Legislator Case Law & Legislation
1600/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on sale contract payment, ruling evidence sufficiency and debt offsetting valid.

Case Number 1600/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment regarding a sales contract dispute. The appellant argued the appellate court accepted payment without sufficient proof, but the court found the evidence, including witness depositions and documents, was adequate to establish the debt's discharge. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416, 422, 513, 559, 559(10), 495, 176, 183, 191 of the Civil Code; The burden of proof for debt discharge lies with the debtor, and an appellate court's finding based on admitted evidence is generally unreviewable unless the reasoning is insufficient or unclear.

Keywords

AI generated
sales contract elements burden of proof discharge debt offsetting defense appellate review standard insufficient evidence claim

Cited Legislation

AI generated
Article 513 of the Civil Code
Articles 416 and 422 of the Civil Code
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1600 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1600/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ατομικής επιχείρησης της Μ. Ε. του Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζερβό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)…., απάντων ως καθολικών διαδόχων και νομίμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς εναγόμενου και εφεσίβλητου Χ. - Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-12-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με ημερομηνία κατάθεσης 4-9-1998 αγωγή της Ε. Μ. του Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 503/1999, 217/2003, 332/2004 μη οριστικές και 25/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2015 μη οριστική και 76/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μετάθεσης της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος.

Συνεπώς, επί αγωγής του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος πωληθέντων εμπορευμάτων, οφείλει ο πωλητής να επικαλεσθεί και να αποδείξει την κατάρτιση της οικείας σύμβασης, τα πωληθέντα πράγματα και την τιμή αυτών (ΑΠ 155/2021 ΑΠ 577/2016). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416 και 422 ΑΚ συνάγεται ότι, εναγόμενος οφειλέτης προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η εν λόγω καταβολή αφορά το επίδικο χρέος.

Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν' αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ' επαντένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση τον μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους βάσει της διατάξεως του αρθρ. 422 εδ.

β'ΑΚ. Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν` αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος. Σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης όμοιων εμπορευμάτων, οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαρκούς εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, με βάση την οποία ο δανειστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί στον οφειλέτη ποσότητες των ως άνω εμπορευμάτων, με τη συμφωνία να εκδίδεται για κάθε μερικότερη σύμβαση πώλησης το αντίστοιχο τιμολόγιο επί πιστώσει, στο οποίο θα αποτυπώνονται αναλυτικά κατ` είδος και αξία τα πωλούμενα εμπορεύματα, για το ορισμένο της πιο πάνω αντένστασης του πωλητή (δανειστή), ότι δηλαδή η προβαλλόμενη από τον αγοραστή (οφειλέτη) καταβολή αφορά όχι το επίδικο αλλά διαφορετικό χρέος από προηγούμενη επί μέρους σύμβαση πώλησης, αρκεί η επίκληση της εν λόγω συνεργασίας και του αντίστοιχου τιμολογίου, αφού και στην περίπτωση αυτή έχουν τη δυνατότητα το μεν δικαστήριο να εκτιμήσει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης διαφορετικού χρέους, ο δε εναγόμενος οφειλέτης ν` αμυνθεί κατ` αυτού (ΑΠ 666/2020, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1927/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές , καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.(ΟλΑΠ10/2011, 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 747/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως έπειτα από αντίστοιχες παραγγελίες, η ενάγουσα Ε. Μ., η οποία διατηρούσε φαρμακαποθήκη στην πόλη του ….

πώλησε στον εναγόμενο φαρμακοποιό Χ. Κ. (μετά τον θάνατο του οποίου συνεχίζουν τη δίκη οι κληρονόμοι του -αναιρεσίβλητοι) για τις ανάγκες του φαρμακείου του, τα αναφερόμενα στα εκδοθέντα σχετικά τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής φάρμακα. Ειδικότερα, πώλησε τα αναγραφόμενα στο με αριθμό …………. …………..

Η συνολική αξία των ανωτέρω πωληθέντων εμπορευμάτων- φαρμάκων ανέρχεται στο ποσό των 11.208.676 δραχμών, μέρος του οποίου και ειδικότερα το ποσό των 10.663.372 δραχμές, διεκδικεί η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή. Ο εναγόμενος, όμως, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις εξόφλησε το σύνολο της οφειλής του, αφού κατέβαλε κατά το χρονικό διάστημα από 31.10.1996 έως 20.5.1998: 500.000 δραχμές, στις 31.10.1996, 200.000 δραχμές, στις 5.11.1996, 200.000 δραχμές, στις 8.11.1996, 1.300.000 δραχμές, στις 5.11.1996, 200.000 δραχμές, στις 20.11.1996, 200.000 δραχμές στις 29.11.1996, 400.000 δραχμές στις 5-12-1996 1.500.000 δραχμές στις 20.12.1996, 450.000 δραχμές στις 10-1-1997 800.000 δραχμές στις 16.1.1997, 200.000 δραχμές, στις 20-1-1997 500.000 δραχμές στις 12.2.1997, 800.000 δραχμές στις 14-2-1997 400.000 δραχμές στις 28.2.1997, 300.000 δραχμές στις 7-3-1997 1.000.000 δραχμές στις 20.3.1997, 300.000 δραχμές στις 3.4.1997, 500.000 δραχμές στις 4.4.1997, 1.000.000 δραχμές στις 15.4.1997, 1.000.000 δραχμές στις 23.4.1997, 150.000 δραχμές στις 6.5.1997, 1.300.000 δραχμές στις 15.5.1997, 500.000 δραχμές στις 19.6.1997, 300.000 δραχμές στις 3.7.1997, 400.000 δραχμές στις 7.7.1997, 700.000 δραχμές στις 16.7.1997, 300.000 δραχμές στις 30.7.1997, 200.000 δραχμές στις 300.000 δραχμές στις 14.8.1997, 300.000 δραχμές στις 30.9.1997, 500.000 δραχμές στις 15.10.1997, 500.000 δραχμές στις 28.11.1997, 700.000 δραχμές στις 27.2.1998, 500.000 δραχμές στις 13-8-1998, 500.000 δραχμές στις 15.5.1998 και 300.000 δραχμές στις 20.5.1998 και συνολικά 19.200.000 δραχμές.

Η ενάγουσα αποδέχεται μεν την ύπαρξη των καταβολών αυτών, πλην όμως, θεωρεί ότι καταλογίζονται στους τόκους των καθυστερούμενων οφειλών του εναγομένου. Πράγματι, κατά το έτος 1995, συμφωνήθηκε το εκάστοτε τίμημα να πιστώνεται και να είναι καταβλητέο 60 ημέρες μετά την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης και μάλιστα μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υπολογίζονται τόκοι υπερημερίας.

Το γεγονός αυτό προκύπτει ιδίως από τα προσκομιζόμενα τιμολόγια πώλησης έτους 1995 και εξής, στα οποία αναγράφεται ο σχετικός όρος. Την άποψη αυτή ενισχύουν και οι καταθέσεις των μαρτύρων της, οι οποίοι εκθέτουν ότι η συμφωνία περί τοκοφορίας των χρεών μετά πάροδο 60 ημερών, είχε περιέλθει σε γνώση του εναγομένου και ο τελευταίος δεν είχε διαφωνήσει.

Εντούτοις ο ειδικότερος ισχυρισμός της ενάγουσας περί καταλογισμού των γενομένων καταβολών σε γεγενημένους ήδη τόκους δεν αποδείχθηκε. Και τούτο διότι δεν προκύπτει ούτε το ακριβές ύψος του ποσού που αφορά τους τόκους, ούτε σε ποιά τιμολόγια αφορούσαν αυτοί. Επιπλέον δεν προκύπτουν τα τιμολόγια που έμειναν ανεξόφλητα ή εξοφλήθηκαν καθυστερημένα, σε τί ύψος ανέρχονταν η αξία των προϊόντων που αναφέρονταν σε αυτά και ιδίως για πόσο χρονικό διάστημα καθυστερούσε ο εναγόμενος την εξόφληση αυτών, δεδομένης της πολυετούς συνεργασίας των διαδίκων.

Η ενάγουσα, προς απόδειξη των ισχυρισμών της, προσκομίζει τα "αναλυτικά καθολικά" του λογαριασμού του εναγομένου. Από την ανάλυση των χρεωπιστώσεων των ετών 1989, 1990, 1991, 1992, 1993, 1994 και 1995 προκύπτει ότι πουθενά δεν εμφανίζεται καταχώρηση τιμολογίου τόκων, τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά την 5η-6-1996.

Εξάλλου, στην προσκομιζόμενη από 7-12-2007 έκθεση ελέγχου, την οποία συνέταξε κατ' εντολή της νυν εκκαλούσης ο ορκωτός ελεγκτής λογιστής Ε. Τ., η οποία αφορά την επαλήθευση της ακρίβειας του χρεωστικού υπολοίπου του εναγομένου, που εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία της αρχικώς ενάγουσας (και ήδη ανώνυμης εταιρείας), εμφανίζεται η καταγραφή τιμολογίων τόκων χωρίς, όμως, να εξειδικεύεται τόσο ο τρόπος υπολογισμού των τόκων όσο και σε ποια τιμολόγια πωλήσεως φαρμάκων αναφέρονται αυτά, τα οποία (τιμολόγια πωλήσεως) παρέμειναν ανεξόφλητα κατά τις ημερομηνίες καταχωρήσεως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή δεχόμενη ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση εξοφλήσεως που πρόβαλε ο εναγόμενος ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά παραδοχή της ενστάσεως εξόφλησης που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 416 και 422 - 423 ΑΚ, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εξοφλήσεως ή μη του επιδίκου χρέους εκ μέρους του αρχικού εναγομένου, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Ειδικότερα παρατίθενται με σαφήνεια και επάρκεια τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή ο αρχικώς εναγόμενος εξόφλησε το τίμημα των ένδικων τιμολογίων πώλησης, με τις αναφερόμενες ως άνω καταβολές συνολικού ποσού 19.200.000 δραχμών, μη αποδειχθείσας της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα αντένστασης ότι οι εν λόγω καταβολές αφορούσαν άλλο χρέος του αρχικώς εναγομένου προς αυτήν και δη ότι καταλογίστηκαν στους τόκους καθυστερούμενων οφειλών του, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση του ουσιαστικές παραδοχές ότι α) ο εναγόμενος με τις προαναφερθείσες καταβολές του, ποσού 19.200.000 δραχμών, εξόφλησε την οφειλή του, όπως αυτή περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής.

β) ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι τα ποσά αυτά αρχικά καταλογίζονταν σε τόκους προγενεστέρων χρεών, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν αποδείχτηκε, αφού η αναιρεσείουσα δεν εξειδίκευσε το ακριβές ποσό των τόκων, τα τιμολόγια που αφορούσαν αυτοί, τα τιμολόγια που έμειναν ανεξόφλητα ή εξοφλήθηκαν καθυστερημένα (και για πόσο χρονικό διάστημα), καθώς επίσης και την αξία των προϊόντων που αφορούσαν, προκειμένου, από τις καταβολές που διενήργησε ο εναγόμενος, να καταστεί δυνατόν να υπολογισθεί και να καταλογισθεί μέρος αυτού προς εξόφληση των τόκων γ) στα φορολογικά βιβλία, εμφανίζονται καταγεγραμμένα τιμολόγια τόκων χωρίς, όμως, εξειδίκευση του τρόπου υπολογισμού των τόκων και σε ποια τιμολόγια πωλήσεως φαρμάκων αναφέρονται αυτά, τα οποία (τιμολόγια πωλήσεως) παρέμειναν ανεξόφλητα κατά τις ημερομηνίες καταχωρήσεως.

Επομένως, ο πρώτος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 513, 416 και 422 - 423ΑΚ είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ήτοι ότι η προσβαλλομένη κακώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε στην κρίση ότι εξοφλήθηκε το χρέος που ισχυριζόταν με την αγωγή της ότι οφείλονταν από τον αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι εν λόγω αιτιάσεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ή στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα ή κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), υπό την επίφαση δε αυτών επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 255/2020).

Επίσης οι επικαλούμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αντιφατικές αιτιολογίες που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κ.λπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λπ., ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ` ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 177/2016).

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ 1403/2021, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1269/2021), Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τα χρεωπιστωτικά σημειώματα που αυτή εξέδωσε και που αφορούσαν τους οφειλόμενους από τον εναγόμενο Χ.

Κ. τόκους επί των καθυστερούμενων οφειλών του. Ο λόγος αυτός από τον αρ. 8, όπως διατυπώνεται η αιτίαση, "δεν έλαβε υπόψη τα χρεωπιστωτικά σημειώματα", είναι απαράδεκτος, διότι , κατά τη μείζονα σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα. Σε κάθε περίπτωση, αν η πιο πάνω αιτίαση ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τη βεβαίωση του Εφετείου που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων και τα έγγραφα που οι διάδικοι νομότυπα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα παραπάνω έγγραφα.

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος προσάπτεται με αυτόν η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο καταλογισμός των καταβολών γινόταν στην εκάστοτε προκύπτουσα συνολική οφειλή του εναγομένου, στην οποία υπήρχαν και συμφωνημένοι τόκοι, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι` αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με τον λόγο αυτόν η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και, συγκεκριμένα, ότι ενώ η αναιρεσείουσα απέδειξε δια των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισε την οφειλή του αρχικώς εναγομένου (εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου είναι οι νυν αναιρεσίβλητοι), το Εφετείο δια των παραδοχών του δέχθηκε χωρίς ειδικότερη απόδειξη την εξόφληση της οφειλής του με τις αναφερθείσες καταβολές.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης εξόφλησης εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου, δια των πραγματοποιηθεισών εκ μέρους του καταβολών, και για την αβασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταλογισμού των ποσών αυτών σε άλλο χρέος, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση νομίμως προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία και άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-1-2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…." για αναίρεση της υπ` αριθ. 76/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ