Supreme Court dismisses appeal for divorce decree due to vague grounds and failure to specify evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final divorce decree issued by the Thessaloniki Court of Appeal. The appellant alleged legal errors and the admission of inadmissible evidence but failed to specify the exact evidence or grounds required by law. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for vagueness and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) & (c), 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact evidence improperly considered or omitted and explain its impact on the judgment, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 716 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 716/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ονορα (O.) Μ. Ν. (B. N.) του Ο. (O.), κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σάμπαλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11491/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 766/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Οκτωβρίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2 & 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρ. 94§1 και 96§1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ' αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις δικαστή, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που παρέστη αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο ή εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού τότε θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη υπ' αριθ. 9446/3.11.2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... ότι αυτή, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 766/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 52 τη δικάσιμο της 23.1.2012, κατά την οποία αυτός κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 130§1, 230§2, 498§§1 & 2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων δεν παρέστη νόμιμα με πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά αυτοπροσώπως, και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19.3.2012, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο.
Όμως ο αναιρεσείων δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρ. 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996), διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά, εφόσον η υπόθεση ερευνήθηκε και στην ουσία της, πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας θεμελίωσε την κρίση του για τη βασιμότητα ή αναλόγως την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής (ΟλΑΠ 20/2005), αφού μόνο με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της απόφασής του μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη σ' αυτή νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και μάλιστα παραδεκτά με επίκληση στις προτάσεις των διαδίκων, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που ανεπίτρεπτα λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, η επίδραση που είχε αυτός, αλλά και το αποδεικτικό μέσο, στο διατακτικό της απόφασης, ο ειδικότερος λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο και να εκτίθεται επιπλέον ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Αντίστοιχα για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, δηλαδή κρίσιμου για την έκβαση της δίκης, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 766/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 30.6.2009 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την ερήμην αυτού εκδοθείσα υπ' αριθ. 11491/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την από 22.2.2008 αγωγή διαζυγίου της ήδη αναιρεσίβλητης συζύγου του, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και κήρυξε λυμένο των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι α) εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, β) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και γ) παρέλειψε να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση αναίρεσης είναι αόριστη ως προς όλους τους λόγους της και απορριπτέα, αφού δεν περιέχει κανένα από τα στοιχεία, που σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, απαιτούνται για να θεμελιωθούν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 11β & γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.10.2010 αίτηση του O. B. N. για αναίρεση της υπ' αριθ. 766/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ