Supreme Court dismisses appeal for unclear grounds and failure to cite violated substantive law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a used car sales dispute. The appellant argued that the lower courts violated substantive law by rejecting a claim based on unjust enrichment, but failed to specify the exact legal error or cite the relevant articles. The court ruled that without precise identification of the legal defect and the specific substantive provisions violated, the appeal is inadmissible and must be rejected in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 904 of the Civil Code; An appeal for retrial is inadmissible if the appellant fails to specify the exact legal error and cite the violated substantive law provisions, as the Supreme Court cannot verify the correctness of the lower court's decision without these details.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1596 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1596/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητάς του.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης Εταιρείας εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με την επωνυμία "Β. Ι. & Σία Ο.Ε", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ι. Β., εμπόρου αυτοκινήτων, κατοίκου ... και νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαυρουδή Μαύρο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1045/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείων με την από 15 Μαΐου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1045/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς τον τρίτο των εφεσιβλήτων Ν. Ν. την από 10.4.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, ενώ τη δέχθηκε ως προς την πρώτη και τον δεύτερο των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε εν μέρει ως προς αυτούς την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει εν μέρει ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 28.3.2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, ισχυριζόμενος ότι το αυτοκίνητο, που μεταχειρισμένο αγόρασε στις 2.8.2001 από την πρώτη αναιρεσίβλητη, είχε πραγματικό ελάττωμα και έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων και ότι γι' αυτό ανέστρεψε από 13.10.2001 την πώληση του αυτοκινήτου, που είχε συναφθεί κατόπιν εξαπάτησής του από τον δεύτερο και τον τρίτο των εφεσιβλήτων, ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η συντέλεση της αναστροφής και πρόβαλε συναφείς μ' αυτή αξιώσεις επιστροφής του τιμήματος, καθώς και όσων δαπάνησε ο ίδιος για το αυτοκίνητο, επικουρικά δε αξιώσεις αποζημίωσής του λόγω μη εκτέλεσης της σύμβασης και λόγω της απατηλής σε βάρος του συμπεριφοράς του δεύτερου και του τρίτου των εφεσιβλήτων, αλλιώς αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το Εφετείο απέρριψε ή έκρινε απορριπτέες στο σύνολό τους τις αξιώσεις αυτές, επικυρώνοντας στη δεύτερη αυτή περίπτωση την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε όμως εν μέρει την περαιτέρω αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε με την εξυβριστική σε βάρος του συμπεριφορά ο δεύτερος ειδικότερα αναιρεσίβλητος, τον οποίο και υποχρέωσε να καταβάλλει νομιμοτόκως στον αναιρεσείοντα το ποσό των 3.000 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
2. Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 534, 535, 540 και 543 του ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρ. 1§1 του ν. 3043/2002 και αφορούν, κατά το αναλογικά εφαρμοζόμενο άρθρ. 24 του ΕισΝΑΚ, πωλήσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την 21.8.2002, οπότε κατά το άρθρ. 14 του ως άνω νόμου άρχισε αυτός να ισχύει, ο πωλητής ευθύνεται, αν το πράγμα που πουλήθηκε έχει, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δηλαδή κατά τον οριζόμενο στο άρθρ. 522 του ΑΚ χρόνο της παράδοσής του σ' αυτόν ή προκειμένου για ακίνητο κατά το χρόνο της τυχόν προηγούμενης μεταγραφής του, πραγματικά ελαττώματα, φανερά ή κρυφά, γνωστά ή άγνωστα στον πωλητή, που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, οπότε παρέχεται στον αγοραστή το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος είτε αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση λείπει κατά τη σύναψη της πώλησης η συμφωνημένη ιδιότητα του πράγματος ή ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα του πράγματος (ΑΠ 1095/2013).
Πρόκειται για εκλεκτική ή διαζευκτική συρροή περισσότερων δικαιωμάτων, τα οποία ναι μεν δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά και η επιλογή του αγοραστή να ασκήσει ένα από αυτά είναι αμετάβλητη και αποκλείει πλέον άλλη επιλογή, είτε πρόκειται για τα διαπλαστικά δικαιώματα της αναστροφής της πώλησης ή της μείωσης του τιμήματος είτε για την αξίωση αποζημίωσης (ΑΠ 575/2013), όμως δεν πρέπει να αποκλεισθεί η επιβοηθητική κατά το άρθρ. 219§1 ΚΠολΔ άσκηση των δικαιωμάτων αυτών για την περίπτωση που κριθεί ότι δεν υπήρξε στην πραγματικότητα επιλογή και μάλιστα έγκυρη του δικαιώματος που πρώτο προβάλλεται με την αγωγή ή δεν συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις της αξίωσης αποζημίωσης, αφού ναι μεν ορίζει η διάταξη του άρθρ. 306§1 του ΑΚ ότι η επιλογή που γίνεται σε περίπτωση διαζευκτικής ενοχής δεν επιδέχεται αίρεση ή προθεσμία, όμως η διαζευκτική ενοχή αφορά περισσότερες παροχές της αυτής ενιαίας αξίωσης και όχι διαζευκτικά συρρέουσες περισσότερες αξιώσεις ή δικαιώματα, οπότε, κατά την ορθότερη γνώμη, δεν συντρέχει ταυτότητα του νομικού λόγου για την αναλογική εφαρμογή της ως άνω διάταξης και στην περίπτωση της εκλεκτικής ή διαζευκτικής συρροής περισσότερων δικαιωμάτων.
Πραγματικό ελάττωμα, που αναιρεί ή μειώνει ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος, είναι κάθε ατέλεια της ιδιοσυστασίας ή της κατάστασης του πράγματος κατά τον κρίσιμο χρόνο ευθύνης του πωλητή, η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή στη χρησιμότητά του, ενώ ως ιδιότητα του πράγματος θεωρείται κάθε γνώρισμα ή πλεονέκτημά του και κάθε σχέση, η οποία κατά το είδος και τη διάρκειά της επηρεάζει θετικά στις συναλλαγές την αξία ή τη χρησιμότητά του (ΑΠ 328/2007, 1341/2007).
Οι αξιώσεις που απορρέουν για τα μέρη σε περίπτωση αναστροφής της πώλησης ρυθμίζονται από το άρθρ. 547 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο μεν αγοραστής έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που αυτός πρόσθεσε, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε από το πράγμα, ο δε πωλητής υποχρεούται να επιστρέψει εντόκως το τίμημα, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα.
Το δικαίωμα αναστροφής της πώλησης ενδέχεται να έχει ασκηθεί εξώδικα και αρκεί προς τούτο η άτυπη δήλωση του αγοραστή, ρητή ή και σιωπηρή, από την περιέλευση της οποίας στον πωλητή ανατρέπεται αμέσως και αναδρομικά η σύμβαση της πώλησης, το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της εξώδικης αναστροφής της πώλησης, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά το άρθρ. 70 ΚΠολΔ.
Ευνόητο είναι ότι και πριν από την άσκηση του δικαιώματος αναστροφής, εφόσον αυτό αμφισβητείται, δικαιολογείται η άσκηση αγωγής από τον αγοραστή ή από τον πωλητή με αίτημα την αναγνώριση της ύπαρξης ή αντίστοιχα της ανυπαρξίας του δικαιώματος αυτού και αναλόγως των συνεπειών του. Το δικαίωμα αναστροφής της πώλησης μπορεί να ασκηθεί και με σχετική αγωγή, η οποία όμως έχει στην περίπτωση αυτή διαπλαστικό χαρακτήρα και παραδεκτά μπορούν να σωρευθούν σ' αυτή και οι δευτερογενείς αξιώσεις από την αναστροφή της πώλησης (ΑΠ 733/2001).
Σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα αναστροφής πρέπει να ασκηθεί πριν τη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 554 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αγωγές για αναστροφή ή μείωση του τιμήματος ή για αποζημίωση λόγω ελαττώματος ή έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο δυο ετών για τα ακίνητα και έξι μηνών για τα κινητά, με έναρξη της παραγραφής, όπως το άρθρ. 555 του ίδιου Κώδικα ορίζει, για μεν τα κινητά την εγχείριση του πράγματος στον αγοραστή, για δε τα ακίνητα την παράδοσή τους σ' αυτόν.
Όμως κατά το άρθρ. 557 του ΑΚ, ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεστεί την ως άνω παραγραφή, αν απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθ' εαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 767/1973, ΑΠ 212/2000, 1801/2001, 335/2003, 1145/2003).
Στην περίπτωση αυτή συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, που διατηρούν και την αυτοτέλεια της παραγραφής τους, δηλαδή η τυχόν συντομότερη παραγραφή της συμβατικής αξίωσης δεν επηρεάζει τη μακρότερη παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία (πρβλ.
ΑΠ 1145/2003), ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης. Αντίστοιχα ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό.
Τις περισσότερες όμως συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να ασκήσει από κοινού μόνον επικουρικά τη μια της άλλης, αφού δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ' αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επιπλέον.
Ειδικότερα κατά το άρθρ. 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 297 και 298 του ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 996/2004, 174/2005, 831/2005, 118/2006).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1361/2013).
Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία (ΑΠ 280/2009, 605/2009).
Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρ. 922 του ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 του ΑΚ (ΑΠ 1796/2012). Αντίστοιχα και το νομικό πρόσωπο ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 του ΑΚ για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν και υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη των οργάνων του έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, πρέπει, δηλαδή, να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, αδιάφορο αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του, ενώ επιπλέον ευθύνεται εις ολόκληρο και το υπαίτιο πρόσωπο (ΑΠ 1615/1999).
Αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρ. 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 386 του ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης.
Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999). Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί και στην περίπτωση αυτή να υπήρξε δόλος του δράστη.
Η έννοια του δόλου προκύπτει κατά βάση από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 890/ 2010, 683/2013, 1861/2013). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Περί τα μέσα Ιουλίου του 2001 ο ενάγων (αναιρεσείων), μαζί με τον πατέρα του, επισκέφτηκαν την έκθεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων της πρώτης εναγομένης (πρώτης αναιρεσίβλητης), στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Σερρών - Δράμας, προκειμένου ο ενάγων να προβεί στην αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου.
Από τα αυτοκίνητα που του επέδειξε ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος), ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος διαχειριστής της πρώτης εναγομένης, επέλεξε ένα αυτοκίνητο μάρκας BMW 316 Compact, 1600 cc, που ήδη φέρει τον αριθμό κυκλοφορίας ΕΡΗ - ... . Ο δεύτερος εναγόμενος, όταν ρωτήθηκε από τον ενάγοντα σχετικά με την κατάσταση του αυτοκινήτου αυτού που είχε εισάγει η πρώτη εναγομένη από τη Γερμανία, τον διαβεβαίωσε ότι αυτό βρισκόταν σε καλή κατάσταση.
Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 4.500.000 δραχμών ή 13.206,16 ευρώ, ανεξαρτήτως του ότι γράφτηκε στο σχετικό τιμολόγιο το ποσό των 3.350.000 δραχμών... Πριν από την κατάρτιση της πώλησης ο ενάγων ..., με την παρουσία του τρίτου εναγομένου, υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης, μετέφερε στις 20.7.2001 το αυτοκίνητο στο συνεργείο που διατηρεί στην πόλη των ...
ο Δ. Χ., όπου αυτό ελέγχθηκε και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε τις εξής βλάβες ... Η σύμβαση πώλησης καταρτίστηκε τελικά στις 2.8.2001, κατά την οποία ο ενάγων παρέλαβε το αυτοκίνητο, ενώ και το τίμημα εξοφλήθηκε ολοσχερώς. Στις 6.8.2001 ο ενάγων παρέδωσε το αυτοκίνητο για τακτικό σέρβις στο εξουσιοδοτημένο από την BMW συνεργείο που διατηρεί στην Αθήνα η εταιρεία "Ν.
Α.Ε.", όπου διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο είχε στο παρελθόν υποστεί σύγκρουση στο εμπρόσθιο τμήμα του και ότι για το λόγο αυτό είχε επισκευαστεί η μετώπη, τα εμπρόσθια άκρα του πλαισίου του και ο αριστερός θόλος του εμπρόσθιου τροχού... Ο ενάγων ενημερώθηκε επίσης από την ίδια εταιρεία "Ν. Α.Ε." ότι το αυτοκίνητο είχε κατασκευαστεί τον Ιούνιο του 1995 ...
Όμως δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος εναγόμενος τον είχε διαβεβαιώσει ψευδώς ότι το αυτοκίνητο είχε κατασκευαστεί το έτος 1997 και ότι ο ίδιος είχε αποδεχθεί τη δήλωση αυτή..., δηλαδή δεν αποδείχθηκε συνομολόγηση τέτοιας ιδιότητας και μάλιστα ύστερα από ψευδή διαβεβαίωση περί της ύπαρξης αυτής ... Στις 8.10.2001 ο ενάγων προέβη σε γενική επισκευή του αυτοκινήτου στο ανωτέρω εξουσιοδοτημένο συνεργείο και δαπάνησε το συνολικό ποσό των 1.787,65 ευρώ ...
Ακολούθως, στις 13.10.2001, επισκέφτηκε την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης και ζήτησε από τον δεύτερο εναγόμενο να αντικαταστήσει το αυτοκίνητο με άλλο που δεν είχε υποστεί σύγκρουση, αλλιώς να τον αποζημιώσει με το ποσό που δαπάνησε για επισκευές, όμως ο δεύτερος εναγόμενος αρνήθηκε. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ...
ότι μετά την ως άνω άρνηση του δεύτερου εναγομένου δήλωσε σ' αυτόν ότι απαιτεί να του επιστρέψει το καταβληθέν τίμημα και ότι ο ίδιος θα επέστρεφε το αυτοκίνητο, ασκώντας έτσι το δικαίωμά του για αναστροφή της πώλησης. Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα τέτοια δήλωση ...
Συνεπώς δεν επήλθαν τότε οι έννομες συνέπειες της αναστροφής. Εξ άλλου το δικαίωμα αυτό, ασκούμενο για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή ..., έχει αποσβεστεί, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης των εναγομένων από το άρθρ. 554 του ΑΚ ..., ενώ η αντένσταση από το άρθρ. 557 του ΑΚ, που πρόβαλε ο ενάγων καθ' υποφορά με την αγωγή του ..., δηλαδή ότι οι εναγόμενοι δολίως απέκρυψαν το πραγματικό ελάττωμα της σύγκρουσης του αυτοκινήτου προκειμένου αυτός να παραπλανηθεί και να προβεί στην αγορά του, πρέπει να απορριφθεί, αφού αποδεικνύεται ότι το αυτοκίνητο αυτό, το οποίο ως μεταχειρισμένο είχε αγοραστεί από τη Γερμανία με τη διαβεβαίωση ότι ήταν ατρακάριστο και είχε ελεγχθεί από το ΚΤΕΟ Σερρών στις 30.7.2001, ελέγχθηκε στη συνέχεια και από το συνεργείο του Δ.
Χ., επιλογής του ενάγοντος, χωρίς και πάλι να διαπιστωθεί ότι είχε υποστεί ζημίες από προηγούμενη σύγκρουση... και μόνο μεταγενέστερα διαπιστώθηκε αυτό από ειδικό εξουσιοδοτημένο συνεργείο της κατασκευάστριας εταιρείας. Τέτοια όμως εξειδίκευση για την ανακάλυψη αυτού του είδους των πραγματικών ελαττωμάτων δεν αποδείχθηκε ότι είχε ούτε επιβάλλεται να είχε ο δεύτερος εναγόμενος..., ενώ καθόσον αφορά τον τρίτο εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι διαβεβαίωσε τον ενάγοντα για την άριστη κατάσταση του αυτοκινήτου...
και πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε το ανωτέρω ελάττωμα και το απέκρυψε δολίως... Περαιτέρω με το υπ' αριθ. 534/2003 αμετάκλητο ήδη βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος κατά του υπ' αριθ. 314/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που είχε αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του δεύτερου εναγομένου για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του ενάγοντος ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ή έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, απορριπτέες όλες τις επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που έχουν ως βάση την ύπαρξη στο αυτοκίνητο που του πουλήθηκε πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη απ' αυτό συμφωνημένων ιδιοτήτων. Με τον πρώτο και τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με αντιφατικές σε κάθε περίπτωση αιτιολογίες, ενώ αρχικά δέχθηκε ότι συντελέστηκε με την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα από 13.10.2001 δήλωσή του προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αυτών η αναστροφή της πώλησης ενός μεταχειρισμένου με αριθμό ήδη κυκλοφορίας ΕΡΗ - ...
αυτοκινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα και μάλιστα για το λόγο αυτό, δηλαδή της εξάντλησης του δικαιώματος επιλογής του αναιρεσείοντος, έκρινε η απόφαση μη νόμιμη την επικουρικά σωρευόμενη στην ένδικη αγωγή του αξίωση αποζημίωσής του για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων και ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στο πωληθέν αυτοκίνητο, εντούτοις αντιφατικά στη συνέχεια η ίδια απόφαση δέχθηκε ότι δεν συντελέστηκε τελικά η επικαλούμενη αναστροφή της πώλησης και απέρριψε στην ουσία τις συναφείς με το δικαίωμα αναστροφής επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει μεν ότι το Εφετείο έκρινε αρχικά νόμιμη την ένδικη αγωγή ως αναγνωριστική συντελεσμένης ήδη εξωδίκως αναστροφής της επίδικης πώλησης, όμως εξετάζοντας στη συνέχεια την αγωγή από ουσιαστικής πλευράς έκρινε αναπόδεικτη την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εξώδικη από 13.10.2001 προφορική δήλωσή του προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο για αναστροφή της πώλησης.
Περαιτέρω το Εφετείο, αφού ορθά εκτίμησε ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής αποτελεί συγχρόνως και άσκηση του δικαιώματος αναστροφής της πώλησης, αν ληφθεί υπόψη ότι μ' αυτή σε κάθε περίπτωση ασκούνται πρωταρχικά αξιώσεις που προϋποθέτουν την αναστροφή της, έκρινε τελικά, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης των εφεσιβλήτων, ότι το σχετικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, ασκούμενο στην πραγματικότητα για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή, είχε υποπέσει στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρ. 554 του ΑΚ, γι' αυτό και απέρριψε τις συναφείς με το δικαίωμα αυτό δευτερογενείς αξιώσεις του αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε το νόμο, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 534, 535, 540, 543, 547, 554 και 555 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμά του, σύμφωνα με το οποίο δεν υπήρξε στις 13.10.2001 δήλωση αναστροφής της πώλησης από μέρους του αναιρεσείοντος και μόνον υποθετικά έγινε δεκτή η ύπαρξη τέτοιας δήλωσής του ως στοιχείο της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής.
Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση, 19 και όχι και 17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με το πρώτο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμα και πρέπει αντίστοιχα να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί.
Ο ίδιος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των εφεσιβλήτων με δόλο απέκρυψαν από τον αναιρεσείοντα το γεγονός ότι το αυτοκίνητο που πουλήθηκε σ' αυτόν από την πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν τρακαρισμένο, δηλαδή είχε πραγματικό ελάττωμα που μείωνε ουσιωδώς την αξία και τη χρησιμότητά του, με συνέπεια έτσι το Εφετείο να αποκλείσει την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης των αντιδίκων του, αλλά και να απορρίψει τη σχετική από το άρθρ. 557 του ΑΚ αντένστασή του στην ένσταση απόσβεσης του δικαιώματός του για αναστροφή της πώλησης, που πρότειναν οι αντίδικοί του και έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η σχετική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση αυτή και εσφαλμένα χαρακτηρίζεται από τον αναιρεσείοντα ως πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφορά την κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, η οποία, όμως, ως κρίση περί τα πράγματα είναι κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη.
Δηλαδή το Εφετείο δεν δέχθηκε πραγματικά περιστατικά, τα οποία εσφαλμένα δεν υπήγαγε στην έννοια του δόλου ως αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να ιδρύεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά αρνήθηκε γενικώς την ύπαρξη τέτοιων περιστατικών και κατ' επέκταση την ύπαρξη δόλου των δεύτερου και τρίτου των εφεσιβλήτων σε σχέση με όλες τις επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος.
Εξ άλλου το Εφετείο δεν δέχθηκε τη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 554 του ΑΚ προκειμένου να μην αναγνωρίσει ως συντελεσμένη την εξώδικη από 13.10.2001 αναστροφή της πώλησης, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, όπως εσφαλμένα αυτός υπολαμβάνει, αλλά έκρινε αναπόδεικτη την ύπαρξη τέτοιας εξώδικης αναστροφής και δέχθηκε τη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρ. 554 του ΑΚ ως προς την αναστροφή της πώλησης, που εκτίμησε ότι ενέχει πλέον η άσκηση αυτής καθ' εαυτής της ένδικης αγωγής.
Επομένως στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι ο δεύτερος κατά το τρίτο μέρος του και ο έβδομος των λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με το να κρίνει ορισμένη, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση από το άρθρ. 554 του ΑΚ, που πρότειναν οι εφεσίβλητοι, προκειμένου να εμποδιστεί δήθεν, κατά την εσφαλμένη αντίληψη του αναιρεσείοντος, η αναγνώριση της ύπαρξης εξώδικης απ' αυτόν αναστροφής της πώλησης.
Συνακόλουθα βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και οι αρνητικοί της ένστασης αυτής ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε πάντως υπόψη και έμμεσα τους απέρριψε.
Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πέμπτο από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος ωστόσο πρέπει να απορριφθεί πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αν ληφθεί υπόψη ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να αξιολογήσει και ειδικά ν' απαντήσει σε απλό αρνητικό ισχυρισμό (ΑΠ 969/2012).
Σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση βασίζεται και είναι απορριπτέος ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική αξίωση του αναιρεσείοντος να του επιδικαστεί αποζημίωση κατά το άρθρ. 543 του ΑΚ, αφού το Εφετείο απέρριψε την αξίωση αυτή ως αποσβεσμένη μετά την επιλογή του αναιρεσείοντος να ζητήσει την αναστροφή της πώλησης εξ αιτίας της ύπαρξης ελαττώματος στο πωληθέν αυτοκίνητο, αλλά και της έλλειψης απ' αυτό συμφωνημένων ιδιοτήτων. 3.
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρ. 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, μ' αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (ΑΠ 567/1984, 140/2006) ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης.
Ο αναιρετικός δηλαδή αυτός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος.
Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η απόφαση αυτή όφειλε να απορρίψει ως αναπόδεικτη την ένσταση που πρότειναν από το άρθρ. 554 του ΑΚ οι εφεσίβλητοι, αφού αυτοί, που είχαν το βάρος της απόδειξής της, δεν προσκόμισαν το οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο και κακώς το Εφετείο στηρίχτηκε, αντιστρέφοντας ανεπίτρεπτα το βάρος της απόδειξης, μόνο στα δικά του αποδεικτικά στοιχεία.
Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης θα υπήρχε, κατά τα προεκτεθέντα, αν η ένσταση των εφεσιβλήτων είχε γίνει δεκτή παρά την έλλειψη οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου που να τη στηρίζει και όχι επειδή η ένσταση αυτή έγινε δεκτή με βάση αποδεικτικά στοιχεία που αυτοί δεν προσκόμισαν και συγκεκριμένα με βάση τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, από τα οποία όμως αμέσως προκύπτει, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ένδικη αγωγή, που εμπεριέχει, κατά την ορθή εκτίμηση του Εφετείου, και άσκηση του δικαιώματος αναστροφής της πώλησης από τον αναιρεσείοντα, κατατέθηκε στις 28.3.2005, δηλαδή ενώ είχε προ πολλού συμπληρωθεί η εξάμηνη αποσβεστική του δικαιώματος αυτού προθεσμία του άρθρ. 554 του ΑΚ, με αφετηρία αυτής την παράδοση του πωληθέντος αυτοκινήτου στον αναιρεσείοντα στις 2.8.2001. 4.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρ. 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 353/2007, 1531/2010).
Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 416/1999, 387/2007, 1152/2008, 278/2010, 683/2013).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί ότι στις 13.10.2001 δεν υπήρξε από μέρους του δήλωση αναστροφής της επίδικης πώλησης, θεώρησε περισσότερο αξιόπιστη την από 25.4.2002 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Π.
Σ. στον Πταισματοδίκη Σερρών από την μεταγενέστερη υπ' αριθ. .../2005 ένορκη βεβαίωση του ίδιου μάρτυρα στον Ειρηνοδίκη Σερρών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η ως άνω ένορκη βεβαίωση του Π. Σ. δεν έχει κατά το νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και μάλιστα αυξημένη έναντι της προανακριτικής κατάθεσής του στον Πταισματοδίκη Σερρών, αλλά πρόκειται για ίσης βαρύτητας αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελεύθερα και πράγματι έτσι εκτιμήθηκαν από το Εφετείο. 5.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994, 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 310/1999, 391/2001, 1425/2002, 1813/2005, 300/2006, 355/2008, 1289/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.
Αντίθετα συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στις 13.10.2001 δεν υπήρξε από μέρους του δήλωση αναστροφής της επίδικης πώλησης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25.4.2002 ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Π.
Σ. στον Πταισματοδίκη Σερρών με το να δεχθεί ότι από την κατάθεση αυτή προκύπτει δήθεν άρνηση του μάρτυρα να επιβεβαιώσει την ύπαρξη σχετικής δήλωσης του αναιρεσείοντος για αναστροφή της επίδικης πώλησης. Όμως η ως άνω ένορκη κατάθεση δεν αποτελεί, κατά τα προεκτεθέντα, αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
6. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου. Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).
Συνεπώς αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί λοιπόν κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ' αυτή.
Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωσης λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρ. 388 του ΑΚ, και πρέπει τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1457/2001, 390/2011).
Αντίστοιχα και η ύπαρξη αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, εφόσον θεωρηθεί ως αντάλλαγμα ισάξιο προς τον πλουτισμό του υπαίτιου της αδικοπραξίας, αποκλείει τη θεμελίωση εναντίον του αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (πρβλ. ΑΠ 16/2008). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, εφόσον δε η υπόθεση ερευνήθηκε και στην ουσία της, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής (ΟλΑΠ 20/2005), αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί, αν η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2004, 538/2007, 716/ 2012, 845/2012).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τη στηριζόμενη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος, με τη σκέψη ότι η επικουρική αυτή αξίωση δεν μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο πλουτισμός επήλθε από έγκυρη σύμβαση, όπως είναι η επίδικη σύμβαση πώλησης.
Η κρίση αυτή της πρωτόδικης και κατ' επέκταση και της εφετειακής απόφασης δεν παραβιάζει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 904 του ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το τέταρτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός κατά το αντίστοιχο μέρος του, πρωταρχικά όμως ως αόριστος και επομένως ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει το σφάλμα στο οποίο κατά την άποψή του υπέπεσαν τα δικαστήρια της ουσίας.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 1001645, 1001646 και 1001647/2012 παραβόλων του Δημοσίου, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 116/2012 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εξ άλλου ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.5.2012 αίτηση του Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1045/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των υπ' αριθ. 1001645, 1001646 και 1001647/2012 παραβόλων του Δημοσίου, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική υπ' αριθ. 116/2012 έκθεση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ