-Μεσόγεια, ενώ έπειτα ως υπεργολάβος την εκτέλεση των έργων αυτών και με εργολάβο την τεχνική εταιρία ....

Στα πλαίσια των έργων αυτών προσέλαβε τον ενάγοντα και νυν εκκαλούντα (αναιρεσίβλητο) την 12-5-2008 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να τον απασχολήσει επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Παρασκευή και 8ωρο ημερησίως, με ωράριο 07.00'-15.00', ως αδειούχο Ηλεκτροτεχνίτη, δεδομένου ότι είναι κάτοχος της υπ' αριθμ. 2316 εκδοθείσας την 18-10-2005 άδειας ηλεκτροτεχνίτη ΣΤ' τάξης-Ειδικότητας Εναέριων Δικτύων της Διεύθυνσης Βιομηχανίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής.

Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγων θα ελάμβανε τις προβλεπόμενες, από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνικών-περιελιγκτών που απασχολούνται στα ηλεκτρολογικά καταστήματα κλπ όλης της χώρας, αποδοχές. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε συνεχώς, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του ηλεκτροτεχνίτη μέχρι την 4-9-2013, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Κατά το χρόνο προσλήψεώς του ο ενάγων ήταν έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου που γεννήθηκε την ..., το οποίο κατά το χρόνο πρόσληψής του ήταν ανήλικο, ενώ από την ... φοιτούσε στο ... στο τμήμα ... [...], γεγονότα που γνωστοποίησε στην εναγόμενη και για το λόγο αυτό δικαιούτο, κατά τον υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών του, το οριζόμενο από τις σχετικές ΣΣΕ και σχετικές διαιτητικές αποφάσεις επίδομα γάμου (10%) και επίδομα τέκνου (5%), το οποίο έπρεπε να λαμβάνει ως επιδότηση του σπουδάζοντος τέκνου του μέχρι τη συμπλήρωση του 25ου έτους ηλικίας του, σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ.

Επιπλέον ο ενάγων σύμφωνα με τις κάτωθι αναφερόμενες ΣΣΕ δικαιούτο, κατά το χρόνο πρόσληψής του επίδομα επικίνδυνης εργασίας ποσοστού 20% επί του συνόλου των αποδοχών του, επίδομα υπευθυνότητας ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού του, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού του και επίδομα ύψους (ποσοστού 10%) επί του βασικού μισθού, καθώς εργαζόταν στα Εναέρια Δίκτυα της ΔΕΗ, όπως συνομολογεί και η εναγόμενη.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μέχρι την πρόσληψή του είχε ήδη συμπληρώσει 30 έτη προϋπηρεσίας, καθόσον είχε προϋπηρεσία βοηθού ηλεκτροτεχνίτη (άνευ αδείας) ήδη από το έτος 1974 συνεχόμενα, στοιχείο που προκύπτει από το ασφαλιστικό του βιβλιάριο, αλλά και από τις προσκομιζόμενες με επίκληση βεβαιώσεις εργοδοτών του που αφορούν απασχόληση ηλεκτροτεχνίτη.

Συνακόλουθα η εναγόμενη έπρεπε να υπολογίζει στις αποδοχές του και το οριζόμενο επίσης από τις ΣΣΕ και διαιτητικές αποφάσεις επίδομα τριετιών, εν προκειμένω 10 τριετιών. Την προϋπηρεσία του αυτή, η οποία σημειωτέον υπολογίζεται από την είσοδο στον ηλεκτρολογικό κλάδο και όχι από την απόκτηση της σχετικής άδειας, ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει στην εναγόμενη κατά την πρόσληψή του, με την προσκόμιση του ασφαλιστικού του βιβλιαρίου, καθώς και των σχετικών βεβαιώσεων προϋπηρεσίας των εργοδοτών του.

Όμως η εναγόμενη του αναγνώρισε μόνο 8 τριετίες προϋπηρεσίας". Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο προσδιόρισε το νόμιμο μηνιαίο μισθό του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες για τον κλάδο ΣΣΕ και ΔΑ [ΔΑ 33/2008 και ΣΣΕ από 5-11-2010 (π.κ. 60/23-12-2010)] από 12-5-2008 έως 4-9-2013, ήτοι τον εκάστοτε ισχύοντα βασικό μισθό προσαυξημένο με τα επιδόματα 10 τριετιών, γάμου, τέκνου, ανθυγιεινής εργασίας, επικίνδυνης εργασίας, υπευθυνότητας και ύψους ως άνω, καθώς και τα αναλογούντα επιδόματα εορτών (δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων) και άδειας.

Περαιτέρω, προσδιόρισε και την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου για την 8ωρη εργασία του τα Σάββατα ως έκτης ημέρας επί του πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας του και τις Κυριακές χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, έκρινε δε ότι δεν προέκυψε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ο αριθμός των ωρών και ημερών που ο αναιρεσίβλητος-ενάγων εργάστηκε πέραν του νομίμου ωραρίου του (7.00' πμ έως 3.00' μμ) παρέχοντας υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόληση και έτσι δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν τα ποσά που η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για τις ανωτέρω αιτίες για έκαστο των μερικότερων χρονικών διαστημάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγωγή και ανάλογα με τις μισθολογικές του διακυμάνσεις.

Συγκεκριμένα αναφέρει επί λέξει τα εξής: "... αποδείχτηκε ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) το επίδικο χρονικό διάστημα από 12-5-2008 μέχρι 4-9-2013 απασχολούνταν καθ' υπέρβαση του πενθήμερου και ορισμένες ημέρες του Σαββάτου επί 8 ώρες ημερησίως, ως 6η ημέρα της εβδομάδας και ορισμένες επίσης Κυριακές επί 8 ώρες ημερησίως, όπως λεπτομερώς οι ημέρες αυτές εκτίθενται παρακάτω, χωρίς η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) να του χορηγήσει συμπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας για τις Κυριακές αυτές, η οποία (απασχόληση) είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη, γιατί έγινε σε μη εργάσιμη, κατά νόμον, ημέρα, χωρίς να του καταβληθεί από την εναγόμενη η αναλογούσα αμοιβή.

Για την εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας μέχρι και την 31-5-2010 καθώς και τις Κυριακές για όλο το επίδικο διάστημα (12-5-2008 μέχρι 4-9-2013) του οφείλεται 1/25 του κατώτατου νομίμου μισθού του για κάθε ημέρα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι κατά το αντίστοιχο ποσό η εργοδότριά του κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε υπό τις ίδιες συνθήκες στη θέση του ενάγοντος, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις (προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση) και επιπλέον για την εργασία τις Κυριακές προσαύξηση ίση με το 75% του νόμιμου ημερομισθίου του, ενώ από 1-6-2010 και εφεξής (άρθρο 8 ν. 3846/2010) για την εργασία του τα Σάββατα του οφείλεται εκ του νόμου πλέον το νόμιμο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% και ειδικότερα του οφείλονται τα παρακάτω ποσά:

Α) Κατά το έτος 2008 εργάστηκε τα παρακάτω Σάββατα: α) Από 12-5-2008 έως 30-6-2008, που ο κατώτατος μισθός με βάση τις ισχύουσες για τον κλάδο του ενάγοντος ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ ανερχόταν σε € 1.383,99 (βασικός μισθός € 721,95 + επιδόματα που χορηγούνταν στους ηλεκτροτεχνίτες ΣΤ τάξης: ανθυγιεινής εργασίας € 144,39, επικίνδυνης εργασίας € 373,25, υπευθυνότητας € 72,20 και ύψους € 72,20) και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 55,35 (1.383,99 : 25) επί 5 Σάββατα (17/5, 24/5, 7/6, 21/6 και 28/6), δικαιούται το ποσό των € 276,75 (55,35 Χ 5 Σάββατα), β) Από 1-7-2008 έως 31-12-2008 που ο κατώτατος μισθός με βάση τις ισχύουσες για τον κλάδο του ενάγοντος ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ ανερχόταν σε € 1440,73 (βασικός μισθός € 751,55 + επιδόματα που χορηγούνταν στους ηλεκτροτεχνίτες ΣΤ τάξης:

ανθυγιεινής εργασίας € 150,31, επικίνδυνης εργασίας € 388,55, υπευθυνότητας € 75,16 και ύψους € 75,16) και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 57,62 (1.440,73 : 25) επί 19 Σάββατα (12/7, 19/7, 26/7, 2/8, 30/8, 13/9, 20/9, 27/9, 4/10, 11/10, 18/10, 25/10, 1/11, 15/11, 22/11, 29/11, 6/12, 13/12 και 20/12) δικαιούται το ποσό των € 1.094,78 (57,62 Χ 19 Σάββατα). Β) Κατά το έτος 2009 εργάστηκε τα παρακάτω Σάββατα:

α) Από 1-1-2009 έως 30-6-2009, που ο κατώτατος μισθός με βάση τις ισχύουσες για τον κλάδο του ενάγοντος ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ ανερχόταν σε € 1.483,95 (βασικός μισθός € 774,10 + επιδόματα που χορηγούνταν στους ηλεκτροτεχνίτες ΣΤ τάξης: ανθυγιεινής εργασίας € 154,82, επικίνδυνης εργασίας € 400,21, υπευθυνότητας € 77,41 και ύψους € 77,41) και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 59,35 (1.483,95 : 25) επί 23 Σάββατα (3/1, 10/1, 17/1, 24/1, 31/1, 7/2, 21/2, 28/2, 7/3, 14/3, 21/3, 28/3, 4/4, 11/4, 25/4, 9/5, 16/5, 23/5, 30/5, 6/6, 13/6, 20/6 και 27/6) δικαιούται το ποσό των € 1.365,05 (59,35 Χ 23 Σάββατα), β) Από 1-7-2009 έως 31-12-2009 που ο κατώτατος μισθός με βάση τις ισχύουσες για τον κλάδο του ενάγοντος ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ ανερχόταν σε € 1.541,83 (βασικός μισθός € 804,29 + επιδόματα που χορηγούνταν στους ηλεκτροτεχνίτες ΣΤ τάξης:

ανθυγιεινής εργασίας € 160,86, επικίνδυνης εργασίας € 415,82, υπευθυνότητας € 80,43, και ύψους € 80,43) και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 61,67 (1.541,83:25) επί 17 Σάββατα (25/7, 1/8, 8/8, 5/9, 12/9, 19/9, 26/9, 3/10, 10/10,17/10, 24/10, 31/10, 14/11, 21/11, 28/11, 12/12, 19/12) δικαιούται το ποσό των € 1.048.39 (61,67 Χ 17 Σάββατα), Γ) Κατά το έτος 2010 εργάστηκε τα παρακάτω Σάββατα:

α) Από 1-1-2010 έως 10-5-2010, που ο κατώτατος μισθός με βάση τις ισχύουσες για τον κλάδο του ενάγοντος ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ ανερχόταν σε € 1.541,83 (βασικός μισθός € 804,29 + επιδόματα που χορηγούνταν στους ηλεκτροτεχνίτες ΣΤ τάξης: ανθυγιεινής εργασίας € 160,86, επικίνδυνης εργασίας € 415,82, υπευθυνότητας € 80,43, και ύψους € 80,43) και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 61,67 (1.541,83 : 25) επί 11 Σάββατα (30/1, 6/2, 20/2, 27/2, 6/3, 13/3, 20/3, 27/3, 17/4, 24/4 και 8/5) δικαιούται το ποσό των € 678,37 (61,67 Χ 11 Σάββατα), β) Από 11-5-2010 ως 30-6-2010, υπό την ισχύ του Ν. 3846/2010 που ο νόμιμος μισθός ανερχόταν σε € 2.494,92 και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 99,79 (2.494,92 : 25) επί 5 Σάββατα (15/5, 22/5, 29/5 5/6, 9/6) δικαιούται να λάβει το ως άνω νόμιμο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%, την οποία όμως προσαύξηση ο ενάγων δεν υπολογίζει στο αιτούμενο ποσό.

Επομένως, για την εξεύρεση της οφειλόμενης αμοιβής (άρθρο 106 ΚΠολΔ) το Δικαστήριο θα θέσει ως βάση το νόμιμο ημερομίσθιο χωρίς την προσαύξηση 30%. Έτσι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των € 498,95 (99,79 Χ 5 Σάββατα), γ) Από 1-7-2010 έως 31-12-2010, υπό την ισχύ του Ν. 3846/2010 που ο νόμιμος μισθός ανερχόταν σε € 2.494,92 και το νόμιμο ημερομίσθιο σε € 99,79 (2.494,92 : 25) επί 17 Σάββατα (3/7, 10/7, 17/7, 24/7, 31/7 ,7/8 ,4/9, 11/9, 18/9, 9/10, 16/10, 30/10, 13/11, 20/11, 4/12, 11/12 και 18/12) δικαιούται το ποσό των € 2.205,24 [17 Σάββατα Χ € 129,72 (99,79 + 30% προσαύξηση)].

Συνολικά ο ενάγων δικαιούται για τα Σάββατα κατά τα οποία παρείχε την εργασία του το ποσό των € 7.167,53. Επιπλέον ο ενάγων απασχολήθηκε τις παρακάτω Κυριακές επί 8ωρο, χωρίς να λαμβάνει ως προελέχθη αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης καθώς και την προβλεπόμενη εκ του νόμου προσαύξηση για την εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, ποσοστού 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου και συγκεκριμένα:

Α) Κατά το έτος 2008: α) Από 12-5-2008 έως 30-6-2008 επί 4 Κυριακές (25/5, 8/6, 22/6 και 29/6) για τις οποίες δικαιούται για κάθε Κυριακή € 55,35 (νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου ηλεκτροτεχνίτη χωρίς προϋπηρεσία) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και € 67,18 ως προσαύξηση στο νόμιμο ημερομίσθιο (€ 89,58 το νόμιμο ημερομίσθιο έγγαμου με ένα τέκνο ηλεκτροτεχνίτη με τριακονταετή προϋπηρεσία Χ 75%) δηλαδή € 122,53 (55,35 + 67,18) και συνολικά το ποσό των € 490,12 (4 Κυριακές Χ 122,53), β) από 1-7-2008 έως 31-12-2008 επί 13 Κυριακές (13/7, 20/7, 27/7, 3/8, 31/8, 21/9, 12/10, 19/10, 16/11, 23/11, 30/11, 7/12 και 28/12) για τις οποίες δικαιούται για κάθε Κυριακή € 57,62 (νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου ηλεκτροτεχνίτη χωρίς προϋπηρεσία) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και € 69,93 ως προσαύξηση στο νόμιμο ημερομίσθιο (€ 93,25 το νόμιμο ημερομίσθιο έγγαμου με ένα τέκνο ηλεκτροτεχνίτη με τριακονταετή προϋπηρεσία Χ 75%) δηλαδή € 127,55 (57,62 + 69,93) και συνολικά το ποσό των € 1.658,15 (13 Κυριακές Χ 127,55).

Β) Κατά το έτος 2009: α) Από 1-1-2009 έως 30-6-2009 επί 15 Κυριακές (4/1, 11/1, 25/1, 8/2, 22/2, 8/3, 15/3, 22/3, 5/4, 12/4, 10/5, 17/5, 24/5, 21/6 και 28/6) για τις οποίες δικαιούται για κάθε Κυριακή € 59,35 (νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου ηλεκτροτεχνίτη χωρίς προϋπηρεσία) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και € 72,03 ως προσαύξηση στο νόμιμο ημερομίσθιο (€ 96,05 το νόμιμο ημερομίσθιο έγγαμου με ένα τέκνο ηλεκτροτεχνίτη με τριακονταετή προϋπηρεσία Χ 75%) δηλαδή € 131,38 (59,35 + 72,03) και συνολικά το ποσό των € 1.970,70 (15 Κυριακές Χ 131,38), β) από 1-7-2009 έως 31-12-2009 επί 17 Κυριακές (26/7, 2/8, 9/8, 6/9, 13/9, 20/9, 27/9, 11/10, 18/10, 25/10, 1/11, 15/11, 22/11, 29/11, 6/12, 13/12 και 20/12 για τις οποίες δικαιούται για κάθε Κυριακή € 61,67 (νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου ηλεκτροτεχνίτη χωρίς προϋπηρεσία) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και € 74,84 ως προσαύξηση στο νόμιμο ημερομίσθιο (€ 99,79 το νόμιμο ημερομίσθιο έγγαμου με ένα τέκνο ηλεκτροτεχνίτη με τριακονταετή προϋπηρεσία Χ 75%) δηλαδή € 136,51 (61,67 + 74,84) και συνολικά το ποσό των € 2.320,67 (17 Κυριακές Χ 136,51).

Γ) Κατά το έτος 2010 επί 23 Κυριακές (10/1, 21/2, 28/2, 7/3, 14/3, 21/3, 28/3, 25/4, 9/5, 16/5, 13/6, 4/7, 11/7, 18/7, 25/7, 8/8, 5/9, 12/9, 19/9, 26/9, 10/10, 17/10 και 21/11) για τις οποίες δικαιούται για κάθε Κυριακή € 61,67 (νόμιμο ημερομίσθιο άγαμου ηλεκτροτεχνίτη χωρίς προϋπηρεσία) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και € 74,84 ως προσαύξηση στο νόμιμο ημερομίσθιο (€ 99,79 το νόμιμο ημερομίσθιο έγγαμου με ένα τέκνο ηλεκτροτεχνίτη με τριακονταετή προϋπηρεσία Χ 75%) δηλαδή € 136,51 (61,67 + 74,84) και συνολικά το ποσό των € 3.139,73 (23 Κυριακές Χ 136,51).

Συνολικά ο ενάγων δικαιούται για τις Κυριακές κατά τις οποίες παρείχε την εργασία του το ποσό των € 9.579,37 [...]". Στη συνέχεια (το Εφετείο) αφαίρεσε τα ποσά που του κατέβαλε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο για τις πιο πάνω αιτίες με την παραδοχή ότι "Σημειώνεται ότι η καταβολή των προαναφερόμενων στον ενάγοντα ποσών, ανά μήνα, προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής (εκκαθάρισης) της εναγόμενης, οι οποίες φέρουν την υπογραφή του στη θέση "ο λαβών".

Από αυτές προκύπτει ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ελάμβανε αποδοχές κατώτερες των προβλεπομένων από τις ανωτέρω οικείες ΣΣΕ και ΔΑ. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο". Και με τις παραδοχές αυτές (το Εφετείο) δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και Α) υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το ποσό των 21.216,28 ευρώ (δηλαδή € 11.596,70 για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, € 1.246,12 για διαφορές επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας, € 3.583,77 [7.167,53 : 2] για αμοιβή εργασίας κατά τα Σάββατα και € 4.789,69 [9.579,37 : 2] για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές και την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης) και Β) αναγνώρισε ότι η εναγόμενη (αναιρεσείουσα) οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το ποσό των 8.373,44 ευρώ (δηλαδή € 3.583,76 [7.167,53:2] για αμοιβή εργασίας κατά τα Σάββατα και € 4.789,68 [9.579,37:2] για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές και την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης), με το νόμιμο τόκο, όπως προσδιορίζει.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι ΣΣΕ (συλλογικές συμβάσεις εργασίας) και οι αποφάσεις των διαιτητικών δικαστηρίων επί συλλογικών συμβάσεων (ΟλομΑΠ 1/2007).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 § 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΟλομΑΠ 27/1998, ΟλομΑΠ 32/1996 ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ["έλλειψη αιτιολογίας"], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ["ανεπαρκής αιτιολογία"], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ["αντιφατική αιτιολογία"] (ΟλομΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλομΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 38/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με τους όρους 6, 12 και 16 της από 18-7-1996 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών Ηλεκτρολογικών καταστημάτων και ανωνύμων εταιρειών όλης της Χώρας (πρ.καταθ.

Υπ.Εργ. 82/18-7-1996) η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12416/7-8-1996 ΦΕΚ Β' 730/23-8-1996, οι οποίοι (όροι) εξακολουθούν να ισχύουν και κατά τον επίδικο χρόνο δια ρητής αναφοράς της αντίστοιχα ισχύουσας ΔΑ 33/2008 και ΣΣΕ από 5-11-2010 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών κλπ", ότι τα λοιπά επιδόματα που χορηγούνται στους υπαγόμενους στην παρούσα συλλογική σύμβαση, εξακολουθούν να ισχύουν και δεν θίγονται με τις διατάξεις αυτής και κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι όροι των προηγούμενων ομοίων συλλογικών ρυθμίσεων που δεν τροποποιούνται με την παρούσα, ορίζεται ότι:

Όρος 6: "Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας: Οι παραπάνω μισθοί των Ηλεκτροτεχνιτών, Αρχιτεχνίτων, Εργοδηγών Πτυχιούχων Επίβλεψης Συντηρητών ή Εγκαταστατών, προσαυξάνονται με το Επίδομα Πολυετούς Υπηρεσίας μέχρι δέκα (10) τριετίες από τις οποίες η κάθε μία τριετία από τις πέντε (5) πρώτες αυξάνονται με ποσοστό 10% και κάθε μια από τις υπόλοιπες πέντε (5) με ποσοστό 8% για κάθε τριετία πραγματικής υπηρεσίας στον Ηλεκτρολογικό Κλάδο η οποία υπηρεσία υπολογίζεται από την είσοδο σε αυτόν".

Όρος 16: "Η προϋπηρεσία των μισθωτών που αφορά η παρούσα Σ.Σ.Ε. αποδεικνύεται με πιστοποιητικό των εργοδοτών που τους απασχόλησαν θεωρημένο από την επαγγελματική τους οργάνωση (των μισθωτών) και αν δεν υπάρχει από την Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος. Αν η απασχόληση στον Ηλεκτρολογικό Κλάδο έχει διανυθεί ελεύθερα η υπηρεσία αυτή θα αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του οικείου επαγγελματικού Σωματείου".

Όρος 12: "Επίδομα Υπευθυνότητας: Χορηγείται το επίδομα υπευθυνότητας σε ποσοστό 10% στους βασικούς μισθούς σε αυτούς που έχουν ανατεθεί καθήκοντα υπευθύνου εγγράφως και σε αυτούς που εκτελούν βάρδια (φυλακή ασφαλείας κλπ)". Όμοιους όρους περιέχει και η 13/1990 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, για τον ίδιο κλάδο, που ισχύουν, ομοίως, κατά τα άνω και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (βλ.

όρους 4, 15, 10 της 13/1990 ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 12397/1990 απόφαση Υπ.Εργ. (ΦΕΚ Β' 257/10-4-1990) και υποχρεωτική με την 17325/1990 απόφαση του Υπ.Εργ. (ΦΕΚ Β' 725/20-11-1990). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, αφενός ότι για την προσαύξηση του νόμιμου μισθού με το επίδομα υπευθυνότητας σε ποσοστό 10% απαιτείται όπως στον εργαζόμενο έχουν ανατεθεί καθήκοντα υπευθύνου εγγράφως από τον εργοδότη και αφετέρου για την προσαύξηση του νόμιμου μισθού με το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, η προϋπηρεσία των μισθωτών αποδεικνύεται με πιστοποιητικό των εργοδοτών που τους απασχόλησαν θεωρημένο από την επαγγελματική τους οργάνωση (των μισθωτών) και αν δεν υπάρχει από την Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, αν δε η απασχόληση στον Ηλεκτρολογικό Κλάδο έχει διανυθεί ελεύθερα η υπηρεσία αυτή αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του οικείου επαγγελματικού Σωματείου.

Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας κατά το Σάββατο αποτελεί υπερωριακή εργασία μόνο αν υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο ημερήσιας απασχόλησης. Η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα αυτή, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθήμερου, απαγορευόμενη από κανόνα δημοσίας τάξεως είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Η ωφέλεια συνιστάται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ίδιες συνθήκες. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις νόμιμες αποδοχές για τους εργαζόμενους που έχουν τα τυχόν απαιτούμενα προσόντα, εκτός από τα επιδόματα που οφείλονται στις προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 1985/2017, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 175/2013, ΑΠ 192/2011).

Το καθεστώς όμως αυτό διαφοροποιήθηκε με το άρθρο 8 § 1 του ν. 3846/2010, που ισχύει από 11-5-2010, ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου (ΦΕΚ Α' 66/11-5-2010), σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου, και ορίζει ότι "η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%" (ΑΠ 315/2017, ΑΠ 1985/2017).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 435/1976, 1 και 10 § 1 του ΒΔ 748/1966, τις διατάξεις της 8900/1956 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι σε εκείνον που παρέσχε την εργασία του κατά τις Κυριακές πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη, εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή.

Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την Κυριακή χωρίς χορήγηση άλλης ημέρας αναπαύσεως την εβδομάδα που ακολουθεί την Κυριακή, απαγορευμένη από τους πιο πάνω κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά, πέραν της προσαύξησης 75% επί του νομίμου ημερομισθίου για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Η ωφέλεια αυτή, όπως και στην περίπτωση εργασίας κατά το Σάββατο, ως έκτης ημέρας σε σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες υπό τις αυτές συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα (ΑΠ 67/2015, 32/2013, 376/2010, 1732/2005).

Στην αξίωση αυτή, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, περιλαμβάνονται και τα καταβαλλόμενα στο μισθωτό επιδόματα, μόνο εφόσον αυτά θα καταβάλλονταν και στο μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε άλλως ο εργοδότης, αφού διαφορετικά, ως προς αυτά, δεν υπάρχει πλουτισμός του εργοδότη (ΑΠ 32/2013, 1732/2005). Τέλος, στον όρο 9 της προαναφερθείσας από 18-7-1996 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών - περιελιγκτών Ηλεκτρολογικών καταστημάτων και ανωνύμων εταιρειών όλης της Χώρας (όμοια και η 13/1990 ΔΔΔΔ Αθηνών) ορίζεται: "Επίδομα Επικίνδυνης Εργασίας:

Σε όλους τους Βοηθούς, Ηλεκτροτεχνίτες, Αρχιτεχνίτες, Εργοδηγούς Πτυχιούχους Επίβλεψης Συντηρητές ή Εγκαταστάτες και γενικά στις κατηγορίες και ειδικότητες που αναφέρει ο Ν. 6422/34, χορηγείται Επίδομα Επικίνδυνης Εργασίας σε ποσοστό 20%. Το επίδομα αυτό υπολογίζεται πάνω στο σύνολο των αποδοχών, δηλαδή στο άθροισμα βασικός μισθός, πολυετίες, οικογενειακά βάρη, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ή ειδικών συνθηκών, επίδομα πλωτών μέσων, υπευθυνότητας και ΑΤΑ".

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας κατά το Σάββατο ως έκτης ημέρας υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, και προ της θεσπίσεως της προσαυξήσεως 30% του ημερομισθίου οπότε η σχετική αξίωση του εργαζομένου πηγάζει εκ του νόμου (άρθ. 8 § 1 ν. 3846/2010) και επί μη χορηγήσεως αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης για την Κυριακή, ο εργοδότης υποχρεούται κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζομένου και η οποία ωφέλεια συνίσταται σε ό,τι αυτός θα κατέβαλε για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, εκτός των παροχών που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κλπ.), εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως.

Κατ' ακολουθίαν, το ως άνω χορηγούμενο στους ηλεκτροτεχνίτες επίδομα επικίνδυνης εργασίας (όρος 9 της από 18-7-1996 ΣΣΕ), ναι μεν υπολογίζεται και επί της αξίωσης εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την εξεύρεση του νόμιμου ημερομισθίου για την εργασία Σαββάτου (έως 11-5-2010) και αναπληρωματικής ημέρας Κυριακής, ωστόσο δεν συνυπολογίζονται στο σύνολο των αποδοχών επί του οποίου προσμετράται το προβλεπόμενο ποσοστό 20%, οι παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του εργαζομένου (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την πιο πάνω κρίση του το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως τις κανονιστικές διατάξεις των άνω όρων 6, 16 και 12 της από 18-7-1996 ΣΣΕ (και τις όμοιες των όρων 4, 15, 10 της 13/1990 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Ηλεκτροτεχνιτών κλπ, καθόσον δέχθηκε ως προς το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (όροι 6 και 16) ότι ο αναιρεσίβλητος μέχρι την πρόσληψή του είχε ήδη συμπληρώσει 30 έτη προϋπηρεσίας, γνωστοποιηθείσα στην αναιρεσείουσα εργοδότριά του όχι με τις διατυπώσεις που διαγράφονται από τις ανωτέρω κανονιστικές διατάξεις, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (σχετ.

ΑΠ 904/2020), δηλ. με πιστοποιητικό των εργοδοτών που τον απασχόλησαν θεωρημένο από την επαγγελματική του οργάνωση (των μισθωτών) και αν δεν υπάρχει από την Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, αν δε η απασχόληση στον Ηλεκτρολογικό Κλάδο έχει διανυθεί ελεύθερα η υπηρεσία αυτή αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του οικείου επαγγελματικού Σωματείου, αλλά από το ασφαλιστικό του βιβλιάριο και από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις εργοδοτών του που αφορούν απασχόληση ηλεκτροτεχνίτη και ως προς το επίδομα υπευθυνότητας σε ποσοστό 10% (όρος 12) ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τούτο επί του βασικού μισθού του, χωρίς να αναφέρεται (το Εφετείο) στην προϋπόθεση της ανωτέρω κανονιστικής διάταξης ότι του είχαν ανατεθεί καθήκοντα υπευθύνου από την αναιρεσείουσα εγγράφως.

Προσέτι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε ασαφή, ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω (κανονιστικών) διατάξεων. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση το μεν δεν αιτιολογεί ουδόλως την καταβολή στον αναιρεσίβλητο του επιδόματος υπευθυνότητας, ενώ τούτο δίνεται μόνο σε όσους έχουν ανατεθεί εγγράφως καθήκοντα υπευθύνου (και σε αυτούς που εκτελούν βάρδια), το δε, ουδόλως αναφέρει από πού προκύπτει η είσοδος του αναιρεσίβλητου στον ηλεκτρολογικό κλάδο το 1974 και αν η απασχόλησή του στον κλάδο αυτό από την είσοδό του κι εφεξής έγινε υπό καθεστώς μισθωτής ή μη μισθωτής εργασίας για να προκύπτει και το απαραίτητο δικαιολογητικό που χρειαζόταν για την απόδειξή της, ήτοι με πιστοποιητικό των εργοδοτών που τον απασχόλησαν θεωρημένο από την επαγγελματική του οργάνωση και αν δεν υπάρχει από την Ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος ή αν η απασχόληση στον Ηλεκτρολογικό Κλάδο έχει διανυθεί ελεύθερα με πιστοποιητικό του οικείου επαγγελματικού Σωματείου.

Επομένως, οι πρώτος (επίδομα υπευθυνότητας) και δεύτερος (επίδομα πολυετούς υπηρεσίας) λόγοι της αίτησης, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Παρέλκει δε η έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση εκ των αριθ. 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς το άνω ζήτημα του επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας ότι δεν έλαβε υπόψη άλλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων που προσκομίστηκαν.

Περαιτέρω, το Εφετείο επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο την αμοιβή του εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού για την εργασία του τα Σάββατα υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (έως 11-5-2010) και κατά την αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης Κυριακής, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ και του όρου 9 της άνω από 18-7-1996 ΣΣΕ, ορίζοντας το νόμιμο ημερομίσθιο επί του οποίου οφείλεται το 1/25 για κάθε ημέρα εργασίας εσφαλμένα, αφού συνυπολόγισε το προβλεπόμενο από τον όρο 9 της από 18-7-1996 ΣΣΕ επίδομα επικίνδυνης εργασίας 20% επί του συνόλου των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτό ορίζεται από το άθροισμα βασικός μισθός, πολυετίες, οικογενειακά βάρη, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ή ειδικών συνθηκών υπευθυνότητας και επίδομα ύψους, όπως προκύπτει από τα ποσά που θέτει ως επίδομα επικίνδυνης εργασίας και τα οποία συμπίπτουν με εκείνα που θέτει όταν υπολογίζει το σύνολο του μισθού του αναιρεσιβλήτου και όχι μειωμένο, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν ορίζεται το νόμιμο ημερομίσθιο βάσει επιδομάτων πολυετίας (τριετίες κλπ) και οικογενειακών βαρών (γάμου, τέκνου), αφού αυτά αφορούν την προσωπική κατάσταση του ακύρως εργαζομένου που δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν και στο πρόσωπο άλλου εργαζομένου.

Προσέτι στέρησε την απόφασή του επί του ζητήματος τούτου, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, νόμιμης βάσης, καθόσον, αν και δέχεται ότι επί εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα που οφείλονται στις προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος και δη λόγω οικογενειακών βαρών και πολυετούς υπηρεσίας, αντιφατικά τα συνυπολογίζει κατά την εξεύρεση του επίδικου επιδόματος.

Συγκεκριμένα, για το πρώτο επίδικο χρονικό διάστημα από 12-5-2008 έως 30-6-2008 για την εξαγωγή του (κατά το Εφετείο) νόμιμου ημερομισθίου εκ 55,35 €, ως βάση για τον υπολογισμό εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπολογίζει το επίδομα επικίνδυνης εργασίας σε 373,25 €, το οποίο, όπως το ίδιο (το Εφετείο) δέχεται, αντιστοιχεί στο 20% του συνόλου των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου εκ 1866,26 € (βασικός μισθός 721,95 € + επιδόματα: 10 τριετιών 649,76 € + γάμου 137,17 € + τέκνου 68,59 € + ανθυγιεινής εργασίας 144,39 € + υπευθυνότητας 72,20 € + ύψους 72,20 €) Χ 20% = 373,25.

Αντίστοιχα υπολογίζει τούτο και κατά τις λοιπές επίδικες χρονικές περιόδους. Ενώ όφειλε νομίμως, για τον υπολογισμό του ποσοστού 20% του εν λόγω επιδόματος κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε όλες τις επίδικες χρονικές περιόδους, να μη λάβει υπόψη τα επιδόματα τριετιών, γάμου και τέκνου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, κατά το σκέλος κατά το οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, ως προς το σκέλος του ίδιου λόγου με το οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη ως προς τον υπολογισμό του επιδόματος υπευθυνότητας ισχύουν όσα αναπτύχθηκαν στον πρώτο λόγο αναίρεσης, ενώ το Εφετείο ορθά και όχι εσφαλμένα, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, υπολογίζει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού στο επίδομα επικίνδυνης εργασίας το επίδομα ύψους εκ ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού, το οποίο προβλέπεται στον όρο 15 της από 18-7-1996 ΣΣΕ, αφού περιέχεται στο σύνολο των αποδοχών επί των οποίων τούτο χορηγείται, έστω και αν δεν αναφέρεται ρητά στον όρο 9 της από 18-7-1996 ΣΣΕ και κατά το σκέλος τούτο ο λόγος είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003) και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή τα επιχειρήματα των διαδίκων που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου ή πηγάζουν από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλομΑΠ 3/1997, ΑΠ 511/2016).

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλομΑΠ 25/2003, ΑΠ 559/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη της τη νομίμως και παραδεκτώς προταθείσα εκ μέρους της ένσταση εξόφλησης και επικουρικά ένσταση συμψηφισμού άλλως ένσταση εξόφλησης δια συμψηφισμού.

Όπως, όμως, δέχεται και η αναιρεσείουσα στην αίτησή της και προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την εν λόγω επικαλούμενη ένσταση της αναιρεσείουσας που αφορούσαν τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για υπερεργασία, υπερωρίες και εργασία Σαββάτου και Κυριακής και απέρριψε αυτή γιατί προβλήθηκε απαράδεκτα, ήτοι μόνο με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Επομένως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται εφόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 55/2018), ενόψει αφενός μεν των ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου περί μη αποδείξεως υπερεργασιακής και υπερωριακής εργασίας του αναιρεσίβλητου, αφετέρου δε της παραδοχής ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε από την αναιρεσείουσα άλλες αποδοχές πέραν των όσων (το Εφετείο) δέχθηκε.

Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου, δεύτερου και πέμπτου των λόγων αυτής πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση εν μέρει, ήτοι καθό μέρος επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο επί των αξιώσεων που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας και υπευθυνότητας και επί των αξιώσεων εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού και το επίδομα επικίνδυνης εργασίας και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε στη δίκη να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7159/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εν μέρει όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ