Supreme Court allows appeal against state judgment for exceeding claim scope and ordering interest payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the State against a second-instance judgment that ordered the defendant to pay interest. The court found that the lower court exceeded the plaintiff's limited claim for principal interest by ordering the payment of the full amount. Consequently, the judgment was annulled regarding the interest payment order, and the case was remanded for a new decision on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The second-instance court must strictly adhere to the scope of the claim, and ordering payment of interest beyond the plaintiff's specific request constitutes an appealable error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1595 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1595/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Π., κατοίκου ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Κωνσταντάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Σταμέλου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Β)Των αναιρεσειόντων:
1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα
και
2) της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών" (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Υποδομών & Μεταφορών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, αμφότεροι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Μαρίας Σταμέλου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Π., κατοίκου ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Κωνσταντάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2013 αγωγή του ήδη Α) αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 62/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4753/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη Α) αναιρεσίβλητο - Β) 1ο αναιρεσείον, με την από 21-11-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 447/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο την υπόθεση.
Εκδόθηκε η 1629/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν: ο Α) αναιρεσείων με την από 9-6-2022 αίτησή του, οι Β) αναιρεσείοντες με την από 20-2-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 183/2024, 773/2023, 566/2022, 367/2020, 178/2018, 182/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 246 του ΚΠολΔ, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκαση: Α) της από 09.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6133/684/28.07.2022 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Π. κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και Β) της από 20.02.2023 και με αριθμό κατάθεσης 2528/246/21.03.2023 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.)" κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δ. Π., με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1629/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθότι είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ, ως ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της ανωτέρω Β αίτησης αναίρεσης "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ανενδοιάστως ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν περιοριστικά τα ανωτέρω αναφερόμενα πρόσωπα (ΑΠ 897/2022, 216/2016), ήτοι οι διατελέσαντες διάδικοι κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως και οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι αυτών (ΑΠ 884/2023, 1200/2019, 1226 /2017, 216/2016, 1150/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, κατ' αρχήν, ερευνά αυτεπαγγέλτως την συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, μεταξύ των οποίων είναι και η νομιμοποίηση του ασκούντος αυτήν, ενώ αν διαπιστωθεί η έλλειψη της προϋπόθεσης αυτής, απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη (ΑΠ 668/2024, 884/2023, 734/2023).
Εν προκειμένω, η από 20.02.2023 (με αριθμό κατάθεσης 2528/246/21.03.2023), ανωτέρω (Β) αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκείται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα αυτοτελή δημόσια υπηρεσία με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.)" είναι απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα, ελλείψει νομιμοποίησης αυτής (δεύτερης αναιρεσείουσας), ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1629/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η αναιρεσείουσα αυτή δεν έφερε καμία των περιοριστικώς αναφερόμενων στο ανωτέρω άρθρο ιδιοτήτων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (δεν έφερε την ιδιότητα του διαδίκου), ούτε ισχυρίζεται ότι έχει την ιδιότητα του καθολικού ή ειδικού διαδόχου κάποιου από τους διαδίκους της δίκης αυτής. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων αναφορικά με την αναιρεσείουσα αυτή δεν θα τεθεί, ελλείψει ειδικού αιτήματος του, άλλως δικαιούμενα σ' αυτά, ως εκ του αποτελέσματος της δίκης, αναιρεσιβλήτου της αναίρεσης αυτής ως προς την αναιρεσείουσα αυτή.
Οι ανωτέρω, από 09.06.2022 και από 20.02.2023 ως προς το πρώτο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αυτή, αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1629/26.03.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 και 145 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 19.03.2013 και με αριθμό κατάθεσης 51653/1715/2013 αγωγή του ενώπιον το Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος Δ.
Π. ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή - κυβερνήτη ... στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ (Ο.Α.)", η οποία από τις 02.10.2009 τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, και ότι δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 3717/2008, μεταφέρθηκε με την ίδια σχέση εργασίας στην εποπτευόμενη από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών "Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων", σε οργανική θέση χειριστών αεροπλάνων, όπου ανέλαβε υπηρεσία στις 08.11.2010 και στις 23.11.2010 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Διερευνήσεων της Μονάδας Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων της ως άνω επιτροπής, ως διερευνητής, ασκώντας, για τους σκοπούς της διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων, και τα καθήκοντα του ιπτάμενου προσωπικού της πολιτικής αεροπορίας στην παροχή υπηρεσιών σε αεροσκάφη.
Ότι μολονότι παρείχε προσηκόντως, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί οκτάωρο καθημερινά (7.00-15.00), τα καθήκοντα του στην ως άνω Υπηρεσία, το εναγόμενο δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, οπότε στις 08.08.2011 άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας. Ότι βάσει των διατάξεων του άρθρων 1 και 7 του ν. 3717/2008, το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 08.11.2010 έως 07.08.2011 και αποδοχές υπερημερίας από 08.08.2011 έως 30.04.2012, και δεδομένου ότι πληροί τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, το συνολικό ποσό των (7.764,31 ευρώ Χ 18 μήνες =) 139.757,58 ευρώ, επικουρικά, δε το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, βάσει των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 6 και 35 του ν. 2912/2001 και της ΚΥΑ 2/65093/0022 σε συνδυασμό με τις μειώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των ν. 3833/2010 και 3845/2010, και σε κάθε περίπτωση ως ειθισμένο μισθό με βάση την ειδικότητα, τα προσόντα και τις συνθήκες εργασίας, το συνολικό ποσό των 104.924,81 ευρώ, όπως ειδικότερα αυτό αναλύεται στην αγωγή και ότι όλως επικουρικά το εναγόμενο του οφείλει τα ανωτέρω ποσά, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά τον εξ ολοκλήρου περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει, για την ανωτέρω αιτία, το συνολικό ποσό των 139.757,58 ευρώ, άλλως των 104.924,81 ευρώ, νομιμοτόκως από την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα οπότε κάθε μηνιαίος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 30.04.2012, αγωγής του από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 62/2015 οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης τόκων πριν από την επίδοση της ένδικης αγωγής στον Υπουργό των Οικονομικών και ως μη νόμιμη την όλως επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά την κυρία της βάση και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 139.757,58 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την, από 25.02.2015 και με αριθμό κατάθεσης 1300/2015, έφεση. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε, η 4753/2018 απόφασή του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που τη δέχτηκε τυπικά αλλά την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής το τότε εκκαλούν- εναγόμενο άσκησε την, από 21.11.2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 447/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω απόφαση του Εφετείου "κατά τα κεφάλαια αυτής περί δεδουλευμένων μισθών και μισθών υπερημερίας, καθ' ο μέρος αφορά το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων", κατά παραδοχή των λόγων αναίρεσης:
Ι. εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), την οποία εφήρμοσε, ενώ αυτή δεν ετύγχανε εφαρμοστέα, ως και τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 7 του ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 του ν. 3899/2010, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, αφού η ισχύς της ως άνω ΠΝΠ είχε παύσει να ισχύει ήδη από της 19ης Φεβρουαρίου 2010 και το μισθολογικό καθεστώς του αναιρεσιβλήτου κατά τα διαστήματα από 8ης Νοεμβρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2010 και από 1ης Ιανουαρίου 2011 μέχρι της 30ής Απριλίου 2012 διείπετο από τις διατάξεις των ν. 3717/2008 και 3899/2010 αντιστοίχως
και
ΙΙ. εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο ως προς την προβληθείσα από το ήδη αναιρεσείον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το πρώτον δια του εφετηρίου, ένσταση μερικής εξόφλησης της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, αφού το αναιρεσείον είχε σαφώς επικαλεσθεί ότι η ένστασή του αυτή προέκυπτε εγγράφως (από τις αναφερόμενες βεβαιώσεις αποδοχών της ΕΔΑΑΠ) και, επομένως, το Εφετείο έπρεπε να ελέγξει τη βασιμότητά της, αφού η απόδειξη εξ εγγράφων της εν λόγω ένστασης παρείχε το δικαίωμα προβολής αυτής το πρώτον κατ' έφεση, και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη (1629/2021) τελεσίδικη απόφασή του, η οποία, κατά παραδοχή της έφεσης (του εναγομένου), εξαφάνισε την εκκαλούμενη 62/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού δέχτηκε εν μέρει και την προβαλλόμενη από το εναγόμενο ένσταση εξοφλήσεως, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 775,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι (ενάγων και εναγόμενο) άσκησαν τις ανωτέρω κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 περ. 1 και 7 του ν. 3717/2008 "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου οι πιο κάτω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. "Σημερινοί Εργοδότες": οι εταιρείες ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε., ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε. και ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε."GALILEO HELLAS A.E.", και 7. "Κρίσιμη Ημερομηνία":
η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, με την οποία καθεμία από τις εταιρίες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (...), όπως ισχύει", κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1, 2 εδ. α', 4, 5 εδ. α', β', γ', 6, 7 και 8 του ιδίου νόμου, "1. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην περίπτωση υπαγωγής των εταιρειών που ορίζονται ως Σημερινοί Εργοδότες σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α') που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α'). 2.α.
Το κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία Τακτικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, ανεξάρτητα εάν έχει λυθεί ή όχι η σχέση εργασίας τους, μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας, σε νπιδ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημόσιες υπηρεσίες, αυτοτελείς ή ανεξάρτητες αρχές, νπδδ και ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας, ύστερα από αίτησή του.
Η μεταφορά γίνεται σε φορέα ή υπηρεσία, αποκλειστικά σε νομό επιλογής του υπαλλήλου, εφόσον υπάρχει κενή θέση ή ανάγκη σε φορέα του νομού αυτού ... . 4. Για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να υποβάλει αίτηση στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για μεταφορά, στην οποία θα αναφέρεται και ο νομός επιλογής του, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την Κρίσιμη Ημερομηνία. 5.
Η μεταφορά γίνεται εντός τετραμήνου από την αίτηση σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτή που ανήκει ο μεταφερόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει ο μεταφερόμενος. Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχες κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχη των τυπικών προσόντων του μεταφερόμενου.
Η προσωποπαγής θέση καταργείται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση αυτού που την κατέχει. ... 6. Η μεταφορά του προσωπικού του άρθρου αυτού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και 7. Εφόσον στον φορέα υποδοχής προβλέπεται βαθμολογική εξέλιξη για το προσωπικό με την ίδια σχέση εργασίας, το μεταφερόμενο προσωπικό κατατάσσεται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογο με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε σε οποιαδήποτε εταιρεία η οποία είναι Σημερινός Εργοδότης ή Αρχικός Εργοδότης και το χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης που προβλέπεται για το προσωπικό του φορέα υποδοχής.
Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 του παρόντος, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ μηνιαίως και η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης.".
Στην ως άνω παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 3717/2008, προστέθηκε δια της παρ. 12 του άρθρου 1 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), εδάφιο ότι "σε περίπτωση που το μεταφερόμενο προσωπικό συμπληρώνει, μέχρι τη δημοσίευση της πράξης μεταφοράς, τις ισχύουσες βάσει του παρόντος νόμου προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, οι τυχόν επί πλέον τακτικές αποδοχές καταβάλλονται πλήρεις ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με τους όρους και προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου", το οποίο όμως ίσχυσε μέχρι της 19ης Φεβρουαρίου 2010, οπότε η εν λόγω ΠΝΠ έπαυσε εφεξής να ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 εδ.
α', β' του Συντάγματος, καθώς, υποβληθείσα στη Βουλή προς κύρωση στις 19 Νοεμβρίου 2009, δεν εκυρώθη εντός τριμήνου. (ΑΠ 447/2020) "8. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί σε οποιαδήποτε εταιρεία που είναι Σημερινός Εργοδότης ή Αρχικός Εργοδότης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τα θέματα μισθολογικής εξέλιξης.".
Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 22 του ν. 3899/2010 ορίζεται ότι: "Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν.
Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται. Αποδοχές που έχουν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής δεν αναζητούνται. Ως δημόσιος τομέας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, νοείται αυτός που ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, συμπεριλαμβανομένων και των Ν.Π.Ι.Δ.
που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως, από Ο.Τ.Α. και Ο.Κ.Α. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011", ενώ κατά την άνω διάταξη του άρθρου 1Β περίπτωση 1 του ν. 2362/1995, "Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005".
Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, οι υπηρετούντες. μεταξύ των άλλων, στην εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", με σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, με την οποία η ως άνω εταιρία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, οι οποίοι μεταφέρθηκαν, κατόπιν αίτησής τους υπό την ιδία σχέση εργασίας, σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, κατατάσσονται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογο με τον συνολικό χρόνο της υπηρεσίας τους, τυχόν δε επιπλέον τακτικές αποδοχές, τις οποίες ελάμβαναν από τον προηγούμενο φορέα, διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά, όχι όμως πέραν του ποσού των 500 ευρώ (άρθρο 7 παρ. 1 και 7 του ν. 3717/2008), όμως, κατά τον χρόνο ισχύος της από 16 Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ, ήτοι από της ημερομηνίας αυτής έως τις 19 Φεβρουαρίου 2010, οπότε έπαυσε η ισχύς της (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, καθότι οι επίδικες αξιώσεις αφορούν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα), δεν ίσχυε ο περιορισμός του ποσού των 500 ευρώ και οι μεταφερθέντες μισθωτοί εδικαιούντο ως προσωπική διαφορά πλήρεις τις επιπλέον τακτικές αποδοχές, υπό τον όρο ότι είχαν μέχρι της δημοσίευσης της πράξης μεταφοράς συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους σύνταξης γήρατος, από της 19ης Φεβρουαρίου 2010 όμως, ίσχυσε εκ νέου ο εν λόγω περιορισμός (των 500 ευρώ), ενώ από της 1ης Ιανουαρίου 2011, οι μεταφερθέντες μισθωτοί, εδικαιούντο μόνον τις αποδοχές της θέσης, στην οποία μετεφέρθησαν, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές από τον προηγούμενο φορέα (άρθρο 2 παρ. 22 του ν. 3899/2010) (ΑΠ 447/2020).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 2 και 3 εδ α και 6 παρ. 1, 6 και 8 του ν. 2912/2001, ως είχε η παρ. 1 του άρθρου 5 προ της αντικαταστάσεώς της από το άρθρο 53 παρ. 1 του ν. 4313/2014 και η παρ. 8 του άρθρου 6 προστέθηκε και η αρχική παρ. 8 αναριθμήθηκε σε παρ. 9 με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3710/2008, αντιστοίχως, και ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 51 παρ. 3 ν. 5014/2023 ορίζεται ότι:
άρθρο 5: "1. Συνιστάται Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων, εφεξής καλούμενη "Επιτροπή" για τη διερεύνηση ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων αεροσκαφών Πολιτικής Αεροπορίας, με έδρα την Αθήνα. Η Επιτροπή έχει διοικητική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2.
Η Επιτροπή είναι λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητη από τους φορείς και υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο εναερίου κυκλοφορίας της πλοϊμότητας και λειτουργίας αεροσκαφών, της πιστοποίησης, της συντήρησης, της διεξαγωγής πτήσεων, της χορήγησης πτυχίων και αδειών ιπτάμενων μηχανικών, επιμελητών πτήσεων και ελεγκτών εναερίου κυκλοφορίας, της εκμετάλλευσης και λειτουργίας αερολιμένων και γενικά από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, του οποίου τα συμφέροντα θα μπορούσαν να έλθουν σε σύγκρουση με την αποστολή που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή. 3.
Η Επιτροπή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και τέσσερα (4) μέλη ..." και άρθρο 6: "1. Για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής, συνιστάται Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων, εφεξής καλούμενη "Μονάδα". Η Μονάδα είναι οργανωμένη σε επίπεδο Διεύθυνσης και ανήκει οργανικά στην Επιτροπή.
Διοικείται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και τον Προϊστάμενό της. [2..., 3..., 4..., 5...,] 6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Οικονομικών καθορίζονται οι αποδοχές του Προέδρου, των μελών και του Γραμματέα της Επιτροπής. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ειδική πρόσθετη αμοιβή στους υπαλλήλους της Μονάδας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι αποσπώμενοι σε αυτήν υπάλληλοι.
Ειδικότερα, οι πάσης φύσεως αμοιβές των διερευνητών δεν μπορούν να είναι κατώτερες των πάσης φύσεως αμοιβών των εξουσιοδοτημένων επιθεωρητών της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, με τα ίδια χρόνια υπηρεσίας. 7. ... 8.α. Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται ή μετατάσσονται στη Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων λαμβάνουν τις αποδοχές του Μέρους Α' του ν. 3205/2003, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και το ειδικό επίδομα της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94/Α').
β. Για τους μετατασσόμενους εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154/Α')".
Κατά δε την ανωτέρω παράγραφο 3 εδ. α του άρθρου 20 του ν. 2515/1997 "Οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι ... κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο. ...". Όπως προκύπτει από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 2912/2001, η "Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων" ανήκει στον Δημόσιο Τομέα, υπαγομένη στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, και επομένως το προσωπικό αυτής, το οποίο μετετάγη, μεταξύ των άλλων από την εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 εδ.
α' ν. 3717/2008, υπόκειται στις ρυθμίσεις των ως άνω άρθρων 7 παρ. 7 ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 ν. 3899/2010, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις (ΑΠ 447/2020), οι δε υπάλληλοι που μετατάσσονται στη Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων λαμβάνουν τις αποδοχές του Μέρους Α' του ν. 3205/2003, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και το ειδικό επίδομα της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του ν. 2912/2001 (άρθρο 6 παρ. 8α του ν. 2912/2001, η οποία παρ. 8 προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3710/2008), με τις διακρίσεις των αμέσως προηγούμενων διατάξεων ως προς τη διατήρηση ή μη των τυχόν επιπλέον τακτικών αποδοχών από τον προηγούμενο φορέα ως προσωπική διαφορά.
Κατά το Μέρος Α' του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου ..." (ΦΕΚ Α'297 23.12.2003), ρυθμίζονται στο άρθρο 2 η μισθολογική εξέλιξη υπαλλήλων, στα άρθρα 3, 4 και 5 τα μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος μισθολογικής εξέλιξης, στο άρθρο 7 οι αποδοχές των μισθολογικών κλιμακίων και στο άρθρο 20 η κατάταξη των υπαλλήλων στα Μισθολογικά κλιμάκια, ενώ σύμφωνα με τον μεταγενέστερο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο ..." (ΦΕΚ Α 226/27.10.2011), στο κεφάλαιο δεύτερο αυτού με τίτλο "σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του κράτους, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις" ορίζεται στο άρθρο 6 το σύστημα βαθμολογικής κατάταξης, στο άρθρο 7 το σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης, στο άρθρο 12 το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης, στο άρθρο 13 ο βασικός μισθός, στο άρθρο 17 η οικογενειακή παροχή και στο άρθρο 28 η κατάταξη, οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια επιλογής του υπηρετούντος προσωπικού.
Κατά δε την παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α'14/02.02.2012) "Δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Δεύτερου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011 (Α' 226) οι υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου που κατέχουν θέση ιπτάμενων χειριστών αεροσκαφών και ελικοπτέρων στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε Ν.Π.Δ.Δ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία ισχύει αναδρομικά από 1.11.2011, καθορίζονται οι αποδοχές του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου.".
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (ως δικαστήριο της παραπομπής) δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο ενάγων εργαζόταν, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε. (Ο.Α.)" με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή - κυβερνήτη ..., Στα πλαίσια του σχεδίου αποκρατικοποίησης και μεταβίβασης της Ο.Α.
σε ιδιώτες με τις διατάξεις του ν. 3717/2008 θεσπίστηκαν μέτρα προστασίας των εργαζομένων της Ο.Α., οι συμβάσεις των οποίων καταγγέλθηκαν. Την 15-12-2009, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3717/2008, η ανωτέρω εταιρία, η οποία έχει ήδη από την 2-10-2009 τεθεί, σύμφωνα με τη με αριθμό 5716/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005, κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος.
Δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 3717/2008, την 15-12-2009 ο ενάγων υπέβαλε νομότυπα αίτηση στο Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων για τη μεταφορά του, ως χειριστή αεροπλάνων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στη Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων της "Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων", η οποία (Επιτροπή) είχε συσταθεί, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 2912/2001, λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και είναι λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητη από τους φορείς και υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο εναερίου κυκλοφορίας της πλοϊμότητας και λειτουργίας αεροσκαφών, της πιστοποίησης της συντήρησης, της διεξαγωγής πτήσεων, της χορήγησης πτυχίων και αδειών ιπτάμενων μηχανικών, επιμελητών πτήσεων και ελεγκτών εναέριου κυκλοφορίας, της εκμετάλλευσης και λειτουργίας αερολιμένων και γενικά από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, του οποίου τα συμφέροντα θα μπορούσαν να έλθουν σε σύγκρουση με την αποστολή που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή (άρθρο 5 του ως άνω νόμου).
Δυνάμει της με αριθμό ΕΔΑΑΠ/1695/6-10-2010 ΚΥΑ του Υφυπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, του Υφυπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ο ενάγων μεταφέρθηκε στην ανωτέρω Μονάδα της "Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων" σε οργανική θέση χειριστών αεροπλάνων, με σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ανέλαβε υπηρεσία την 8-11-2010, ενώ την 24-11-2010 ορίστηκε διερευνητής ατυχημάτων και συμβάντων της εν λόγω μονάδας, αναλαμβάνοντας ως καθήκοντα την οργάνωση και εκπαίδευση ομάδων διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων, την παρακολούθηση και ενημέρωση σχετικά με τους κανονισμούς που διέπουν την Πολιτική Αεροπορία, τις αναλύσεις, τεχνικές έρευνες, τη συνεργασία με εσωτερικά και εξωτερικά τεχνολογικά κέντρα, τη διαχείριση του Συστήματος Αναφοράς Περιστατικών, τη συλλογή στοιχείων απαραίτητων για την διερεύνηση του αεροπορικού ατυχήματος, τη σύνταξη εκθέσεων διερευνήσεων ατυχημάτων και συστάσεων ασφαλείας, την παρακολούθηση των αναθεωρήσεων του Παραρτήματος 13 της Σύμβασης του Σικάγου και τη μέριμνα για την ενσωμάτωση τους στο εθνικό δίκαιο της χώρας, τη μέριμνα για την ενημέρωση και συμμόρφωση του Ελληνικού Αεροπορικού χώρου επί θεμάτων Ασφαλείας Πτήσεων, σύμφωνα με τις υποδείξεις των ICAO και ECAC.
Η απασχόληση του ενάγοντος ήταν πενθήμερη επί οκτάωρο ημερησίως. Την 08.11.2010, ότε και ανέλαβε ο ενάγων καθήκοντα στην Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων Ασφαλείας Πτήσεων τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 7 του ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 του ν. 3899/2010, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ δεν εφαρμοζόταν, αφού η ισχύς της ως άνω ΠΝΠ είχε παύσει ήδη από της 19ης Φεβρουαρίου 2010.
Μάλιστα σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 7 του ν. 3717/2008 "...". Ενώ, με την παρ. 2 του άρθρου 30 του ν. 3710/2008 τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2912/2001 με την προσθήκη διάταξης ως εξής: "...". Ενώ, το ειδικό επίδομα της παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 2912/2001, ορίζεται ως εξής "...". ...
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 22 του ν. 3899/2010, η οποία ισχύει από 01.01.2011, .... Περαιτέρω, με το ν. 4024/2011 εντάχθηκαν όλοι οι υπάλληλοι σε ενιαίο μισθολόγιο, με έναρξη ισχύος του την 27.10.2011. Έτσι, και σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων δικαιούται: α) Για το διάστημα από 08.11.2010 έως 31.12.2010: 1.606 ευρώ μηνιαίος μισθός για το μήνα Δεκέμβριο του 2010 {1.556 ευρώ μηνιαίος μισθός + 50 ευρώ οικογενειακή παροχή) + 1.092,08 ευρώ (64,24 ευρώ ημερομίσθιο (1.606:25) Χ 17 ημέρες για το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011} και συνολικά 2.698,08 ευρώ. Επιπλέον για το ίδιο διάστημα δικαιούται προσωπικής διαφοράς 500 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο και για τις 17 ημέρες του Νοεμβρίου δικαιούται προσωπικής διαφοράς 340 ευρώ. Ήτοι γενικό σύνολο για το διάστημα αυτό 3.538,08 ευρώ. Β) Για το διάστημα από 01.01.2011 έως 31.10.2011 δικαιούται 16.060 ευρώ (10 μήνες Χ 1.606 ευρώ μηνιαίος μισθός). Γ) Για το διάστημα από 01.11.2011 έως 30.04.2012 δικαιούται: 8.094 ευρώ {1.349 ευρώ (αποδοχές κλιμακίου ΔΕ ν. 4024/2011) Χ 6 μήνες}. Και συνολικά για τα ως άνω διαστήματα δικαιούται ακαθάριστες αποδοχές 27.692,08 ευρώ και καθαρές το ποσό των 24.331,74 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την με αρ. πρωτ. ΕΔΑΑΠ/1198/09.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων αποφασίστηκε η καταβολή στον ενάγοντα τακτικών μισθολογικών παροχών μέχρι την 31.10.2011 σύμφωνα με το ν. 3205/2003 και από την 01.11.2011 μέχρι εκδόσεως ΚΥΑ, που πρβλ. στην παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 4038/2012, σύμφωνα με το ν. 4038/2012, ενώ οι τυχόν μισθολογικές διαφορές που θα προκύψουν μετά την έκδοση της προαναφερόμενης ΚΥΑ θα γίνουν με αναδρομικό συμψηφισμό.
Έτσι, περαιτέρω όπως προκύπτει από το έγγραφο με τις κινήσεις μέσω web banking στο λογαριασμό μισθοδοσίας του ενάγοντος στην alpha bank, το οποίο προσκομίζει ο ενάγων ως σχετικό 53 κατά το διάστημα από 09.07.2012 έως 31.12.2013 έγιναν από την υπηρεσία του ενάγοντος οι εξής καταβολές: την 27.07.2012: 10.407,10 ευρώ, την 13.08.2012: 10.407,10 ευρώ, την 27.08.2012: 543,74 ευρώ, την 13.09.2012: 543,74 ευρώ, την 14.09.2012: 579,79 ευρώ, την 27.09.2012: 537,54 ευρώ, την 12.10.2012: 537,54 ευρώ και συνολικά καταβλήθηκαν 23.556,55 ευρώ, που αντιστοιχεί σε καθαρές αποδοχές. Οι δε καταβολές που έγιναν μέχρι τον 7° του έτους 2012 και απεικονίζονται στο ως άνω έγγραφο (με τις κινήσεις μέσω web banking στο λογαριασμό μισθοδοσίας του ενάγοντος στην alpha bank) αποτελούσαν τμήμα των πρoσθέτων αμοιβών του ενάγοντος, όπως προκύπτει και από το με αρ. πρωτ. ....2013 έγγραφο της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται διαφοράς το ποσό των 775,19 ευρώ.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένσταση εξόφλησης του άρθρου 416 ΑΚ, την οποία πρότεινε το εναγόμενο για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό παραδεκτά, αφού αποδεικνύεται εγγράφως, όπως εκτέθηκε παραπάνω, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 775,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του εναγομένου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη (62/2015) απόφαση, και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει αυτή ως προς το επικουρικό της αίτημα ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 775,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Α) Ως προς την από 09.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6133/684/2022 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Π.:
Λόγος αναίρεσης που στηρίζεται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋπόθεσης, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018, 175/2018, 58/2018).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων (ενάγων) με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 4 του ν. 4038/2012 κατά τις οποίες "4. Δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Δεύτερου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011 (Α' 226) οι υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου που κατέχουν θέση ιπτάμενων χειριστών αεροσκαφών και ελικοπτέρων στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία ισχύει αναδρομικά από 1.11.2011, καθορίζονται οι αποδοχές του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου", αφού δεν τις εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και, αντιθέτως, εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 4024/2011, που δεν ήταν εφαρμοστέες, διότι κατά την άνω διάταξη εξαιρούνται από την εφαρμογή τους οι χειριστές αεροσκαφών, όπως ο ίδιος.
Επίσης με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ιδία ως άνω πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2912/2001, κατά την οποία "8.α. Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται ή μετατάσσονται στη Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων λαμβάνουν τις αποδοχές του Μέρους Α' του ν. 3205/2003, όπως εκάστοτε ισχύει, καθώς και το ειδικό επίδομα της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του ν. 2912/2001 (ΦΕΚ 94/Α')" και του, αναφερόμενου στη διάταξη αυτή, ν. 3205/2003, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς ο ίδιος ως ιπτάμενος χειριστής εξαιρείτο από την εφαρμογή τους, διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν εντάχθηκε στο μισθολόγιο του ν. 3205/2003 καθόσον η ειδικότητα του χειριστή αεροπλάνων είναι άνευ εκπαιδευτικής βαθμίδας, ούτε με την απόφαση μεταφοράς του από την Ο.Α.
δεν εντασσόταν σε εκπαιδευτική βαθμίδα, ούτε σε κάποια από τις προαναφερόμενες στον νόμο 3205/2003 ειδικότητες, ούτε στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της Επιτροπής (π.δ. 59/2004) δεν γίνεται καμία αναφορά σε εκπαιδευτική βαθμίδα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά αμφότερα τα παραπάνω σκέλη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι βασίζεται επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο ισχύος των ανωτέρω διατάξεων κατείχε θέση ιπτάμενου χειριστή αεροσκαφών και ελικοπτέρων στο Δημόσιο, ενώ, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αυτός ήδη από τις 24.11.2010 και επομένως και κατά το χρόνο ισχύος της ανωτέρω διάταξης είχε οριστεί διερευνητής ατυχημάτων και συμβάντων της Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων της "Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων".
όπου είχε μεταφερθεί, και η οποία, σημειωτέον ότι είναι λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητη από τους φορείς και υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένοι, πέραν των άλλων, με τη διεξαγωγή πτήσεων. Από την ίδια δε την περιγραφή των καθηκόντων του στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται καθήκοντα που συνάδουν σε ιπτάμενο χειριστή αεροσκαφών και ελικοπτέρων.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων (ενάγων) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο υπολογίζοντας τις επιδικασθείσες αποδοχές του με τον ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και επιδίκασε κάτι που δεν έχει ζητηθεί, καθώς η ένδικη αγωγή με βάση το περιεχόμενο και τα αιτήματά της, στηρίζεται στον ν. 3717/2008 και επικουρικά στις διατάξεις του ν. 2912/2001 και όχι στον ανωτέρω ν. 4024/2011. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, βάσει της αρχής jura novit curia (ΑΠ 1742/2023, 695/2021, 597/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2022, 1/1999, ΑΠ 517/2021, 559/2020, 1259/2019, 1033/2019, 1265/2017).
Ως αιτιολογίες νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 15/2021, 138/2019, 780/2017, 120/2016).
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υπάρχουν και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 924/2024, 1139/2022). Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 1912/2022, 15/2021, 780/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι "με το ν. 4024/2011 εντάχθηκαν όλοι οι υπάλληλοι σε ενιαίο μισθολόγιο, με έναρξη ισχύος του την 27.10.2011.
Έτσι, και σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων δικαιούται...." και εν συνεχεία υπολογίζοντας τις αποδοχές σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011, με ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, η οποία δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, και η οποία συνίσταται στο ότι δεν αναφέρει ποιες διατάξεις του ν. 4024/2011 πρέπει να εφαρμοσθούν και γιατί όφειλε να αμείβεται με τις διατάξεις αυτές, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη ανεπαρκής αιτιολογία αναφέρεται στις νομικές διατάξεις που εφάρμοσε το Εφετείο, που δεν ελέγχεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ως πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι στις ουσιαστικές παραδοχές βάσει των οποίων κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "ο ενάγων δικαιούται:
Α)... Β) ... Γ) Για το διάστημα από 01.11.2011 έως 30.04.2012 δικαιούται: 8.094 ευρώ {1.349 ευρώ (αποδοχές κλιμακίου ΔΕ ν. 4024/2011) Χ 6 μήνες}" (διάστημα κατά το οποίο και μόνον εφήρμοσε τον ανωτέρω νόμο), δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 6, 7, 12, 13, 17, 28 του δευτέρου κεφαλαίου του ν. 4024/2011, με τον οποίο εντάχθηκαν όλοι οι υπάλληλοι σε ενιαίο μισθολόγιο, με έναρξη ισχύος του την 27.10.2011, οι οποίες στηρίζουν το αγωγικό αίτημα του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που επιτρεπτά επίσης επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), τις οποίες αν και δεν μνημονεύει αριθμητικά η προσβαλλόμενη απόφαση, αναλύει επαρκώς το πραγματικό τους, που πληρούται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του.
Οι ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες παραλείπει να παραθέσει η προσβαλλόμενη απόφαση, συμπληρώνονται επιτρεπτά από το Δικαστήριο τούτο κατ' άρθρ. 578 ΚΠολΔ.
Λόγος αναίρεσης που στηρίζεται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋπόθεσης, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 191/2024, 1366/2023, 982/2022, 1081/2018, 175/2018, 58/2018).
Εξάλλου, αν η αγωγή στηρίζεται επικουρικώς σε περισσότερες βάσεις (άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ) και το δικαστήριο αποφανθεί επί της κυρίας βάσης, δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθεί με τις επικουρικές (ΑΠ 548/2000).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 6 και 35 του ν. 2912/2001 και της, κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδοθείσας, ΚΥΑ Αριθ. 2/65093/0022, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ, κατ' αυτόν, ήταν εφαρμοστέες, καθώς ρυθμίζουν τις αποδοχές της θέσης στην οποία μεταφέρθηκε ως ιπτάμενος χειριστής - διερευνητής και έτσι απέρριψε την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής και επικουρικά, ισχυρίζεται ότι, έπρεπε να επιδικάσει τις αναφερόμενες σ' αυτή αποδοχές ως ειθισμένο μισθό κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής την οποία δεν εξέτασε παρά το ότι όφειλε να εξετάσει.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης: α) ως προς μεν την αιτίαση της ευθείας παράβασης των αναφερόμενων διατάξεων -εκ των οποίων σημειωτέον ότι με την επικαλουμένη ανωτέρω ΚΥΑ καθορίζονται, μεταξύ των άλλων, οι μηνιαίες αποδοχές των χειριστών αεροπλάνων και χειριστών ελικοπτέρων που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας,- βασίζεται επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι ο αναιρεσείων, κατά τον εν λόγω χρόνο, κατείχε θέση ιπτάμενου χειριστή αεροσκαφών και ελικοπτέρων στο Δημόσιο, ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ήταν διερευνητής ατυχημάτων και συμβάντων της Μονάδας Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων της "Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων", όπως ειδικότερα αναφέρεται ανωτέρω κατά την απόρριψη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, β) ως προς δε την αιτίαση της μη εξέτασης της δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής εκ του ειθισμένου μισθού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο δεν όφειλε να εξετάσει τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής (αποδοχές ως ειθισμένο μισθό), που ασκήθηκε με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας και πρώτης επικουρικής βάσης αυτής, αφού έγιναν δεκτές (έστω και εν μέρει) οι προγενέστερες βάσεις αυτής και επομένως δεν πληρώθηκε η ανωτέρω αίρεση, ενώ η αναφορά στον λόγο αυτόν αναίρεσης ότι απορρίφθηκαν αυτές (προγενέστερες βάσεις) βασίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως.
Για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΑΠ 1056/2022, 988/2021, 799/2020). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν (ΑΠ 892/2019, 799/2020, 745/2019). Η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 2007/2022, 1056/2022, 988/2021).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε ότι όταν στο εδ. 3 της παρ. 6 του άρθρου 6 του ν. 2912/2001 αναφέρεται ότι "οι πάσης φύσεως αμοιβές" των διερευνητών εξομοιώνονται με αυτές των επιθεωρητών της ΥΠΑ.
εννοεί τις πρόσθετες αμοιβές και όχι στο σύνολο των αποδοχών των διερευνητών, ενώ, αν ορθώς έκρινε θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι σαφώς εννοεί το σύνολο των αποδοχών των διερευνητών εξομοιώνονται με αυτές των επιθεωρητών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς μεν την αιτίαση που αφορά την παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού, έστω κι αν αυτή περιέχεται εντός των ουσιαστικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, και περαιτέρω δεν αναφέρεται στον λόγο αυτόν αν η ερμηνεία αυτή επέδρασε στο διατακτικό της απόφασης, ως προς δε την αιτίαση που αφορά την παραβίαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος διότι δεν εξειδικεύεται το αποδιδόμενο στην αναιρεσιβάλλόμενη απόφαση σφάλμα και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπαρκής αιτιολογία και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού, ενώ γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, κατ' εκτίμηση αυτού, ο αναιρεσείων, επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν εφαρμόζονται και άρα δεν υφίσταται νομικό πλαίσιο που να ρυθμίζει τις αποδοχές του, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο αφενός δεν εξέτασε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής περί συνηθισμένου (ειθισμένου) μισθού [όπως αυτός αναφέρεται στην πρώτη επικουρική βάση της αγωγής (βάσει του ν. 2912/2001 σε συνδυασμό με την ΚΥΑ 2/65093/0022, με την οποία ορίζονται οι αποδοχές των χειριστών αεροπλάνων και ελικοπτέρων που απασχολούνται αποκλειστικώς, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας) και τις αρχές της ισότητας, καθώς ασκεί την ίδια εργασία, με την ίδια ειδικότητα του διερευνητή και με τις ίδιες συνθήκες εργασίας], αφετέρου άφησε την αγωγή του αδίκαστη ως προς τη βάση αυτή (αφού απέρριψε την πρώτη επικουρική βάση) και χωρίς καμία αιτιολογία.
Η έρευνα του λόγου αυτού αναίρεσης (ως προς όλες τις αιτιάσεις του) παρέλκει, ενόψει του ότι αυτός ασκείται επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν υφίσταται νομικό πλαίσιο που να ρυθμίζει τις αποδοχές του, ενώ τέτοια κρίση δεν διατυπώθηκε από το Εφετείο, αλλ' αντιθέτως διαγράφηκε το νομικό πλαίσιο ρύθμισης της αμοιβής του (όπως ανωτέρω αναφέρεται), ενώ η αναφορά στο λόγο αυτόν ότι απορρίφθηκε η πρώτη επικουρική βάση βασίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης.
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως μη νόμιμη την αγωγή και δεν ερεύνησε τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της τρίτης επικουρικής βάσης (αυτήν του αδικαιολογήτου πλουτισμού) περιστατικά, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 9 και 19 ΚΠολΔ, Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι βασίζεται επί της αναληθούς προϋπόθεσης ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ενώ την έκανε εν μέρει δεκτή. Ανεξαρτήτως δε τούτων η βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης και της κατ' αυτής έφεσης του εναγομένου, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμη και ως προς το κεφάλαιο της αυτό δεν ασκήθηκε έφεση και συνεπώς αυτό απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, μη δυνάμενο να κριθεί εκ νέου από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσης αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών έγγραφων στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για την κάθε μία αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών (ΑΠ 701/2023, 1241/2020, 123/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Πράγμα υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 219/2023, 924/2021, 1462/2019, 248/2019). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε (ρητά) για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), αλλά και αν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 257/2023, 1627/2022, 297/2019, 545/2019).
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, πέραν των άλλων, η απόδειξη που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προσκομισθεί (ΑΠ 1665/1018).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια των αριθμών 8 και 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο αφενός δεν εξέτασε τον ισχυρισμό του ότι η, προταθείσα από το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσίβλητο) το πρώτον στο Εφετείο ένσταση μερικής εξόφλησης είναι αόριστη, καθόσον δεν προσδιορίζονται με λεπτομέρεια και σαφήνεια οι μηνιαίες αποδοχές του και πότε τα αναφερόμενα ως καταβληθέντα ποσά καταβλήθηκαν και σε ποιες αποδοχές αντιστοιχούν οι καταβολές αυτές και αφετέρου έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν, καθώς η κατά μήνα ανάλυση των αποδοχών του δεν αποδεικνύεται (ούτε από τις βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσίβλητο - εκκαλούν ούτε από άλλο έγγραφο).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζητούσε με την αγωγή του την επιδίκαση δεδουλευμένων μισθών από 08.11.2010 έως 07.08.2011 και μισθών υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας από 08.08.2011 έως 30.04.2012. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή. Κατά της εν λόγω απόφασης το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 25.02.2015 έφεση, με την οποία προέβαλε το πρώτον δια του εφετηρίου, παραδεκτώς όπως κρίθηκε με την 447/2020 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ένσταση μερικής εξόφλησης της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου ως προς το ποσό των 48.463,41 ευρώ, επικαλούμενο ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού προέκυπτε από τις προσκομισθείσες από 31.01.2012 και 31.12.2013 βεβαιώσεις αποδοχών της ΕΔΑΑΠ.
Ειδικότερα σύμφωνα με τη διατύπωση της ένστασης του εναγομένου "στον αντίδικο έχει καταβληθεί το συνολικό ποσό των 48.463,41 ευρώ, που αναλύεται ως ακολούθως: α) για το χρονικό διάστημα από 8-11-2010 έως 31-12-2010 το ποσό των 2.668,93 ευρώ (καθαρό ποσό 2.241,90 ευρώ πλέον ασφαλιστικών κρατήσεων ΙΚΑ ποσού 427,03 ευρώ), επί του οποίου παρακρατήθηκε φόρος 448,38 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011 το ποσό των 11.635,40 ευρώ (καθαρό ποσό 9.754,33 ευρώ πλέον ασφαλιστικών κρατήσεων του ΙΚΑ ποσού 1.881,07 ευρώ), επί του οποίου παρακρατήθηκε φόρος 1.950,87 ευρώ και γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012 το ποσό των 34.159,08 ευρώ (καθαρό ποσό 27.643,56 ευρώ πλέον ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ και λοιπών ταμείων συνολικού ποσού 6.515,52 ευρώ), επί του οποίου παρακρατήθηκε φόρος 3.818,59 ευρώ και εισφορά ν. 3986/2011 268,34 ευρώ.
Συνεπώς, από το συνολικά επιδικασθέν ποσό των 139.757,58 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένους μισθούς χρονικού διαστήματος από 8-11-2010 έως 7-8-2011 και μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 8-8-2011 έως 30-4-2012 θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να αφαιρεθεί το ως άνω συνολικά ήδη καταβληθέν ποσό των 48.463,41 ευρώ, κατ' αποδοχή του σχετικού προταθέντος ισχυρισμού μας".
Με τις από 02.02.2021 προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο (ως δικαστήριο της παραπομπής), ο τότε εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων (ενάγων) προέβαλε αοριστία της ως άνω ένστασης, διότι δεν εκτίθεντο οι μηνιαίες αποδοχές του και πότε τα αναφερόμενα ως καταβληθέντα ποσά καταβλήθηκαν. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και αφού δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται ως δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας:
Α) Για το διάστημα από 08.11.2010 έως 31.12.2010: (1.556 ευρώ μηνιαίος μισθός + 50 ευρώ οικογενειακή παροχή =) 1.606 ευρώ μηνιαίος μισθός για το μήνα Δεκέμβριο του 2010 + [(1.606 : 25 =) 64,24 ευρώ ημερομίσθιο Χ 17 ημέρες=] 1.092,08 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 και συνολικά 2.698,08 ευρώ και επιπλέον για το ίδιο διάστημα προσωπική διαφορά 500 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο και για τις 17 ημέρες του Νοεμβρίου 340 ευρώ.
Ήτοι γενικό σύνολο για το διάστημα αυτό 3.538,08 ευρώ. Β) Για το διάστημα από 01.01.2011 έως 31.10.2011 16.060 ευρώ (10 μήνες Χ 1.606 ευρώ μηνιαίος μισθός) και Γ) Για το διάστημα από 01.11.2011 έως 30.04.2012 8.094 ευρώ {1.349 ευρώ (αποδοχές κλιμακίου ΔΕ ν. 4024/2011) Χ 6 μήνες}. Και συνολικά για τα ως άνω διαστήματα δικαιούται ακαθάριστες αποδοχές 27.692,08 ευρώ και καθαρές το ποσό των 24.331,74 ευρώ, δέχτηκε περαιτέρω, ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση εξόφλησης που πρότεινε το αναιρεσίβλητο με την έφεσή του, δεχόμενο ότι: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την με αρ.
πρωτ. ΕΔΑΑΠ/1198/09.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων αποφασίστηκε η καταβολή στον ενάγοντα τακτικών μισθολογικών παροχών μέχρι την 31.10.2011 σύμφωνα με το ν. 3205/2003 και από την 01.11.2011 μέχρι εκδόσεως ΚΥΑ, που πρβλ. στην παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 4038/2012, σύμφωνα με το ν. 4038/2012, ενώ οι τυχόν μισθολογικές διαφορές που θα προκύψουν μετά την έκδοση της προαναφερόμενης ΚΥΑ θα γίνουν με αναδρομικό συμψηφισμό.
Έτσι, περαιτέρω όπως προκύπτει από το έγγραφο με τις κινήσεις μέσω web banking στο λογαριασμό μισθοδοσίας του ενάγοντος στην alpha bank, το οποίο προσκομίζει ο ενάγων ως σχετικό 53 κατά το διάστημα από 09.07.2012 έως 31.12.2013 έγιναν από την υπηρεσία του ενάγοντος οι εξής καταβολές: την 27.07.2012: 10.407,10 ευρώ, την 13.08.2012: 10.407,10 ευρώ, την 27.08.2012: 543,74 ευρώ, την 13.09.2012: 543,74 ευρώ, την 14.09.2012: 579,79 ευρώ, την 27.09.2012: 537,54 ευρώ, την 12.10.2012: 537,54 ευρώ και συνολικά καταβλήθηκαν 23.556,55 ευρώ, που αντιστοιχεί σε καθαρές αποδοχές. Οι δε καταβολές που έγιναν μέχρι τον 7° του έτους 2012 και απεικονίζονται στο ως άνω έγγραφο (με τις κινήσεις μέσω web banking στο λογαριασμό μισθοδοσίας του ενάγοντος στην alpha bank) αποτελούσαν τμήμα των πρoσθέτων αμοιβών του ενάγοντος, όπως προκύπτει και από το με αρ. πρωτ. ....2013 έγγραφο της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ενάγων δικαιούται διαφοράς το ποσό των 775,19 ευρώ", ενώ απέρριψε σιωπηρά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της ένστασης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω και εκ του περιεχομένου της απόφασης συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης καθώς το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τις αιτιάσεις περί αοριστίας της ένστασης.
Σε κάθε όμως περίπτωση αν ήθελε θεωρηθεί ότι με τον ανωτέρω λόγο προβάλλεται η εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο με το να μη κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ανωτέρω ένσταση εξόφλησης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ένσταση αυτή μερικής εξόφλησης, υπό την παραπάνω διατύπωσή της, ήταν επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιείχε όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία και τούτο διότι επρόκειτο για μία και μόνη απαίτηση, αποτελούμενη από ισόποσους (κατά περιόδους) μισθούς (δεδουλευμένους και υπερημερίας) και προσδιορίζονταν σ' αυτή το ποσό και η αιτία της καταβολής.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος εκ του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν, διότι, όπως ισχυρίζεται, η κατά μήνα ανάλυση των αποδοχών του δεν αποδεικνύεται (ούτε από τις βεβαιώσεις που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσίβλητο - εκκαλούν ούτε από άλλο έγγραφο), είναι αόριστη, ενόψει του ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προσκομιστούν.
Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ καθώς υπό την επίφαση συνδρομής του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1366/2023, 1964/2022, 176/2019, 1081/2018).
Ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια των αριθμών 8, 19, 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του ότι οι αποδοχές που καταβλήθηκαν από το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από τον μήνα 5ο έως 10ο του έτους 2012 (καθαρό μηνιαίο ποσό 741,14 ευρώ Χ 6 μήνες = 4.446,84 ευρώ) δεν ήταν επίδικες αλλά αφορούσαν μεταγενέστερο της αγωγής χρονικό διάστημα, καθώς η αγωγή αφορούσε αποδοχές έως 30.04.2012, και επομένως δεν μπορούσαν να προταθούν σε εξόφληση, ισχυρισμό τον οποίο εξάλλου απέρριψε σιωπηρώς και χωρίς καμία αιτιολογία και ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από τον ίδιο αναφερόμενα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων άλλως παραμόρφωσε και υπολόγισε, όπως ισχυρίζεται, εσφαλμένως τις καθαρές αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 08.11.2010 έως 30.04.2012 συνολικά στο ποσό των 24.331.74 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι οι καταβολές που δέχτηκε το Εφετείο ότι πραγματοποιήθηκαν, στα πλαίσια της ένστασης εξόφλησης, αφορούσαν και μεταγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα και έτσι απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τη σχετική αιτίαση ότι μέρος των καταβολών αφορούσαν μεταγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα και δη τον μήνα 5ο έως 10ο του έτους 2012 και επομένως δεν μπορούσαν να προταθούν σε εξόφληση.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλην άλλων (ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου) και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, (...), χωρίς ωστόσο, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και, ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".
Από τη βεβαίωση, αυτή σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την ένσταση εξόφλησης (αν και διαφορετικού σε σχέση με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων) και τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγησή τους και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ.
γ ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, ενώ, περαιτέρω, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραμόρφωση των εγγράφων αυτών και, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η, από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Ο αναιρεσείων με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες των αριθμών 8, 9, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο α) επιδικάζει καθαρές αποδοχές, χωρίς καμία αιτιολογία, αν και το αγωγικό αίτημα αφορά σε μικτές αποδοχές, β) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι οι ασφαλιστικές εισφορές δεν έχουν αποδοθεί από το εναγόμενο στον ΕΦΚΑ και άφησε την αίτησή του αδίκαστη ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές γ) δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα πρωτοδίκως, σε δεύτερο βαθμό αλλά και στο Δικαστήριο της παραπομπής έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του αυτοί και δ) αφαιρεί τις καταβολές που πραγματοποιήθηκαν από το εναγόμενο από τις καθαρές αποδοχές που υπολόγισε, με τρόπο που δεν προκύπτει ποιες ακριβώς είναι και πως κατέληξε σε αυτόν τον υπολογισμό, άρα με ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν αδύνατο τον έλεγχο της ορθότητας των υπολογισμών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το παραπάνω σκέλος τους, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος ενόψει του ότι το Εφετείο: α) από τις καθαρές αποδοχές που δέχτηκε ότι οφείλονται στον ενάγοντα αφαιρεί καθαρές αποδοχές που δέχτηκε ότι καταβλήθηκαν και επιδικάζει υπόλοιπο καθαρών αποδοχών (ΑΠ 948/2024, 1749/2022), β) δεν υπήρχε αίτηση επιδίκασης ασφαλιστικών εισφορών ώστε το Εφετείο να αποφανθεί επ' αυτής.
Ισχυρισμός δε ότι οι ασφαλιστικές εισφορές δεν έχουν αποδοθεί από το εναγόμενο στον ΕΦΚΑ δεν ασκούσε καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης και γ) κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της τελικής οφειλής με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ καθώς υπό την επίφαση συνδρομής του ανωτέρω αναιρετικού λόγου υπό όλες του τις αιτιάσεις πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1366/2023, 1964/2022, 176/2019, 1081/2018).
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (Α) του Δ. Π. πρέπει να απορριφθεί.
Β) Ως προς την από 20.02.2023 και με αριθμό κατάθεσης 2528/246/2023 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου:
Στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου, που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ειδικότερα επιδίκαση περισσότερο του αιτηθέντος συντρέχει και στην περίπτωση που, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει σαν να ήταν καταψηφιστική (ΑΠ 1153/2024, 1406/2021, 1013/2013), οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος με το οποίο το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καταψήφιση (ΟλΑΠ 9/2002, ΑΠ 1153/2024, 1406/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος, καθότι, με διάταξή της, το υποχρέωσε να καταβάλει το επιδικασθέν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στην σχετική αναίρεση (Β) ποσό, παρόλο που ο τελευταίος κατά τη συζήτηση της αγωγής του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), είχε περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό στο σύνολό του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμόν 62/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (πρωτόδικη) ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του στο ακροατήριο, αλλά και με τις προτάσεις του, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του εξολοκλήρου σε έντοκο αναγνωριστικό.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να διαλάβει στο διατακτικό της απόφασής του διάταξη με την οποία υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν ποσό (των 775,19 ευρώ) αντί να περιορισθεί στην αναγνώριση μόνο της υποχρέωσης καταβολής του, επιδίκασε περισσότερο του αιτηθέντος, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που προέβη στην καταψήφιση του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού, να κρατηθεί δε η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεν υπάρχει δε δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της απόφασης αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης απόφασης (ΑΠ 683/2024, 414/2022).
Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης διότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων ενεφάνιζε ιδιαίτερη δυσχέρεια (άρθρα 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την, από 09.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6133/684/2022, αίτηση αναίρεσης του Δ. Π. και την, από 20.02.2023 και με αριθμό κατάθεσης 2528/246/2023, αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.)" κατά της 1629/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ Α) την από 09.06.2022 και με αριθμό κατάθεσης 6133/684/2022 αίτηση αναίρεσης του Δ. Π. και Β) την από 20.02.2023 και με αριθμό κατάθεσης 2528/246/2023 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκείται από την αυτοτελή δημόσια υπηρεσία με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (Ε.Ο.Δ.Α.Σ.Α.Α.Μ.)".
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 20.02.2023 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκείται από το Ελληνικό Δημόσιο.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1629/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την καταψηφιστική της διάταξη.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της ουσίας κατά το αναιρούμενο μέρος.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των επτακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (775,19 €), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ