Supreme Court dismisses appeal against default judgment in voluntary enforcement case due to procedural irregularities and lack of appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public fund against a default judgment in a voluntary enforcement case. The appellant argued for a retrial based on alleged procedural errors and failure to consider relevant facts, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the lower court's decision was legally sound and that the appellant's claims regarding the assessment of evidence and legal application were not subject to appellate review in this specific type of case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; In voluntary enforcement proceedings, appeals based on the non-consideration of facts or errors in legal application are inadmissible as they pertain to the trial court's discretionary evaluation of evidence and case facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1600 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1600/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4ο δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023, ΑΠ 250/2023).
Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Ν. Π., που προσκομίζει το αναιρεσείον, που επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 1.2.2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2.2.2023 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν με αριθμό 1225/2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος με κλήση να παραστούν κατά τη συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1.3.2024) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ.β' και 762 ΚΠολΔ), στην δεύτερη, τρίτη και τέταρτο εκ των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.E.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο (1.3.2024), κατά την οποίαν εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη από 1.2.2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2.2.2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 115/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του καθού η αίτηση-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.&Δ.)" κατά της υπ' αριθμ. 249/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, ερήμην των 2ης, 3ης και 4ου εκ των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, νομότυπα και εμπρόθεσμα (1.2.2023), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), από της δημοσιεύσεως (9.12.2022) της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 26.2.2015 (αρ.
εκθ. καταθ. 154/26.2.2015) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου, κατά 1) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)", ήδη αναιρεσείοντος, 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS Α.E.", ως καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και 4) του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ". με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" και τους λοιπούς αναιρεσίβλητους πιστωτές, ζήτησε την ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 249/2019 απόφαση του άνω Ειρηνοδικείου που δέχθηκε εν μέρει την αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής το πρώτο καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 7.6.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 102/7.6.2019) έφεση απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου εναντίον των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Επ'αυτής εκδόθηκε η με αρ. 115/2022 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο, την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017).
Εξάλλου από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 115/2022 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών γεννηθείς το έτος 1972, είναι έγγαμος με την Κ.
Μ. και πατέρας μίας ενήλικης κόρης από τον πρώτο του γάμο, η οποία ζει με τη μητέρα της στον Καναδά. Είναι στρατιωτικός (ανθυπασπιστής της Πολεμικής Αεροπορίας στην 111η Πτέρυγα Μάχης στη Ν. Αγχίαλο Μαγνησίας) και λάμβανε το έτος 2018 καθαρό μηνιαίο μισθό, ποσού 1.278,64 ευρώ, ο οποίος αποτελούσε το μοναδικό μόνιμο και σταθερό εισόδημα της οικογένειάς του.
Η σύζυγος του αιτούντος γεννηθείσα το έτος 1969, από τις 3-8-2010 είναι άνεργη, χωρίς να λαμβάνει επίδομα ανεργίας. Παλαιότερα εργαζόταν, ως ιδιωτική υπάλληλος, σε μεταφορική εταιρία, ενώ έχει ήδη υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3869/2010 και στα πλαίσια αυτά καταβάλει το ποσό των 200,00 ευρώ μηνιαίως και επί μία τετραετία για τη ρύθμιση των οφειλών της.
Εξάλλου, ο αιτών διαμένει με τη σύζυγό του στη με στοιχεία (7) αυτοτελή, διηρημένη και ανεξάρτητη κατοικία (μεζονέτα), συνολικού εμβαδού..... 106,00 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο, εμβαδού 1.002,00 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης του Βόλου και επί της οδού ... (στη θέση "Αγία Παρασκευή"), η οποία ανήκει κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας στον ίδιο.
Από τις μηνιαίες αποδοχές του ίδιου και της συζύγου του ο αιτών δήλωσε συνολικά οικογενειακά εισοδήματα: 1) για το οικονομικό έτος 2010, συνολικού ποσού 34.267,08 ευρώ, που αντιστοιχούν σε μηνιαίο εισόδημα, ποσού (34.267,08: 12 =) 2.855,59 ευρώ, 2) για το οικονομικό έτος 2011, συνολικού ποσού 27.120,34 ευρώ, 3) για το οικονομικό έτος 2012, ποσού 18.875,89 ευρώ, 4) για το οικονομικό έτος 2013, ποσού 18.523,19 ευρώ, 5) για το φορολογικό έτος 2014, ποσού 17.420,83 ευρώ, που αντιστοιχούν σε μηνιαία εισοδήματα, ποσού .....1.451,73 ευρώ, 6) για το φορολογικό έτος 2015, ποσού 19.209,28 ευρώ και 7) για το φορολογικό έτος 2016, ποσού 18.094,10 ευρώ.
Παρουσιάζει, δηλαδή, από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014 μια κατακόρυφη μείωση (περί το 50%) της τάξης των ...1.403,86 ευρώ μηνιαίως. Ήδη το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ανερχόταν στο ποσό των 1.278,64 ευρώ. Περαιτέρω, ο αιτών στερείται οποιασδήποτε άλλης ακίνητης και κινητής περιουσίας, καθώς και κάθε άλλης πηγής εσόδων.
Τα ίδια, με έστω εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ), δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς, δεν υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε ....Περαιτέρω, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του ίδιου και της συζύγου του για την κάλυψη των βασικών βιοτικών τους αναγκών καλύπτεται από τα προαναφερόμενα εισοδήματα του αιτούντος, δεδομένου ότι δαπανά το ποσό των 1.120,00 ευρώ περίπου.
Εξάλλου, ο αϊτών σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη (συμπεριλαμβανομένων και των αναλογούντων τόκων και εξόδων) προς το Τ.Π.Δ. και τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες τράπεζες, εκ των οποίων: α) το μεν ένα (1) στεγαστικό δάνειο (προς το πρώτο καθού η αίτηση) είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με την από 4-8-2009 προσημείωση υποθήκης και β) τα δε καταναλωτικά δάνεια (προς τη δεύτερη και την τρίτη των καθών η αίτηση) δεν είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένα.
Ειδικότερα, ο αϊτών είχε καταρτίσει: 1) με τον πρώτο καθού η αίτηση πιστωτικό οργανισμό την υπ' αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση ενυπόθηκου στεγαστικού δανείου, το κόστος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 121.060,46 ευρώ, 2) με τη δεύτερη καθής η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία: α) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το κόστος της οποίας ανήλθε στο ποσό των 1.253,86 ευρώ, β) την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση λογαριασμού υπερανάληψης, το κόστος της οποίας ανήλθε στο ποσό των 2.909,13 ευρώ και γ) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, το κόστος της οποίας ανήλθε στο ποσό των 18.800,62 ευρώ. Επομένως, οι οφειλές του αιτούντος προς τη δεύτερη καθής η αίτηση ανέρχονται στο επιμέρους ποσό των (1.253,86 + 2.909,13 + 18.800,62 =) 22.963,61 ευρώ και 3) με την τρίτη καθής η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία:
α) την υπ' αριθμ. 4196197787 σύμβαση καταναλωτικής πίστης, το κόστος της οποίας ανήλθε στο ποσό των 688,39 ευρώ και β) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης, το κόστος της οποίας ανήλθε στο ποσό των 823,01 ευρώ. Επομένως, ο αιτών οφείλει στην τρίτη καθής η αίτηση το επιμέρους ποσό των (688,39 + 823,01 =) 1.511,40 ευρώ. Κατά συνέπεια, ο αιτών οφείλει στους καθών η αίτηση το συνολικό ποσό των (121.060,46 + 22.963,61 + 1.511,40 =) 145.535,47 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω εισοδήματά του και τις οφειλές του αποδεικνύεται, ότι ο αιτών από το έτος 2015 έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, η αδυναμία του δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο...... Στην περίπτωση του αιτούντος υπάρχει έλλειψη ρευστότητας, έλλειψη δηλαδή χρημάτων ικανών για να μπορέσει να ανταποκριθεί στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, δεδομένου ότι μόνον οι μηνιαίες δόσεις των επίδικων δανείων ανέρχονται στο συνολικό ποσό των [673,90 + (2,38 + 7,40 + 3,28 + 4,30 = 17,36 ευρώ X 10 =) 173,60 =] 847,50 ευρώ τουλάχιστον.
Τα ίδια, με έστω εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συνεπώς, δεν υπέπεσε σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε εκτίμησε εσφαλμένως τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβάσιμου του δεύτερου και του τρίτου λόγου εφέσεως, με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα.
Όσον αφορά, εξάλλου, την ακίνητη και κινητή περιουσία του αιτούντος ισχύουν όσα αναφέρονται στην εκκαλουμένη (αφού το καθ' ου δεν αμφισβητεί τις σχετικές με την περιουσία του σκέψεις της). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και ελλείψει άλλου λόγου εφέσεως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του χρέους του αναιρεσιβλήτου στη ρύθμιση του Ν.3869/2010.
Το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1, 5 και 6 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως αυτήν εκ του αρ. 6, ισχυριζόμενο ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, και δη, αναφορικά με την χωρίς δόλο του πρώτου αναιρεσιβλήτου μόνιμη αδυναμία του για την πληρωμή των χρεών του, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση και ειδικότερα δεν διέλαβε αυτή:
α) το χρόνο συνομολόγησης απάντων των δανείων β) τα κατ' έτος καθαρά εισοδήματα του αιτούντος κατά τον χρόνο ανάληψης όλων των δανειακών του υποχρεώσεων, γ) το ακριβές ύψος των ατομικών του εισοδημάτων κατά το χρόνο συζήτησης της εφέσεως, δ) την εξέλιξη των εισοδημάτων του μετά την συζήτηση της αίτησης στον πρώτο και μέχρι την συζήτηση αυτής στον δεύτερο βαθμό ε) τα καθαρά ατομικά εισοδήματα της συζύγου του κατά τους ίδιους ως άνω χρόνους στ) το ακριβές ύψος της δόσης εξυπηρέτησης των δανείων καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ζ) την προβλεπόμενη εξέλιξη στο εγγύς μέλλον της ρευστότητας του αναιρεσιβλήτου κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Σύμφωνα με τις άνω παρατιθέμενες παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αναιρεσιβλήτου στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, ήτοι ότι αυτός, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων δεν επιδίωξε την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, διότι ούτε μπορούσε να προβλέψει ή προέβλεψε και αποδέχθηκε το ενδεχόμενο αυτού του αποτελέσματος και παρά ταύτα συνέχισε την ίδια μη συνετή συμπεριφορά δανειολήπτη, διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη περιέλευσης αυτού από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων.
Πιο συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά 1) το ύψος των ποσών καθεμιάς από τις δανειακές συμβάσεις που συνήψε ο αιτών με τους καθών η αίτηση, πιστωτές του, 2) την ηλικία του και τα εισοδήματα του ως στρατιωτικού, καθώς και το ποσοστό κατά το οποίο μειώθηκαν αυτά σημαντικά, κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα 3) το ύψος των βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του για αξιοπρεπή διαβίωση, το οποίο επαρκώς προσδιόρισε ρητά μηνιαίως σε 1.120 ευρώ, καθώς και το ύψος των μηνιαίων δόσεων των επιδίκων δανείων που ανέρχονται σε 847,50 ευρώ, 4) ότι κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε υπολογίζοντας καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά του, ότι θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τις οφειλές του από αυτές, όπως συνέβαινε έως το έτος 2015, οπότε και άρχισε η αδυναμία κάλυψης των βιοτικών του αναγκών, και τέλος 6) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσε να προβλέψει την μείωση του μηνιαίου μισθού του, που αποτελεί τη μοναδική πηγή του εισοδήματός του, κατά ποσοστό περίπου 50% από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014, λόγος που τον οδήγησε στη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθε μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός του σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο ύψος των απαιτήσεων των πιστωτριών τραπεζών, λόγω της συνεχούς τοκοφορίας και του αυξανόμενου κόστους διαβίωσης.
Τα περιστατικά αυτά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου δανειολήπτη - αιτούντος δολιότητα κατά τη σύναψη των δανειακών του υποχρεώσεων.
Οι ανωτέρω παραδοχές στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και αιτιολογούν το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου και συνεπώς ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίον αποδίδει το αναιρεσείον την εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Οι παραπάνω λοιπές αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Περαιτέρω, όσον αφορά την προβαλλόμενη με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθεται ποια πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, καθόσον στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως στην ένδικη περίπτωση, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του άρθρου 560 εδ.α' του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 Ν.2579/1998 (ΑΠ 897/2020, ΑΠ 1150/2019). Τέλος, διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.2.2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 1/2.2.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 115/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ