Legislator Case Law & Legislation
1592/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt collection judgment due to creditor's failure to properly summon absent debtor.

Case Number 1592/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by the Debt Collection Fund against a final judgment in its favor. The debtor was absent from the hearing without a valid power of attorney or declaration, and the creditor failed to prove proper legal summons. Consequently, the Court set aside the lower court's decision and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 573, 576 of the Code of Civil Procedure; In civil proceedings, if a party is absent without valid representation and the opposing party fails to prove lawful and timely summons, the appeal is admissible and the lower judgment is set aside for retrial.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Proper Summons Debt Collection Remand for Retrial Absent Party Legal Representation

Cited Legislation

AI generated
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 1026/2025
Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on bankruptcy capacity and evidence assessment.
AP 841/2025
Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring, ruling original payment method via salary deduction remains valid.
AP 509/2025
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding mandatory joint liability of creditors in debt restructuring cases.
AP 171/2025
Supreme Court dismisses appeal claiming breach of common sense regarding economic conditions and loan terms.
AP 142/2025
Supreme Court dismisses appeal against consumer loan contract validity, upholding lower court's finding of no fraud.
AP 1784/2023
Supreme Court allows appeal against social security debt ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1379/2019
Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.
AP 1208/2017
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient reasoning on insolvency grounds.
AP 166/2022
Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to insufficient evidence of insolvency under Law 3869/2010.
AP 1050/2021
Supreme Court partially allows appeal, overturning lower court's order for the Fund to pay litigation costs.
AP 552/2020
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1427/2024
Supreme Court allows appeal against peace court decision for insufficient reasoning on property valuation.
AP 1335/2024
Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment, remanding case for retrial with different judge.
AP 1233/2024
Supreme Court allows appeal against single judge's decision to stop wage garnishment due to insolvency.
AP 224/2025
Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring request due to incomplete application facts.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1592 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1592/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη, από 11-3-2022, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-3-2025), με αριθμό πινακίου 5, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την ως άνω δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτόν έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., διαδικασία η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστη δε νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον.

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, Ε. Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας αυτού, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ανδριανής Κατσαρού, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία του.

Η κρινόμενη, από 11-3-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/11-3-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 20/2020 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για την ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσπρωτίας την από 25-2-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31/10-3-2014) αίτηση για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ζήτησε την ρύθμιση των οφειλών του. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 175/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής το καθού η αίτηση άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, την από 28-2-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/1-3-2018) έφεσή του, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 25-2-2014 αίτηση του αναιρεσιβλήτου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσπρωτίας κατατέθηκε στις 10-3-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής".

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τον Ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ασχέτως αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενεστέρως, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται, κατά βάση, με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, από το ένα μέρος, τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και, ιδίως, από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) εγγάμου συμβιώσεως και, από το άλλο μέρος, οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).

Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στην σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του) (Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1233/2024, Α.Π. 1072/2024, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025). Επιπλέον, από την διατύπωση της παραγράφου 1, εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Στην περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024).

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 20/2020, απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εφεσίβλητος αιτών, που γεννήθηκε το έτος 1960, είναι έγγαμος με την Χ.

Μ. με την οποία απέκτησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους τέσσερα τέκνα. Κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής του είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί από τη θέση του διοικητικού υπαλλήλου του Δήμου Ηγουμενίτσας με ημερομηνία αποχώρησης την 16.10.2013 λαμβάνοντας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησής του μηνιαία σύνταξη ποσού 679,00 ευρώ.

Η σύζυγός του από 13.11.2007 έως και 28.03.2012 είχε ως κύρια δραστηριότητα την παροχή αστρολογικών και πνευματιστικών υπηρεσιών με έδρα την Ηγουμενίτσα, ενώ το ετήσιο εισόδημά της ανήλθε ενδεικτικά το έτος 2011 στο ποσό των 2.091,71 ευρώ. Παράλληλα, είχε εισόδημα από την εκμίσθωση ακινήτων που ανερχόταν στο ποσό των 800,00 περίπου ευρώ μηνιαίως και πέραν τούτου λάμβανε και επίδομα τέκνων, που ανερχόταν στο ποσό των 2.118,90 ευρώ ετησίως.

Από 28.03.2012 ωστόσο διέκοψε την ως άνω δραστηριότητά της ως μελλοντολόγος, ενώ το Ιανουάριο του 2013 διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού και υποβλήθηκε σε ογκεκτομή και λεμφαδενικό καθαρισμό, ενώ παράλληλα πάσχει και από συναισθηματική διαταραχή, λόγω δε της ασθένειάς της, κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 75% και δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας ποσού 313,00 ευρώ μηνιαίως.

Περαιτέρω λάμβανε από την εκμίσθωση του καταστήματος της ποσό 250,00 ευρώ μηνιαία. Επομένως, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 1233 ευρώ, χωρίς να είχε ο αιτών οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος. Επίσης, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα αποδείχτηκε ότι ο εφεσίβλητος αιτών έχει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του τα παρακάτω ακίνητα:

α) Ένα διαμέρισμα με στοιχεία Α1 της πλήρους κυριότητάς του, στον α' πάνω από το ισόγειο όροφο οικοδομής, εμβαδού 113,91 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 408,35/1000, που αντιστοιχεί σε μέτρα τετραγωνικά στο οικόπεδο 148,96 και συνορεύει περιμετρικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, με κλιμακοστάσιο, με οικόπεδο και πέραν αυτού με δημοτικές οδούς, το έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου με ΚΩΔΙΔ 030408, εμβαδού 364,79 τ.μ., που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης της Ηγουμενίτσας, στην θέση ΕΛΒΕΤΙΑ, στην 3η πολεοδομική ενότητα, στο ο.τ. 33/05 και συνορεύει περιμετρικά με δημοτικούς δρόμους και οικόπεδα, β) Το δικαίωμα υψούν ή κατά πλάτος επέκτασης της οικοδομής.

Προς τον σκοπό αυτό παρακράτησε 293,36/1000 που αντιστοιχούν σε 107,02 τ.μ. στο οικόπεδο, γ) Το με στοιχεία 12 κλειστό γκαράζ, εμβαδού 44,90 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 48,29/1000. Το ανωτέρω διαμέρισμα μετά του παρακολουθήματος του (γκαράζ) ανεγέρθηκε το έτος 2.004 και αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος, έχει δε αντικειμενική αξία 93.702,99 ευρώ (- 64.586,97 η αξία του διαμερίσματος, 15.931,48 η αξία του γκαράζ και 13.184,54 η αξία του οικοπέδου κατά την προσκομ.

πράξη προσδιορισμού φόρου ακίνητης περιουσίας έτους 2010 και τα φύλλα υπολογισμού αντικειμ. αξίας). Τέλος, ο αιτών έχει την νομή σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 1.300 τ.μ. εντός του οικισμού Γραικοχωρίου Ηγουμενίτσας. Άλλα περιουσιακά στοιχεία (καταθέσεις, κινητά αξιών, μετοχές, μερίσματα, απαιτήσεις από τρίτο κ.α.) δεν έχει ο αιτών, ενώ η σύζυγός του έχει στην κυριότητά της υπό στοιχεία Κ2 κατάστημα, επιφάνειας 71,50 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 144/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εντός σχεδίου πόλης Ηγουμενίτσας, στη θέση "Παλαιό Φρούριο", στο με αριθμό 6 ο.τ.

και επί της οδού ..., με συνολική έκταση 204,50 τ.μ. Εκτός από την παραπάνω ακίνητη περιουσία, στη σύζυγο του αιτούντος ανήκει και το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, 1.360 κ.εκ., με πρώτη άδεια κυκλοφορίας το 2003. Ωστόσο, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εκποίηση καθόσον δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον ούτε να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση του εκκαλούντος πιστωτή του αιτούντος, λαμβανομένων υπ' όψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησής τους (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κλπ.).

Πέραν τούτων, άλλο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο αιτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών έλαβε από το εκκαλούν στεγαστικό δάνειο ποσού 150.000 ευρώ, για το οποίο κατέβαλε μηνιαία ποσό 741,13 ευρώ που παρακρατούνταν από το μισθό του και μετά από υπαγωγή του σε ρύθμιση διάρκειας πέντε ετών, από 01.09.2013, μετά την έγκριση αίτησής του για μερική καταβολή δόσης, παρακρατούνταν πλέον το ποσό των 431,52 ευρώ.

Από την παράθεση των ως άνω δεδομένων, προκύπτει ότι το εισόδημα του αιτούντος δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις προς το εκκαλούν, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αίτησή του για ρύθμιση και την αποδοχή αυτής με μερική καταβολή της δόσης, με αποτέλεσμα να περιέλθει χωρίς υπαιτιότητά του σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, καθώς αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, εφόσον κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε.

Αδυναμία, άλλωστε, συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός, αλλά και άλλοι παράγοντες όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κλπ, στοιχεία που εν πολλοίς συνέτρεχαν και στην προκειμένη περίπτωση.

Η αδυναμία του δε είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο εισόδημά του ο αιτών αδυνατεί να καλύψει τη δανειακή υποχρέωσή του και τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του.

Περαιτέρω, η αδυναμία του είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του εισοδήματος του κατά το προσεχές μέλλον. Επομένως τα όσα επικαλείται με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθώς ο αιτών είχε ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση και η οφειλή του προς αυτό είχε καταστεί πλασματικά ληξιπρόθεσμη με την κοινοποίηση της αίτησης σε αυτό, παρά το γεγονός ότι ο αιτών δεν είχε καταστεί υπερήμερος πραγματικά αφού το ποσό της δόσης του παρακρατούνταν από τη μηνιαία σύνταξή του.

Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι βαρύνεται με οιουδήποτε είδους δόλο σχετικά την ανάληψη των χρεών του, ... Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών με πράξεις ή παραλείψεις του επεδίωξε την αδυναμία πληρωμών του ή προέβλεψε μεν ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, αλλά εντούτοις δεν άλλαξε συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα.

Επίσης, σαφώς προέκυψε ότι η αλλαγή των προβλέψεων του αιτούντος οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, και δη στην σοβαρή επιδείνωση της υγείας της συζύγου του και τη συνεπεία αυτής ανικανότητά της για εργασία, που αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει σε χρόνο μεταγενέστερο της σύναψης της δανειακής του σύμβασης και η συνεπεία αυτής σημαντική μείωση του οικογενειακού εισοδήματος τους, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους ζωής, αποτέλεσαν τις βασικές αιτίες της αδυναμίας του να εξυπηρετήσει τα χρέη του.

Το εισόδημά του δεν εμφανίζει προοπτική βελτίωσης λαμβανομένης υπόψη της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και της ηλικίας του. Μετά τις παραδοχές αυτές, κρίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία του δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση της πιστώτριάς του, ενώ αυτή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση των διατάξεων του ν. 3869/2010...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο (εκτός των άλλων λόγων εφέσεως που δεν αποτελούν αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης) τον λόγο εφέσεως περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος της προϋποθέσεως της μόνιμης ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμής των χρεών του, που είχε προτείνει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει με την έφεσή του το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., στην συνέχεια, δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 28-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 10/1-3-2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

κατά της εκκαλούμενης, υπ' αριθμ. 175/2016, οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσπρωτίας. Ήδη με τον μοναδικό λόγο της της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι χωρίς καμία, άλλως, ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του αιτούντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) ότι αυτός περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, απέρριψε δε τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τον οποίον αυτό ως εκκαλούν παραδεκτώς επανέφερε με την έφεσή του, με τον οποίο υποστήριζε ότι αυτός (αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος) δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρεών του.

Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο, διότι, ενώ προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος των ετησίων εισοδημάτων του αιτούντος το έτος 2019, ωστόσο δεν προσδιορίζονται τα καθαρά εισοδήματα και το ύψος των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και της οικογενείας του.

Κρίνοντας έτσι, το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με επακόλουθο να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζονται τα καθαρά ετήσια οικογενειακά εισοδήματά του και το ύψος των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογενείας του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα), που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και της οικογενείας του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για την μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 166/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 552/2020).

Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχήν, ως βασίμου, του ως άνω (μοναδικού) λόγου της, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 841/2025, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1233/2024). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1026/2025, Α.Π. 841/2025, Α.Π. 509/2025, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 20/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.

Και Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ