Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring, ruling original payment method via salary deduction remains valid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a debt restructuring fund against a judgment ordering salary deductions for debt repayment. The appellant argued the court erred in rejecting a claim that the original salary deduction method should be abandoned, contending the First Instance Court incorrectly ruled that the debt must be restructured without this specific payment mechanism. The court held that the First Instance Court correctly applied the law to reduce the monthly installment amount while maintaining the original salary deduction method, as the legal framework allows for both the method and the amount to be adjusted independently.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(2) and 9(2) of Law 3869/2010; The Supreme Court ruled that the First Instance Court correctly applied the law to reduce the monthly installment amount while maintaining the original salary deduction method, as the legal framework allows for both the method and the amount to be adjusted independently.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε - συμπλήρωσε τα πλήρη στοιχεία της 4ης αναιρεσίβλητης ("ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"), που εκ παραδρομής δεν αναγράφηκαν στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ)" (πρώην "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ), εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μπατσούλη, το 5ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2017 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 258/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 5ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 18-11-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/21-11-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 258/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, η οποία εκδικάσθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με τις επωνυμίες "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", αντιστοίχως.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτώς και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 707/2024) και εφόσον, περαιτέρω, ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 509/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).
Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στην δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν, όμως, αυτός κλητεύθηκε νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανισθεί στην συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (Α.Π. 509/2025, Α.Π. 456/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025). Τέλος, στην δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρον 76 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 509/2025, Α.Π. 175/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη, από 18-11-2022, αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 258/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-12-2024), με αριθμό πινακίου 36, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την ως άνω δικάσιμο, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκαν γι' αυτές έγγραφες δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον και η πρώτη και το πέμπτο των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας αυτού, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Ανδριανής Κατσαρού, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις προαναφερθείσες δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 19-6-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 76/20-6-2017) αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθών η αίτηση πιστωτές της, ζήτησε την ρύθμισή τους από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 215/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας με μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές της, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και επέβαλε την υποχρέωση σε αυτήν να καταβάλει, για την διάσωση αυτής, επί 15 χρόνια, το συνολικό ποσό των 33.300 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το εκ των καθών η αίτηση "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, την από 15-7-2020 έφεσή του, με την οποία, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να απορριφθεί η αίτηση.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε αυτήν τυπικώς και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με τον Ν. 3869/2010 δόθηκε η δυνατότητα σε υπερχρεωμένους πολίτες, που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους, να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους και να απαλλαγούν από αυτά, εφόσον εξυπηρετήσουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με βάση το εισόδημά τους, ένα μέρος των χρεών τους και ρευστοποιηθεί η περιουσία τους, πλην της κύριας κατοικίας τους, για την διάσωση της οποίας, επίσης, πρέπει να καταβληθεί σημαντικό τίμημα, που προσεγγίζει την πραγματική της αξία.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου: "Η δυνατότητα της ρύθμισης, για το φυσικό πρόσωπο, των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος.
Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Η εν λόγω διαδικασία διαφέρει από την πτώχευση των εμπόρων όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό".
Ενόψει τούτων, οι διατάξεις του Ν. 3869/2010 θεσπίσθηκαν για την προστασία του κοινωνικού και, κατ' επέκτασιν, του δημοσίου συμφέροντος και, κατ' αρχήν, συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο (άρθρο 3 του Α.Κ. - Α.Π. 549/2023, Α.Π. 658/2022). Η δυνατότητα πιστωτών και οφειλέτη να διευθετήσουν την διαφορά τους στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας επιτρέπεται υπό τους ορισμούς του ίδιου νόμου (προδικαστικός συμβιβασμός, κατ' άρθρον 2 και δικαστικός συμβιβασμός, κατ' άρθρον 7 του Ν. 3869/2010), ενώ, επί μη επιτεύξεως συμφωνίας, ακολουθεί το στάδιο της δικαστικής ρυθμίσεως των οφειλών.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14-8-2015) και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Συμβάσεως Χρηματοδοτικής Διευκολύνσεως της παραγράφου Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 20-6-2017, της ένδικης, από 19-11-2017, αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "1.
Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για την ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης, να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά την στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη, πιο πάνω, προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικώς με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν, εκ του νόμου, δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν πρέπει να ενταχθεί κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται. Κατά το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεώς του. Προϋπόθεση δηλ. για να αξιώσει διατροφή από τους γονείς του το ενήλικο τέκνο είναι η απορία του και, συγκεκριμένα, η έλλειψη επαρκών περιουσιακών στοιχείων ή η αδυναμία του να μετέλθει κατάλληλη εργασία. Ως εκ τούτου, το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντιθέτως, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας (Α.Π. 456/2025, Α.Π. 43/2024, Α.Π. 1227/2023, Α.Π. 549/2023, Α.Π. 1486/2018, Α.Π. 828/2015, Α.Π. 155/2011).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1588/2024, Α.Π. 1427/2024). Τέλος, η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1334/2024, Α.Π. 1233/2024).
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντιθέτως, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή), είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού. Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (Ολ. Α.Π. 4/2023, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. Α.Π. 3/2020, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 705/2024). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 421/2025, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 705/2024).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν προβλέπονταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με τον Ν. 4335/2015. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025). Για την διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.
Α.Π. 20/2005, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 421/2025, Α.Π. 171/2025, Α.Π. 142/2025, Α.Π. 1427/2024).
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα, είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως, λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και στο αναιρετήριο να γίνεται επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
Α.Π. 15/2000, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 350/2025, Α.Π. 173/2025, Α.Π. 1231/2024). Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ακόμη και σε εκείνον του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (Ολ. Α.Π. 15/2000, Ολ. Α.Π. 1/1987, ΑΠ 557/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 350/2025, Α.Π. 173/2025, Α.Π. 1231/2024).
Επίσης, από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ. 2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.
Συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Α.Π. 557/2025, Α.Π. 421/2025, Α.Π. 350/2025, Α.Π. 705/2024, Α.Π. 1163/2023, Α.Π. 1058/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα εξής περιστατικά: "Η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη - γεννήθηκε το έτος ..., ήταν παντρεμένη με τον Γ.
Μ. του Ι., ο οποίος απεβίωσε την ..., με τον οποίο έχει αποκτήσει ένα τέκνο, τον Ι. Μ., ηλικίας κατά τον χρόνο εκδίκασης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εικοσιπέντε ετών. Είναι δε άνεργη και διαμένει με τη μητέρα της, Α. Σ. στην πρώτη και κύρια κατοικία της που κείται στη Θήβα. Μοναδικό της εισόδημα αποτελεί η σύνταξη χηρείας, λόγω θανάτου του συζύγου της, ποσού 796,04 ευρώ, από την οποία μηνιαίως παρακρατείται το ποσό των 218,09 ευρώ υπέρ του εκκαλούντος και το ποσό των 222,67 ευρώ που λαμβάνει από το ΕΤΑΑ- ΤΣΑΥ.
Η ως άνω μητέρα της αιτούσας λαμβάνει σύνταξη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 682,91 ευρώ μηνιαίως και έχει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς είναι 86 ετών και πάσχει από οστεοαρθρίτιδα γονάτων, χρησιμοποιεί μπαστούνι και υποβάλλεται ανά εξάμηνο σε ειδική θεραπεία, ενώ ο υιός της πραγματοποιεί σπουδές στην Αυστρία (Κρατικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης) και συγκεκριμένα βρίσκεται στο δεύτερο έτος της εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής, προκειμένου δε να καλύψει τα έξοδα διαμονής του παραδίδει μαθήματα ελληνικών.
Έως την 24.09.2017 ο υιός της αιτούσας ελάμβανε σύνταξη λόγω θανάτου του πατέρα του, οπότε και διεκόπη μετά την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του. Κατά συνέπεια, από τον Οκτώβριο του 2017 η αιτούσα βοηθάει οικονομικά τον υιό της προκειμένου να καλύψει τα έξοδά του μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών του. Περαιτέρω, η αιτούσα από το έτος 1997 έως την 31.3.2011 διατηρούσε κατάστημα ειδών δώρων στη Θήβα, εντούτοις στην ουσία αναγκάστηκε να διακόψει την επαγγελματική της ως άνω δραστηριότητα, καθώς ήταν προς ψήφιση νομοσχέδιο σύμφωνα με το οποίο, χήρες που λάμβαναν σύνταξη χηρείας και εργάζονταν, θα έχαναν τη σύνταξή τους, εφόσον συνέχιζαν να εργάζονται.
Έτσι, ουσιαστικά, έπρεπε να απωλέσει τη μία πηγή των εισοδημάτων της, και δεδομένης της γενικότερης οικονομικής ανασφάλειας που επικρατούσε τη δεδομένη χρονική περίοδο, υπό την ασφάλεια της σύνταξης χηρείας και της ανασφάλειας που άρχισε να προκαλείται στην αγορά λόγω της οικονομικής κρίσης, ευλόγως προτίμησε να διακόψει επαγγελματική της δραστηριοποίηση και να κρατήσει τη σύνταξη χηρείας.
Τα δε ετήσια εισοδήματα της αιτούσας ανήλθαν: κατά το έτος 2008 σε 17.104,93 ευρώ, κατά το έτος 2009 σε 25.250,08 ευρώ, κατά το έτος 2010 σε 16.881,48 ευρώ, κατά το έτος 2011 σε 13.411,62 ευρώ, κατά το έτος 2012 σε 11.237,17 ευρώ, το έτος 2013 σε 10.554,66 ευρώ, το έτος 2014 σε 10.880,66 ευρώ, το έτος 2015 σε 12.102,67 ευρώ, το έτος 2016 σε 12.664,46 ευρώ και κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (καλοκαίρι του έτους 2017) το εισόδημά της κυμαινόταν περίπου στο ποσό των 13.900,00 ευρώ.
Η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη έχει περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένα είναι συγκύρια σε ποσοστό 62,50% ενός οικοπέδου στην θέση "..." εκτάσεως 753,00 τ.μ. με μια ισόγεια οικοδομή με υπόγειο εντός αυτού, που αποτελείται από το ισόγειο (κατοικία) επιφάνειας 99,91 τ.μ. και το υπόγειο επιφάνειας 99,91 τ.μ. έτους κατασκευής 2003 και αντικειμενικής αξίας (κατά την αξία μεριδίου), ποσού 51.664,77 ευρώ, (ίδ.
ΕΝΦΙΑ ετών 2016, 2017, υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θηβών Π. - Κ. Α. και φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου). Η κατοικία αυτή αποτελεί την κύρια κατοικία της αιτούσας, η δε αξία της δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας και συνεπώς επιτρέπεται να εξαιρεθεί της εκποιήσεως (άρθ. 1 παρ. 1 και 2 περ.
Α του Ν. 1078/1980 όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 21 του Ν. 3842/2010 και ισχύει σήμερα). Η εμπορική αξία της ανωτέρω κατοικίας συνεκτιμωμένης της τοποθεσίας της, του εμβαδού της, του έτους κατασκευής της και της πτωτικής τάσης που επικρατεί στην αγορά των ακινήτων κατά την τρέχουσα χρονική συγκυρία, ανέρχεται, κατά το ποσοστό που ανήκει στην αιτούσα, στο ποσό των 50.000,00 ευρώ.
Επί της κύριας κατοικίας της αιτούσας έχει εγγραφεί υποθήκη υπέρ του εκκαλούντος για ποσό 120.000,00 ευρώ, δυνάμει της από ....2003 συναφούς σύμβασης εγγραφείσας στον τόμο ... και αριθμό ... Η αιτούσα έχει εισέτι: α) την συγκυριότητα σε ποσοστό 62,50% επί ενός οικοπέδου επιφάνειας 211,20 τ.μ., ευρισκόμενου στην θέση "..." στην Θήβα, αντικειμενικής αξίας 464,64 ευρώ, β) την συγκυριότητα σε ποσοστό 62,50% επί ενός αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας στην θέση "..." στην Θήβα εκτάσεως 752,00 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 1.656,60 ευρώ, γ) την πλήρη κυριότητα, ήτοι σε ποσοστό 100%, μιας ισόγειας κατοικίας επιφάνειας 80,00 τ.μ.
στην ..., έτους κατασκευής 1970, αντικειμενικής αξίας 20.214,40 ευρώ και δ) την πλήρη κυριότητα, ήτοι σε ποσοστό 100%, μιας ισόγειας κατοικίας επιφάνειας 30,00 τ.μ. στην ..., έτους κατασκευής 1927, αντικειμενικής αξίας 16.104,00 ευρώ. Ακόμη, η αιτούσα έχει στην κυριότητα της σε ποσοστό 100% ένα IX επιβατικό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής NISSAN, με αριθμό κυκλοφορίας ..., με ημερ. 1ης άδειας κυκλοφορίας το 2007, εμπορικής αξίας 4.000,00 ευρώ ...
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, η αιτούσα έλαβε: α) από το εκκαλούν ν.π.δ.δ. α1) δυνάμει της υπ1 αριθ. 01/94249 σύμβασης στεγαστικό δάνειο συνολικού ποσού 129.602,08 ευρώ (90.955,68 ευρώ κεφάλαιο, 36.084,16 ευρώ ληξ. Χρέος 2.562,24 ευρώ τόκοι) η μηνιαία δόση ανέρχεται στο ποσό των 539,98 ευρώ και α2) δυνάμει της υπ' αριθ. 21/75941 σύμβασης δάνειο μικροεπισκευών συνολικού ποσού 10.177,41 ευρώ (9.386,21 ευρώ κεφάλαιο, 791,20 ευρώ τόκοι) η μηνιαία δόση ανέρχεται στο ποσό των 105,15 ευρώ β) από την δεύτερη πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε." δυνάμει της υπ' αριθμό ...
συμβάσεως δάνειο (ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου 24-02-2017) ποσού 2.470,64 ευρώ (2.433,67 ευρώ κεφάλαιο, 36,97 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ανήρχετο στο ποσό των 4,87 ευρώ, γ) από την πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." γ1) δυνάμει της υπ' αριθμό ... συμβάσεως επαγγελματικό δάνειο (ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου 23-02-2017) ποσού 3.151,63 ευρώ (3.117,64 ευρώ κεφάλαιο, 33,99 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ανήρχετο στο ποσό των 18,98 ευρώ, γ2) δυνάμει της υπ' αριθμό ...
συμβάσεως πιστωτική κάρτα (ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου 24-02-2017) ποσού 1,56 ευρώ (1,54 ευρώ κεφάλαιο, 0,02 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ανερχόταν στο ποσό των 0,00 ευρώ και γ3) δυνάμει της υπ' αριθμό ... συμβάσεως πιστωτική κάρτα (ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου 24-02-2017) ποσού 6,31 ευρώ (5,62 ευρώ κεφάλαιο, 0,69 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ανήρχετο στο ποσό των 0,01 ευρώ και δ) από την τέταρτη πιστώτρια τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." δυνάμει της υπ' αριθμό ...
συμβάσεως καταναλωτικό δάνειο ποσού 12.894,01 ευρώ (12.679,36 ευρώ κεφάλαιο, 214,65 ευρώ τόκοι, 0,00 ευρώ έξοδα), το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης ανερχόταν στο ποσό των 18,99 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο λήψεως των δανείων η αιτούσα διέθετε επαρκές εισόδημα για την εξυπηρέτηση αυτών και την κάλυψη των βασικών βιοτικών της αναγκών οι οποίες ανέρχονται μηνιαίως, στο ποσό των 1.000,00 ευρώ (διατροφή, λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου, νερού, έξοδα μετακίνησης, ένδυσης, υπόδησης, θέρμανσης, ιατρικά έξοδα, έξοδα διατροφής φοιτητή γιου).
Πλέον όμως, είναι άνεργη, ο σύζυγος της (ο οποίος εργαζόταν στο Δημόσιο σύστημα υγείας) έχει αποβιώσει (ήδη από το έτος 2003), το μοναδικό της εισόδημα είναι η σύνταξη που λαμβάνει, από την οποία καλύπτει τα έξοδα της, ως και τα έξοδα του φοιτητή γιου της του οποίου το εισόδημα είναι εμφανώς μειωμένο σε σχέση με αυτό των προηγούμενων ετών, καθώς δεν λαμβάνει πλέον την σύνταξη λόγω θανάτου του πατέρα του.
Η δε υπερήλικη μητέρα της, η οποία συνδράμει οικονομικά στην αντιμετώπιση των δαπανών διαβίωσης της απούσας, έχει προβλήματα υγείας και η σύνταξη που λαμβάνει έχει μειωθεί σε σχέση με αυτήν που ελάμβανε τα προηγούμενα έτη. Η ως άνω μεταγενέστερη μείωση των εισοδημάτων της αιτούσας οφείλεται σε παράγοντες που δεν μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει, οι οποίοι συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών και συγκεκριμένα η εντελώς απρόβλεπτη, ακόμη και για τους πλέον ειδικούς, οικονομική κρίση, η οποία μαστίζει τη χώρα την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία και είχε ως συνέπεια τη μείωση των αποδοχών μεταξύ των οποίων και της πρώτης εφεσίβλητης.
Συνεπώς, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της τελευταίας ούτε αρχικός, αλλά ούτε μεταγενέστερος δόλος, αφού δεν απέκρυψε κάποιο περιουσιακό στοιχείο, ενώ το ύψος των οικογενειακών εισοδημάτων της κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, τα οποία αναλύονται εκτενώς ανωτέρω, της επέτρεπαν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτησή τους και συνεπώς δεν βρισκόταν κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών του σε οικονομική αδυναμία, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της ένστασης περί δολιότητας, η οποία εισφέρθηκε από το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση εξάλλου, η αιτούσα εξοφλούσε τις οφειλές της προς τους πιστωτές έως και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2016, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι πρόκειται για οφειλέτρια, η οποία καρπώθηκε οφέλη από την υπερχρέωσή της με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική της υπαιτιότητα να βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών ...
απορριπτόμενου ωσαύτως και του σχετικού ισχυρισμού (άρνηση) του εκκαλούντος, εισφερθέντος με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η αιτούσα δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ως ουσία αβάσιμη, αφού η ρευστότητα της δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στο μεγαλύτερο όγκο των οφειλών της, δεδομένου και του ότι δεν αναμένεται στο εγγύς μέλλον να βελτιωθούν σημαντικά, λόγω της οικονομικής κρίσης, τα εισοδήματα της.
Σημειωτέο εξάλλου ότι η πρώτη εφεσίβλητη κληρονόμησε κυρίως δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε ο σύζυγός της, ο οποίος στα πλαίσια άριστων οικονομικών - εισοδηματικών συνθηκών (στις αρχές του έτους 2003 ελάμβανε περί τα 3.000 ευρώ μηνιαίως) ήταν σε θέση να αποπληρώνει τα επίδικα δάνεια. Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω υποχρεώσεις της αιτούσας γεννήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της ψήφισης του ν. 3869/2010 από την Ελληνική Βουλή, δηλαδή όταν έλαβε τα επίδικα δανειακά προϊόντα, δεν υπήρχε ειδικό νομοθέτημα, προκειμένου να προστατευθεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε δάνεια, αποδεχόμενη την μελλοντική περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμής, υπό την ασφάλεια των ρυθμίσεων του ν. 3869/2010, καθότι δεν είχε ψηφιστεί το εν λόγω νομοθέτημα ...
Η αδυναμία της είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο εισόδημα της, αδυνατεί και τις βασικές βιοτικές ανάγκες της να καλύπτει και τις οφειλές της να αποπληρώνει, το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης των οποίων ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 107,35 ευρώ. Η δε ως άνω αδυναμία της είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση των μηνιαίων απολαβών της αιτούσας, δεδομένης και της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Χώρα και έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και τη μείωση των συντάξεων.
Κατόπιν των ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών, αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-7-2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου, υπ' αριθμ. 215/2018, αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θηβών, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση της πρώτης των αναιρεσίβλητων για ρύθμιση των οφειλών της κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, η οποία εμπεριέχεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί στην έννοια του προστατευόμενου μέλους της αιτούσας ο ως άνω ενήλικος γιός της Ι., κρίνεται απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, κατ' άρθρον 562 αριθ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είχε προταθεί παραδεκτώς από αυτό ως καθού στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την παραδεκτή δε, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της, από 15-7-2020, εφέσεώς του ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου της ουσίας και των από 17-4-2018 και 15-5-2022 προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αντιστοίχως, προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός, όπως όφειλε, ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως λόγος εφέσεως, τυχόν δε έρευνα τέτοιου νέου ισχυρισμού από το Δικαστήριο τούτο, μετά την τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.
Πλέον αυτών, κρίνοντας το, ως Εφετείο δικάσαν, ως άνω Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσίβλητης στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ότι στα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς της συμπεριλαμβάνεται ο γιός της Ι., ηλικίας ... ετών, ο οποίος σπουδάζει στο εξωτερικό, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1486 επ.
του Α.Κ., σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, οι οποίες είναι εφαρμοστέες, καθόσον, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ανωτέρω ενήλικο τέκνο της πρώτης των αναιρεσίβλητων δεν είχε την δυνατότητα αυτοσυντηρήσεως λόγω των σπουδών του και της διακοπής καταβολής της χορηγούμενης συντάξεως, που ελάμβανε λόγω του θανάτου του πατέρα του.
Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και, συνεπώς, οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως αβάσιμος, κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Στην διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:
α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικώς των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙBEET κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων γενικώς των μερισμάτων και άλλων παροχών που λαμβάνει τακτικά από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ 2/19843/009, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).
Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2.214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. μπορούν, ύστερα από αίτηση του υποχρέου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.
Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι, στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμον, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.
Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από την ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα, θα το είχε πράξει ρητώς, όπως έπραξε με την προσθήκη της περιπτώσεως γ' στην διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκειμένη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του Ν. 3586/2007, ενώ ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ιδίου Ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το Τ.Π.Δ. Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από την ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεών του (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022).
Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπολοίπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από τον Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκολύνσεως και εξυπηρετήσεως των δανείων, όχι, όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.
Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι, στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.
Και τούτο, διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για τον σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιον και την οικογένειά του.
Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και τον σκοπό του Ν. 3869/2010 (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 1379/2019).
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ. από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από τον νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειο του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στην ρύθμιση του Ν. 3.869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν, παραμένει, αναλογικώς, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίσθηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 1379/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 455 του Α.Κ., εκχώρηση είναι η μεταβίβαση της απαιτήσεως του δανειστή σε νέο δικαιούχο, μέσω συμβάσεως μεταξύ τους, χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Με τον τρόπο αυτόν μεταβιβάζεται η απαίτηση και μεταβάλλεται το πρόσωπο του δανειστή και όχι η φύση και τα χαρακτηριστικά της απαιτήσεως (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1050/2021).
Αντικείμενο εκχωρήσεως είναι δυνατόν να είναι και η μέλλουσα απαίτηση. Η συμφωνία μεταξύ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και του δανειολήπτη, με την οποία ο δεύτερος προς εξόφληση του δανείου που έλαβε από το πρώτο, εκχωρεί σε αυτό την απαίτηση έναντι του εργοδότη του για μέρος του μισθού του, είναι έγκυρη και στηρίζεται στο άρθρο 62 του Ν. 2214/1994.
Η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως συνεπάγεται ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δικαιούται να εισπράττει απευθείας από τον εργοδότη του μισθωτού (ή από τον ασφαλιστικό φορέα του συνταξιούχου) το μέρος των αποδοχών του οφειλέτη, το οποίο εκχωρήθηκε. Η ανωτέρω διάταξη καθορίζει απλώς τον τρόπο καταβολής της τοκοχρεωλυτικής δόσεως, η οποία γίνεται με νόμιμη εκχώρηση, από τον οφειλέτη προς το Ταμείο, ενός ποσοστού του μισθού ή της συντάξεώς του.
Από την γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 62 παρ. 1 και 2 του Ν. 2214/1994 προκύπτει ότι ο πραγματικά επιδιωκόμενος σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι μόνον η εξασφάλιση του εκδοχέα, ήτοι του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η παραχώρηση ασφάλειας προς αυτό ως προς την είσπραξη της απαιτήσεώς του και όχι η οριστική απόκτηση από αυτό (Τ.Π.Δ.) της απαιτήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση υφίστανται δύο συμβάσεις και, ειδικότερα, αυτή της βασικής αιτίας (σύμβαση δανείου) και αυτή της εκχωρήσεως μελλοντικών περιοδικών παροχών, δηλαδή των έναντι του εργοδότη του δανειολήπτη μελλοντικών περιοδικών απαιτήσεων των μηνιαίων αποδοχών χάριν καταβολής, περιεχόμενο της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι η, με μόνη την εκχώρηση, απόσβεση των εν λόγω μελλοντικών περιοδικών από το δάνειο, οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και, κατ' επέκτασιν και του χρέους, αλλά η παροχή ασφάλειας από τον δανειολήπτη προς το Ταμείο.
Επομένως, το γεγονός ότι ο δανειολήπτης έχει εκχωρήσει, χάριν καταβολής, τις μελλοντικές περιοδικές απαιτήσεις του κατά του εργοδότη του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σύμβαση, που έχει συνάψει με το τελευταίο, δεν αποτελεί εμπόδιο, για να ζητήσει την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010, διότι ο δανειολήπτης, παρά την εκχώρηση, εξακολουθεί να οφείλει εκ δανείου, καθόσον η ένδικη εκχώρηση δεν απόσβεσε την από το δάνειο οφειλή του (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 1031/2015).
Κατά την ρύθμιση των οφειλών του υπερχρεωμένου δανειολήπτη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεν τίθεται εν αμφιβολία η εγκυρότητα της συμβάσεως εκχωρήσεως, ούτε πρόκειται για καταγγελία αυτής εκ μέρους του εκχωρητή - δανειολήπτη, αλλά για εφαρμογή των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του Ν. 3869/2010, οι οποίες, λόγω αυτής της φύσεώς τους, δεν καταργούν, αλλά επιδρούν στην συναφθείσα ενοχική σύμβαση εκχωρήσεως, η οποία είναι δυνατόν να αναπροσαρμόζεται και δη, να περιορίζεται κατά το μέτρο που υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του Ν. 3869/2010.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σκοπός της, εκ μέρους του δανειολήπτη, εκχωρήσεως, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, δεν είναι η οριστικοποίηση του ποσού της οφειλής προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά είναι η, σε κάθε περίπτωση, εξασφάλιση της αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται αυτή, με συνέπεια, αφενός μεν, τα παρακρατούμενα χρηματικά ποσά να αποτελούν μέρος του εισοδήματος του δανειολήπτη, αφετέρου δε, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρυθμίσεως του χρέους του κατά τον Ν. 3869/2010, να δύναται να προβεί σε αναπροσαρμογή της οφειλής του δανειολήπτη προς το ως άνω Ν.Π.Δ.Δ.
και, αντιστοίχως, στον περιορισμό της μηνιαίας δόσεως με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη, οπότε η εκχώρηση θα ισχύει, πλέον, για το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο. Έτσι, η εν λόγω εκχώρηση, κατά το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994, θα εξακολουθεί να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού, που θα παρακρατείται, το οποίο, προφανώς, θα πρέπει να βρίσκεται εντός των προαναφερομένων νόμιμων ορίων (Α.Π. 1098/2024, Α.Π. 332/2024, Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 606/2023).
Με τον δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του Α.Κ., 62 του Ν. 2214/1994, 25 του Ν. 3867/2010, 4 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, εσφαλμένως απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίον αυτό παραπονείτο γιατί το Ειρηνοδικείο Θηβών, με την εκκαλούμενη απόφαση, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον Τ.Π.Δ., θα γίνεται με μηνιαίες καταβολές και δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντίστοιχου τμήματος από την μηνιαία σύνταξή της, με βάση την μεταξύ τους σύμβαση εκχωρήσεως.
Το Ειρηνοδικείο Θηβών, με την εκκαλούμενη, υπ' αριθμ. 215/2018, απόφασή του διέλαβε στο διατακτικό της, όσον αφορά την ρύθμιση των χρεών της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατ' άρθρον 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, την ακόλουθη, σε σχέση με το αναιρεσείον, διάταξη: "Δέχεται εν μέρει την αίτηση ... Ρυθμίζει τις οφειλές της αιτούσας και την Υποχρεώνει να καταβάλλει στις πιστώτριές της για χρονικό διάστημα 26 μηνών, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του πρώτου μήνα μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, συμμέτρως το ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ μηνιαίως και ειδικότερα:
α) στο πρώτο καθ' ου ν.π.δ.δ. α1) για την υπ' αριθ. 01/94249 σύμβαση το ποσό των 245,61 ευρώ και α2) για την υπ' αριθμ. 21/75941 σύμβαση το ποσό των 19,29 ευρώ...", ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικώς με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ακόμη, το γεγονός ότι το εκκαλούν δύναται να παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη-εφεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστό από την σύνταξή του, δεν συνεπάγεται ότι εξ αυτού και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστώθηκε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκειμένη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις ...
Με δε το άρθρο 62 του Ν. 2214/1994 προβλέπεται ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλεια των χορηγούμενων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τοκοχρεωλυτικών δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προς τους δημοσίους υπαλλήλους, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρεί υπέρ του δανειστού μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα κ.λπ.), το οποίο με την 2/19843/0094/7-3-2012 Υ.Α. (ΦΕΚ 677/7-3-2012) μειώθηκε στα 3/10.
Η εν λόγω εκχώρηση με τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα εξακολουθεί να ισχύει και απλώς θα μεταβάλλεται το ποσοστό του μισθού που παρακρατείται, καθότι ο οφειλέτης, ευρισκόμενος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, και φέροντας στο δικαστήριο προς ρύθμιση τα χρέη του, συμπεριλαμβανομένης και της οφειλής προς το εν λόγω Ταμείο, θα αιτείται και σε περίπτωση ευόδωσης της αίτησης θα καθορίζεται ποσοστό παρακράτησης.
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, παρέχεται στους δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου η δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους και καθορίζονται οι όροι της εν λόγω ρύθμισης, σύμφωνα με τους οποίους το διοικητικό συμβούλιο του Ταμείου αποφασίζει τους όρους ρύθμισης. Ωστόσο, η εν λόγω ρύθμιση δεν αποκλείει την προκειμένη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, καθότι κατά την πρώτη (Ν. 3867/2010) προβλέπεται μια ρύθμιση των μελών του Ταμείου με απόφαση του Δ.Σ., ενώ στην προκειμένη περίπτωση προβλέπεται ρύθμιση, η οποία είναι απότοκος δικαστικής κρίσης ...
Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, εισφερθείς με τον πέμπτο λόγο έφεσης, ότι η πρωτοβάθμια απόφαση έπρεπε να περιλάβει διάταξη ότι η καταβολή του ποσού, το οποίο όρισε, θα πραγματοποιηθεί με αντίστοιχη παρακράτηση της μηνιαίας σύνταξης της αιτούσας -πρώτης εφεσίβλητης- τυγχάνει μη νόμιμος, διότι δεν ερείδεται επί των εφαρμοζόμενων στην προκειμένη περίπτωση διατάξεων του Ν. 3869/2010 και ΚΠολΔ, αλλά στις διατάξεις του Ν. 3867/2010, διατάξεις οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης...".
Με αυτά που ανωτέρω διέλαβε το ως άνω δικάσαν πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στις προαναφερόμενες διατάξεις του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, σαφώς συνάγεται ότι δεν έθεσε εν αμφιβολία και δεν θεώρησε καταργηθείσα την μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης υφιστάμενη σύμβαση εκχωρήσεως, αναφορικώς με τον τρόπο καταβολής των μηνιαίων δόσεων από την αιτούσα (η οποία καταβολή συμφωνήθηκε, με βάση την εν λόγω μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση εκχωρήσεως, να γίνεται με παρακράτηση από το αναιρεσείον μέρους των μηνιαίων αποδοχών της τελευταίας - οφειλέτριας), αλλά, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του χρέους αυτής κατά τον Ν. 3869/2010, αναπροσάρμοσε μόνο και, ειδικότερα, περιόρισε, κατά το μέτρο που έκρινε ότι υπαγορεύουν οι ανάγκες της ρυθμίσεως του νόμου αυτού και με βάση τις γενόμενες δεκτές οικονομικές δυνατότητες της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ύψος του ποσού των μηνιαίων δόσεων, που οφείλει να καταβάλει η τελευταία προς το αναιρεσείον, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς, όμως, να θίξει και χωρίς να μεταβάλει τον προαναφερόμενο τρόπο καταβολής τους, που συνίσταται στην παρακράτηση από την μηνιαία σύνταξη της πρώτης αναιρεσίβλητης, των καθορισθεισών πλέον, με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010, μηνιαίων δόσεων, με βάση την ως άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκχωρήσεως, που εξακολουθεί, κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη της παρούσας, να ισχύει παραλλήλως με την ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και απλώς το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας μετέβαλε, με τις ανωτέρω διατάξεις και παραδοχές του, το ύψος του ποσού μηνιαίως, που θα παρακρατεί το αναιρεσείον από τις μηνιαίες αποδοχές της τελευταίας - οφειλέτριας και όχι, όπως προαναφέρεται, τον, με παρακράτηση από τις μηνιαίες αποδοχές της, τρόπο καταβολής του.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τους αριθμ. 1 και 6 του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς του, παραπονούμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Θηβών, διέταξε ότι η ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον δεν θα εξακολουθήσει να γίνεται με παρακράτηση αντιστοίχου τμήματος από τις μηνιαίες αποδοχές αυτής, με βάση την μεταξύ τους σύμβαση εκχωρήσεως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1335/2024, Α.Π. 1233/2024).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.
β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 258/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις16 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ