Legislator Case Law & Legislation
1596/2022 AI generated

Appeal dismissed because first-instance judgment on appealable matters is legally non-appealable under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1596/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in the specific procedure of asset disputes. The appellant challenged the appellate court's confirmation of the first-instance decision, arguing procedural errors regarding the third-party declaration. The court ruled that the first-instance judgment on appealable matters is legally non-appealable because it is substantively part of the second-instance decision, which cannot be separately appealed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 552, 553, 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure: The judgment of the first-instance court on matters subject to appeal is legally non-appealable as it is substantively incorporated into the second-instance judgment.

Keywords

AI generated
appealability first instance judgment second instance incorporation asset disputes procedure non-appealable matters legal finality procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 552, 553, 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 614 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 982, 983, 985, 986, 988 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1596 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1596/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στην Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοντούλα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα - Νικόλαο Κουκούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/4/2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 307/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/1/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της άσκησης αναίρεσης κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα κεφάλαια εκείνα, κατά τα οποία προσβλήθηκε με έφεση, η οποία κρίθηκε κατ` ουσίαν από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η απόφαση αυτή κατά τα κεφάλαιά της αυτά, σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης εξαφανίζεται, ενώ σε περίπτωση απόρριψής της ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 873/2019, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 1799/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 31-1-2020 αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσβάλλει την υπ` αριθ. 307/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), η οποία, αφού απέρριψε την 174/19-07-2018 έφεσή της, επικύρωσε την υπ` αριθ 261/2018, συμπροσβαλλόμενη αυτής, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, εκδοθείσα, επίσης, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η υπ` αριθ. 163/7-4-2017 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της αρνητικής δήλωσης τρίτου, αναγνωρίσθηκε η ανακρίβεια της δήλωσης της καθ' ης-τρίτης καθώς και η ύπαρξη της κατασχεμένης απαίτησης και υποχρεώθηκε η καθ' ης να καταβάλει στην ανακόπτουσα το κατασχεθέν ποσό.

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της, με το οποίο απευθύνεται κατά της 261/2018, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, η αίτηση αναίρεσης καθ' ο μέρος απευθύνεται κατά της υπ` αριθ. 307/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Aπό τα άρθρα 68 και 556 KΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 KΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ. αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 1207/2017, ΑΠ 33/2020, ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1556/2018).

Β'. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591, 159 και 559 αριθμ.14 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκδίκαση υπόθεσης που υπάγεται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το οποίο δικάζει με διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, διότι η εκδίκαση της υπόθεσης κατά διαδικασία διαφορετική από την προσήκουσα (που δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης) δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο, εκτός αν δεν εφαρμόστηκε, με βλάβη του διαδίκου, δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί και που, προφανώς, περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις (ΑΠ 597/2020, ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 14/2007).

Γ'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. δ' κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι εδ.

β' όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), κήρυξε απαράδεκτο τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα στο δεύτερο βαθμό ισχυρισμό της περί εξόφλησης της απαίτησης της οφειλέτριας της ανακόπτουσας, εκ του ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε μόνο με τις κατατεθείσες κατά τη συζήτηση της υπόθεσης προτάσεις και όχι και με δήλωση στα πρακτικά, εξειδικεύεται δε η άνω πλημμέλεια στην κακή εκτίμηση του περιεχομένου των πρακτικών, στα οποία δεν διατυπώνεται ευθέως ότι έγινε προφορική πρόταση του ισχυρισμού κατά τα προβαλλόμενα στο λόγο, όμως, ενόψει του γεγονότος ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε νόμιμα στις οποίες περιλαμβάνεται και ο εν λόγω ισχυρισμός, συνάγεται ως γενομένη η προφορική πρόταση του άνω ισχυρισμού.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικά με τον πιο πάνω λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας δέχθηκε, ως προς το ζήτημα αυτό που αφορά τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση των πρακτικών της εκκαλουμένης προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η καθ' ης η ανακοπή ερωτηθείσα πρόβαλε άρνηση της ανακοπής παρότι ερωτήθηκε εάν έχει να υποβάλλει ενστάσεις.

Εξάλλου και από την επισκόπηση των προτάσεών της προκύπτει ότι ουδέποτε προβλήθηκε από αυτήν έστω και επικουρικά ένσταση συμψηφισμού.

Συνεπώς ο ισχυρισμός της περί ένστασης συμψηφισμού που απορρίφθηκε σιωπηρά δεν είναι βάσιμος καθότι το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε της ένσταση εξοφλήσεως ως απαράδεκτη λόγω του ότι δεν προτάθηκε παραδεκτά ενώ περαιτέρω με επάλληλη σκέψη έκρινε τον ισχυρισμό αόριστο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τελευταίος λόγος έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, και με επάλληλη αιτιολογία, τον πιο πάνω τέταρτο λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης εξόφλησης, δεχόμενο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε απαραδέκτως, αλλά και αορίστως. Κατόπιν αυτών ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι όπως στην οικεία μείζονα σκέψη αναφέρθηκε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές και συγκεκριμένα η αιτιολογία από την αοριστία της ένστασης εξόφλησης.

Ως εκ τούτου ο παραπάνω λόγος κρίνεται απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Σε κάθε δε περίπτωση από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 KΠολΔ, ότι παρά το Νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αλλά αντιθέτως ορθά τις εφάρμοσε.

Και συγκεκριμένα στις ειδικές διαδικασίες, όπως εν προκειμένω, το γεγονός της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού δεν μπορεί να συναχθεί από την γενομένη στο ακροατήριο αναφορά των πληρεξουσίων δικηγόρων στις προτάσεις τους, στις οποίες περιέχεται ο ισχυρισμός, ούτε αρκεί μόνο η έκθεση του ισχυρισμού στις έγγραφες προτάσεις του ενισταμένου, αλλά απαιτείται όπως τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας να προτείνονται συνοπτικά και προφορικά και να καταχωρίζονται στα πρακτικά της συζήτησης, διαφορετικά είναι απαράδεκτα (ΟλΑΠ 2/2005).

Ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος κρίνεται και αβάσιμος. Επίσης, ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος θα πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι η υπόθεση εκδικάστηκε (και στα δύο δικαστήρια) με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ενώ έπρεπε να εκδικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, αφού με την ανακοπή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εισάγεται διαφορά σχετική με την αναγνώριση της κατασχεμένης απαίτησης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση προέρχεται από σύμβαση μίσθωσης έργου, υπαγόμενη στην τακτική διαδικασία, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί, το δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 591 §1 δ' ΚΠολΔ στην απόρριψη της προβληθείσας από αυτήν ένστασης εξόφλησης ως απαράδεκτης, λόγω μη προβολής της και προφορικά και καταχώρησής της στα πρακτικά της συζήτησης, ενώ εάν εφαρμοζόταν η ορθή τακτική διαδικασία ο εν λόγω ισχυρισμός της θα ήταν παραδεκτός, αφού περιλαμβανόταν στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το Εφετείο απέρριψε, και με επάλληλη αιτιολογία, τον ισχυρισμό περί εξόφλησης της οφειλής, ήτοι ως απαραδέκτως προβληθέντα, αλλά και ως αόριστο και επομένως και ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες κύριες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές και συγκεκριμένα η αιτιολογία από την αοριστία της ένστασης εξόφλησης.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β` KΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό της περί εξόφλησης της οφειλής της προς την οφειλέτρια της ανακόπτουσας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το δεύτερο σκέλος του, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, έλαβε υπόψη την προβληθείσα ένσταση εξόφλησης και την απέρριψε ρητά ως απαράδεκτη αλλά και αόριστη με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της.

ΙIΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του KΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή (ένσταση ή αντένσταση) ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 1809/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αλλά και αόριστη η προβληθείσα από την εκκαλούσα-καθ' ης η ανακοπή ένσταση εξόφλησης της οφειλής της έναντι της οφειλέτριας της ανακόπτουσας, και ακολούθως, μετ' απόρριψη και των λοιπών λόγων της έφεσης, στους οποίους δεν περιλαμβανόταν λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίφθηκε η έφεση στο σύνολό της.

Κατόπιν αυτών είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 11 KΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις καρτέλες λογαριασμών της εταιρίας των ετών 2009-2014 και τις καρτέλες των προμηθευτών από 1-1-2015 έως 1-12-2017 που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί εξόφλησης της οφειλής, αφού ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, διαλαμβάνουσα κατάρτιση ελάσσονος πρότασης αναφερόμενης στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως ελλείπει στην ένδικη υπόθεση για τους παραπάνω λόγους.

IV. Από τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986 και 988 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικά και χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή. Η κατάσχεση αυτή (στα χέρια τρίτου) γίνεται με επίδοση στον τρίτο, και εντός οκτώ το αργότερο ημερών από την σ` αυτόν επίδοση, και στον καθ` ου η εκτέλεση, εγγράφου (κατασχετηρίου), που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία.

Ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαίτησης του καθ` ου η εκτέλεση, οφείλει εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την επίδοση σ` αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρo 988 ΚΠολΔ, άλλως δε, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή αν αυτή είναι ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, χορηγεί το δικαίωμα σ` αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ανωτέρω (ρητή ή σιωπηρή) αρνητική δήλωση, κατ` άρθρο 986 ΚΠολΔ, να ασκήσει, στο κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο, ανακοπή, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 επ.

ΚΠολΔ, επικαλούμενος ανακρίβεια της δήλωσης και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1261/2019). Συνακόλουθα τούτων αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος.

Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα) αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαίτησης (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012, 256/2011).

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατάσχεσης μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Αν η ανακοπή γίνει δεκτή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, η απόφαση υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλει το κατασχεμένο ποσό (ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016, ΑΠ 96/2016, ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1065/2009). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ειδικότερα, όταν η αγωγή (ή ανακοπή) είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1399/2011, 1816/2008). Επίσης, η ίδια διάταξη έχει εφαρμογή, όταν η απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, έκρινε επαρκή η ανεπαρκή τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, προκειμένου να εξειδικευθεί ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου (ΑΠ 669/2007), υπό την προϋπόθεση, πάντως, πως ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 992/2021, ΑΠ 624/2021, ΑΠ 1399/2011).

Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται διότι το Εφετείο, αν και δεν αναφέρονταν στην ανακοπή που άσκησε η αναιρεσίβλητη όλα τα στοιχεία που απαιτούντο για την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, και δη τα προσδιοριστικά της απαίτησης στοιχεία, ήτοι ο χρόνος κατάρτισης των συμβάσεων, ο χρόνος παράδοσης του έργου καθώς και οι εργασίες που εκτελέστηκαν, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή λόγω αοριστίας, αλλά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε κριθεί ορισμένη η ανακοπή απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 163/2017 ανακοπής της ανακόπτουσας-ήδη αναιρεσίβλητης, ασκηθείσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η τελευταία ισχυρίστηκε : α) ότι κατά της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...", έχει ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ποσού 136.060,79 ευρώ, που της επιδικάστηκε με τις αναφερόμενες τρεις διαταγές πληρωμής, που προέρχεται από παροχή λογιστικών υπηρεσιών, β) ότι με το από 1-3-2017 αναφερόμενο κατασχετήριο έγγραφο, κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της καθής η ανακοπή ανώνυμης εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας), ως τρίτης, βάσει των διατάξεων των άρθρων 982 επ.

ΚΠολΔ, όσα η τελευταία οφείλει στην προαναφερόμενη οφειλέτιδα αυτής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", από τις μεταξύ τους καταρτισθείσες με τα από 17-7-2009 και 30-1-2014 ιδιωτικά συμφωνητικά, συμβάσεις έργου, δυνάμει των οποίων η οφειλέτρια εταιρία είχε αναλάβει ως εργολάβος την κατασκευή της νέας Μαρίνας Ρόδου, έναντι αμοιβής από 97.000.000 ευρώ, γ) ότι η καθής η ανακοπή προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, αναφέροντας επιγραμματικά ότι από τις παραπάνω αιτίες δεν έχει υπόλοιπο οφειλής, παρά μόνο ποσό από 75,00 ευρώ περίπου, και δ) ότι η πιο πάνω δήλωση της καθής η ανακοπή είναι ανακριβής και ανειλικρινής.

Ζήτησε δε η ανακόπτουσα, με βάση το ιστορικό αυτό, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της παραπάνω δήλωσης της τρίτης - καθής η ανακοπή, να αναγνωρισθεί η ύπαρξη της απαίτησης της οφειλέτιδας εταιρίας εις χείρας της καθής και να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή να της καταβάλει το κατασχεθέν εις χείρας της ποσό, με το νόμιμο τόκο.

Με αυτό το περιεχόμενο η ανακοπή είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα, τα από τις διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986 και 988 ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία, όπως αυτά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, και συγκεκριμένα: α) αναφέρεται και προσδιορίζεται αναλυτικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η βασική έννομη σχέση, δηλαδή η αιτία της οφειλής της τρίτης προς την καθής η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία), ήτοι οι συμβάσεις έργου που συνέδεαν την τρίτη, εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, με την οφειλέτρια εταιρία, καθώς ενσωματώνονται στο δικόγραφο της ανακοπής τα από 17-7-2009 και 30-1-2014 ιδιωτικά συμφωνητικά σύμβασης έργου, που καταρτίστηκαν μεταξύ της καθής-εργοδότριας και της ως άνω οφειλέτριας-εργολάβου εταιρίας με την επωνυμία "...", και β) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), ήτοι αναφέρονται λεπτομερώς στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή της τρίτης προς την καθής η εκτέλεση.

Η κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών της ασκούμενης από τα άρθρα 982 επ. ΚΠολΔ, ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στον απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ προσδιορισμό κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, της απαίτησης, δηλαδή της αιτίας της οφειλής του τρίτου προς την καθής η εκτέλεση και των πραγματικών περιστατικών που τη στηρίζουν, αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της εκδίκασης της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται κατά τα άνω στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-1-2020 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", και το διακριτικό τίτλο "...", για αναίρεση της υπ' υπ` αριθ. 307/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, και της συμπροσβαλλόμενης υπ` αριθ. 261/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ