1590/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Χ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Καρατζά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1590/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1590 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1590/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Χ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Καρατζά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χας Α. Κ., θυγατέρας Α. Α., 2. Α. Α. Κ., 3. Χ. Α. Κ., κατοίκων ..., 4. Π. Α. Κ., κατοίκου ..., 5. Κ. συζ. Α. Κ., θυγατέρας Π. Σ., κατοίκου ..., 6. Μ. συζ. Χ. Κ., θυγατέρας Κ. Π., κατοίκου ..., 7. Α. Κ., κατοίκου ..., 8. Α. Α. Κ., κατοίκου ..., 9. Α. Κ. Κ. και Κ. Α. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου των Α. Κ., κατοίκων ..., 10. Π. Α. και Κ. Κ., κατοίκου ...,11. Χ. Κ. και Μ. συζ. Χ. Κ., ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Κ., κατοίκων ..., 12. Α. Α. και Π. Κ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βούλγαρη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χας Α. Κ., θυγατέρας Α. Α., 2. Α. Α. Κ., 3. Χ. Α. Κ., κατοίκων ..., 4. Π. Α. Κ., κατοίκου ..., 5. Κ. συζ. Α. Κ., θυγατέρας Π. Σ., κατοίκου ..., 6. Μ. συζ. Χ. Κ., θυγατέρας Κ. Π., κατοίκου ..., 7. Α. Κ., κατοίκου ..., 8. Α. Α. Κ., κατοίκου ..., 9. Α. Κ. Κ. και Κ. Α. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου των Α. Κ., κατοίκων ..., 10. Π. Α. και Κ. Κ., κατοίκου ...,11. Χ. Κ. και Μ. συζ. Χ. Κ., ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Κ., κατοίκων ..., 12. Α. Α. και Π. Κ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Βούλγαρη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 9-12-2013 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 17-10-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε: α) την από 24-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό στοιχείο Α αιτήσεως αναιρέσεως και β) την από 31-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγων της υπό στοιχεί Β αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος αυτών και την απόρριψη τούτων κατά το δεύτερο μέρος τους.
Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους, οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 17.10.2013 και με αριθμό κατάθεσης 32/2013 της εδρεύουσας στην Αθήνα Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ" και β) από 9.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης 49/2013 του Χ. Α., οι οποίες στρέφονται κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 284/2013 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 και 573§1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
ΙΙ. Από την κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, η με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 284/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι είχαν εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 7.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 361/2009 αγωγή, στρεφομένη κατά των ήδη αναιρεσειόντων ήτοι Χ. Α. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών - Η ΕΘΝΙΚΗ", με την οποία ιστορούσαν ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το ανήκον στην ιδιοκτησία του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γέννησης αστικής ευθύνης του έναντι τρίτων κατά την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης των εναγόντων και συγγενούς των λοιπών εξ αυτών Α.
Κ., κατά την σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου που οδηγούσε αυτός με το ποδήλατο το οποίο οδηγούσε ο προαναφερόμενος θανασίμως τραυματισθείς Α. Κ., που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Με βάση δε αυτό το ιστορικό και μετά από παραδεκτό περιορισμό της αγωγής, που έγινε με μετατροπή του καταψηφιστικού της αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησαν αφενός όπως υποχρεωθούν και αφετέρου όπως αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά που ειδικότερα μνημονεύονται για τον καθένα από αυτούς στην αγωγή.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 251/2010 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επισυμβάντος ενδίκου ατυχήματος ήταν ο ως άνω θανασίμως τραυματισθείς Α.
Κ., απορρίφθηκε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την από 30.5.2011 και με αριθμό κατάθεσης 127/2011 έφεση, η οποία απευθυνόταν κατ' αμφοτέρων των πρωτοδίκως εναγομένων, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Λάρισας, το οποίο δίκασε ομοίως κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, η υπ' αριθμ. 284/2013 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος ήσαν τόσο ο πρώτος εναγόμενος - οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου όσο και ο θανασίμως τραυματισθείς οδηγός του ποδηλάτου, και ειδικότερα ο πρώτος τούτων κατά ποσοστό 40% και ο δεύτερος εξ αυτών κατά ποσοστό 60%, στη συνέχεια εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατ' ουσία, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα ποσά που ειδικότερα μνημονεύονται σ' αυτήν.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνονται οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτών λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.
ΙΙΙ. Οι κρινόμενες αιτήσεις παραδεκτώς στρέφονται κατά του δέκατου των αναιρεσιβλήτων Π. Κ. του Α., όντος κατά τις προηγούμενες δίκες ανηλίκου και εκπροσωπουμένου από τους ασκούντες την γονική μέριμνα γονείς του Ά. Κ. και Κ. συζ. Α. Κ., δεδομένου ότι αυτός, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην 11η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ηλικία του, έχει ήδη ενηλικιωθεί και κατά συνέπεια έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του (άρθρ. 127, 1510 ΑΚ, 62, 63, 64, 73 Κ.Πολ.Δ.).
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ' αυτόν μετά από ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τα υποβαλλόμενα υπό την κρίση του περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.
Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι, εκτός των άλλων, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της γενόμενης προσβολής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, με βάση το οποίο, το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό, να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 58/2009, ΑΠ 1480/2004).
Η περιουσιακή δε κατάσταση της τυχόν εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας δεν λαμβάνεται υπόψη διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική (ΑΠ 716/2008, ΑΠ 439/2008, ΑΠ 433/2008). Περαιτέρω, με την διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 932 εδάφ. γ' ΑΚ, αναγνωρίζεται ότι, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, η οποία (ψυχική οδύνη) αποτελεί είδος ή μορφή της ηθικής βλάβης.
Η επιδίκαση δε αυτής της μορφής της χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς από την επιδίκασή της (ΑΠ 21/2000 Β' Τακτική Ολομέλεια).
Ακόμη, στην περίπτωση θανάτωσης προσώπου, εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη η ηλικία τόσο του θύματος όσο και των μελών της οικογένειάς του τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη, ως και το γεγονός της συμβίωσης ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα. Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.
α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 8/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τον ταυτόσημο πρώτο κατά σειρά λόγο των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης, αναφορικά με τα επιδικασθέντα στους ενάγοντες - νυν αναιρεσίβλητους ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, προσάπτουν στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α' Κ.Πολ.Δ., διότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 300 ΑΚ, το μεν παραλείποντας να λάβει υπόψη μεταξύ των εκτιμηθέντων πραγματικών περιστατικών προς προσδιορισμό του ύψους αυτής και τον βαθμό του πταίσματος του θανασίμως τραυματιθέντος ποδηλάτη, ο οποίος κρίθηκε συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 60%, το δε διότι κατά μεν τον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείοντα Χ.
Α. παρέλειψε να μνημονεύσει ότι κατά τον ως άνω προσδιορισμό δεν λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική και οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, το δε διότι κατά την δεύτερη εναγόμενη - αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ανεπιτρέπτως έλαβε υπόψη του για τον προσδιορισμό αυτό και την κοινωνική και οικονομική κατάστασή της, αφενός διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική και αφετέρου διότι αυτή, ως νομικό πρόσωπο, δεν έχει κοινωνική κατάσταση.
Από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, για τον προσδιορισμό των επιδικασθέντων στους ήδη αναιρεσίβλητους ποσών λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαστήριο εκείνο οδηγήθηκε στην κρίση του λαμβάνοντας υπόψη "... την ένταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου ως προς την πρόκληση αυτής της ψυχικής οδύνης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών ..." (βλ. 12η σελίδα απόφασης), όχι όμως και τον βαθμό του πταίσματος του θανασίμως τραυματισθέντος ποδηλάτη, μολονότι στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη αυτής (απόφασης), υπό στοιχείο τρία λατινικό (ΙΙΙ), μνημονεύεται μεταξύ των κριτηρίων για τον προσδιορισμό αυτής (χρηματικής ικανοποίησης) και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος.
Έτσι, όμως, οδηγήθηκε το Εφετείο σε εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ και κατά συνέπεια ο τούτο υποστηρίζων πρώτος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του πληττομένου δι' αυτού κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί καθορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλομένων με τα λοιπά σκέλη αυτού αναιρετικών αιτιάσεων, με τις οποίες πλήττεται το αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).
Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος (περί πάντων των προαναφερομένων βλ.
ΑΠ 15/2006 Β' Τακτική Ολομέλεια, ΑΠ 438/2008, ΑΠ 1741/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 708/2004, ΑΠ 647/2004, ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Εξάλλου, ο Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζει: α) στο άρθρο 12 § 1 εδάφ. β' ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, β) στο άρθρο 19§§1, 2 ότι ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (§1) και ότι επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες...κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (§2), γ) στο άρθρο 21§§1, 2 ότι ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους (§1) και ότι πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει σήματα με το χέρι (§2), όπως αυτά (σήματα) ειδικότερα ορίζονται με τα στοιχεία α', β' και γ' στην §2 του εν λόγω άρθρου και δ) στο άρθρο 23§2 ότι προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 625/2008).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, επί αδικοπραξίας, σύμφωνα με τα άρθρα 297 και 914 ΑΚ, οι αιτιολογίες πρέπει να καλύπτουν την υπαιτιότητα, την ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο (ΑΠ 16/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 29.8.2008, ημέρα Παρασκευή, περί ώρα 10.15', ο 1ος εναγόμενος, Χ. Α. του Ι., ιδιωτικός υπάλληλος, κάτοικος ..., ετών τότε 52, οδηγούσε το Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής AUDI, το οποίο ανήκε στην κυριότητά του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη 2η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", και έβαινε στην Παλαιά Εθνική Οδό Λαμίας - Βόλου, στη χιλιομετρική θέση 98 της οδού αυτής, μέσα στην κατοικημένη περιοχή του δημοτικού διαμερίσματος Κροκίου - Μαγνησίας, με κατεύθυνση προς Βόλο.
Το οδόστρωμα της συγκεκριμένης οδού έφερε τότε στη χιλιομετρική θέση 98 χαρακτηριστικά ευθείας γραμμής, είχε συνολικό πλάτος 7,00 μέτρων και διαχωριζόταν σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία προς Αλμυρό και μία προς Βόλο, ίσου πλάτους. Κατά τον επίδικο χρόνο, 29.8.2008, ώρα 10.15', το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού ήταν επικαλυμμένο με πεπατημένη άσφαλτο και ξερό, ο φωτισμός της οδού ήταν επαρκής, διότι επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού ημέρας, η κυκλοφορία οχημάτων στην οδό ήταν μέτρια, η κυκλοφορία πεζών στην οδό ήταν αραιή, η ορατότητα ως προς την πορεία του επίδικου οχήματος δεν περιοριζόταν από φυσικά εμπόδια, οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν ήταν συνθήκες καλοκαιρίας και το μέγιστο όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού ανερχόταν για τα οχήματα, όπως το επίδικο, σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Την ίδια ημέρα και ώρα ο Α. Κ. του Χ., σύζυγος της 1ης ενάγουσας, πατέρας των δεύτερου, τρίτου και τέταρτης εναγόντων...συνταξιούχος, κάτοικος …, ο οποίος γεννήθηκε στις 12.01.1932 και διήνυε στις 29.8.2008 την ηλικία των 76 ετών, οδηγούσε δίκυκλο ποδήλατο χωρίς αριθμό κυκλοφορίας και έβαινε στην ίδια οδό, ήτοι στην Παλαιά Εθνική Οδό Λαμίας - Βόλου, στη χιλιομετρική θέση 98 αυτής, με κατεύθυνση προς Βόλο.
Αρχικά, ο ποδηλάτης έβαινε στο δεξιό (ως προς την πορεία του) άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, η οποία οδηγεί προς Βόλο. Ο 1ος εναγόμενος έβαινε στο μέσο περίπου της λωρίδας κυκλοφορίας της οδού, η οποία οδηγεί προς Βόλο. Τη στιγμή που το όχημα του 1ου εναγόμενου είχε πλησιάσει αρκετά τον ποδηλάτη και ο 1ος εναγόμενος είχε πρόθεση να συνεχίσει την πορεία του και να προσπεράσει το ποδήλατο, ο ποδηλάτης κινήθηκε διαγώνια αριστερά, προκειμένου να πραγματοποιήσει στροφή αριστερά, με συνέπεια να εισέλθει στο τμήμα του οδοστρώματος, όπου έβαινε ο 1ος εναγόμενος.
Ο 1ος εναγόμενος αντιλήφθηκε έγκαιρα τον εσφαλμένο και αιφνίδιο οδικό ελιγμό του ποδηλάτη, έστριψε το τιμόνι του οχήματός του προς τα αριστερά, για να αποφύγει την παράσυρση του ποδηλάτου, με συνέπεια να κινηθεί το όχημά του διαγώνια αριστερά και, τελικά, να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης (δηλαδή στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί στον Αλμυρό), και τροχοπέδησε έντονα, με συνέπεια να διαγραφούν στο οδόστρωμα διπλά ίχνη τροχοπέδησης, ήτοι ίχνος τροχοπέδησης των δεξιών τροχών του οχήματος, μήκους 32,50 μέτρων και ίχνος τροχοπέδησης των αριστερών τροχών του οχήματος, μήκους 29 μέτρων.
Παρόλα αυτά σε απόσταση 22 μέτρων περίπου από την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης το όχημα του 1ου εναγόμενου προσέκρουσε με σφοδρότητα με τη δεξιά πλευρά του στην αριστερή πλευρά του ποδηλάτου, γεγονός που είχε ως συνέπεια να καταπέσει ο ποδηλάτης από το ποδήλατό του πάνω στο δεξιό άκρο του εμπρόσθιου παρμπρίζ του αυτοκινήτου και, στη συνέχεια, να εκτιναχθεί το σώμα του σε απόσταση 10,70 περίπου μέτρων από το πιθανό σημείο σύγκρουσης.
Στο σημείο, όπου, τελικά, κατέπεσε το σώμα του ποδηλάτη, βρέθηκαν κηλίδες αίματος και θραύσματα υάλων, σε απόσταση 6,50 περίπου μέτρων από το δεξιό (ως προς την αρχική πορεία των επίδικων οχημάτων) άκρο του οδοστρώματος και, συνεπώς, σε απόσταση 0,50 περίπου του μέτρου από το αριστερό (ως προς την αρχική πορεία των οχημάτων) άκρο του οδοστρώματος.
Η πρόσκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο 1ος εναγόμενος, στο σώμα του ποδηλάτη και η εκτίναξη του σώματος αυτού πάνω στο οδόστρωμα της οδού είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα ο ποδηλάτης, ήτοι, ειδικότερα, να υποστεί βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία είχε ως συνέπεια την επέλευση του θανάτου του.
Ο έλεγχος της εκπνοής του 1ου εναγόμενου, ο οποίος διενεργήθηκε αυθημερόν, περί ώρα 11.15', με αλκοολόμετρο, κατέδειξε ότι στο αίμα αυτού δεν περιεχόταν οινόπνευμα, γεγονός που φανερώνει ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος ο 1ος εναγόμενος δεν βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος, Σ.
Κ., ανθυπαστυνόμος του Α.Τ. Αλμυρού, αποφάνθηκε ότι η ταχύτητα, με την οποία έβαινε το όχημα του 1ου εναγόμενου πριν από την έναρξη της τροχοπέδησής του, ανερχόταν σε 75 τουλάχιστον χιλιόμετρα ανά ώρα. Αντίθετα, οι τεχνικοί σύμβουλοι του 1ου εναγόμενου, Σ. Α. και Α. Γ., αποφάνθηκαν ότι η ταχύτητα, με την οποία έβαινε το όχημα του 1ου εναγόμενου πριν από την έναρξη της τροχοπέδησής του, ανερχόταν σε 62,55 χιλιόμετρα ανά ώρα".
Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα (πραγματικές παραδοχές) το δικαστήριο εκείνο οδηγήθηκε στην κρίση ότι "το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του 1ου εναγομένου και του θανόντος ποδηλάτη, ήτοι κατά ένα μέρος σε υπαιτιότητα, ποσοστού 40%, του 1ου εναγόμενου, ο οποίος δεν οδηγούσε το όχημά του με την αναγκαία σύνεση και προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος ανάλογα προς τις συνθήκες που επικρατούσαν, λαμβάνοντας υπόψη ότι διερχόταν μέσα σε κατοικημένη περιοχή και ότι στην ίδια οδό, στο δεξιό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας του, έβαινε δίκυκλο ποδήλατο, ήτοι οδικό όχημα με ασταθή, συνήθως, πορεία, και κατά ένα μέρος σε υπαιτιότητα, ποσοστού 60%, του ποδηλάτη, ο οποίος δεν οδηγούσε το όχημά του με την αναγκαία σύνεση και προσοχή στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αλλά, αντίθετα, πραγματοποίησε οδικό ελιγμό, για να στρίψει αριστερά, παραβιάζοντας τη μονή συνεχή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος που υπήρχε σε εκείνο το σημείο της οδού, χωρίς, μάλιστα, να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορεί να ενεργήσει τον οδικό ελιγμό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω του ή πλάι του ή ετοιμάζονταν να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα των οχημάτων τους.
Εξαιτίας των πιο πάνω παραλείψεων και ενεργειών τους ο 1ος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12§1, 19§§1, 2, 3, 20§1 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" και ο ποδηλάτης παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5§§3α, 8, 12§1, 21§§1, 2 του ίδιου νόμου και συνετέλεσαν αμφότεροι στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος ως συνυπαίτιοι κατά τα ποσοστά συνυπαιτιότητας που αναφέρθηκαν".
Κατόπιν δε τούτων δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ήταν ο θανασίμως τραυματισθείς ποδηλάτης και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ΚΟΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως και εκείνη του άρθρου 23§2 του ΚΟΚ (αλλαγή κατεύθυνσης) και τούτο διότι, όσον αφορά τη διάταξη αυτή, σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου ότι η ανέλεγκτη αλλαγή κατεύθυνσης εκ μέρους του ποδηλάτη λήφθηκε υπόψη κατά τον καταλογισμό της συνυπαιτότητάς του στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος.
Επομένως ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος κατά σειρά ταυτόσημος λόγος αμφοτέρων των αναιρέσεων, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του εισηγητή Π. Χατζηπαναγιώτη, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Τούτο δε διότι το Εφετείο, με την κατά τα άνω κρίση του, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις αναφερόμενες στην αρχή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, την δε εξ αυτών του άρθρου 23§2 του ΚΟΚ (αλλαγή κατεύθυνσης) με εσφαλμένη μη εφαρμογή και έτσι οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα τόσο ως προς τον υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος, όσο και ως προς την συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου - οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Και αυτό (δηλαδή η παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων) διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ποδηλάτη (έγκαιρη αντίληψη εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου του εσφαλμένου και αιφνίδιου οδικού ελιγμού του ποδηλάτη, που έγινε όταν το αυτοκίνητο είχε πλησιάσει αρκετά, στροφή του οχήματός του προς τα αριστερά για να αποφύγει την παράσυρση του ποδηλάτη και άμεση και έντονη τροχοπέδηση) δεν συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του πρώτου εξ αυτών στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και δεν θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι γενεσιουργό αίτιο του ενδίκου ατυχήματος δεν ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου (75 χλμ/ώρα), η οποία υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο εκείνο όριο των 50 χλμ/ώρα, αλλά η αιφνίδια και ανέλεγκτη κίνηση του ποδηλάτη, η οποία και οδήγησε στον θανάσιμο τραυματισμό του.
Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος (δεύτερος) κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ιδίων ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, υπό την μορφή των ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του φερομένου ως ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, και υπό την μορφή των ασαφών αιτιολογιών ως προς την ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό το ανωτέρω πρόσχημα των ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
VI. Κατόπιν λοιπόν πάντων των προαναφερομένων πρέπει α) να γίνουν δεκτές οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης κατά ένα μέρος, β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της περί καθορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην υπ' αριθμ.
τέσσερα λατινικό (IV) σκέψη της παρούσας, γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Λάρισας), η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ.), δ) να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι - ενεχόμενοι κατ' ίσο μέρος - στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων εκάστου των αναιρεσειόντων, εκ των οποίων η μεν ασφαλιστική εταιρία "Η ΕΘΝΙΚΗ" έχει καταθέσει και προτάσεις, όχι όμως και ο Χ.
Α. (άρθρ. 106, 178§1, 180§1, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό και ε) να διαταχθεί η επιστροφή σε έκαστο των αναιρεσειόντων του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου που έκαστος τούτων κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν όσον μεν αφορά τον αναιρεσείοντα Χ. Α. τα υπ' αριθμ. 753257, 753258 και 753259 παράβολα υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, όσον δε αφορά την αναιρεσείουσα "Η ΕΘΝΙΚΗ" τα υπ' αριθμ. 1622011, 1622012 και 1622013 παράβολα υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατόν είκοσι (120) ευρώ και τα υπ' αριθμ. 007568, 029980 και 029981 παράβολα υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ, συνολικού ποσού εκατόν ογδόντα (180) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα ειδικότερον στο σκεπτικό εκτιθέμενα, την υπ' αριθμ. 284/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ειδικής διαδικασίας διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή σε έκαστο των αναιρεσειόντων του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου που έκαστος τούτων κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκαν όσον μεν αφορά τον αναιρεσείοντα Χ. Α. τα υπ' αριθμ. 753257, 753258 και 753259 παράβολα υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, όσον δε αφορά την αναιρεσείουσα "Η ΕΘΝΙΚΗ" τα υπ' αριθμ. 1622011, 1622012 και 1622013 παράβολα υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού εκατόν είκοσι (120) ευρώ και τα υπ' αριθμ. 007568, 029980 και 029981 παράβολα υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ, συνολικού ποσού εκατόν ογδόντα (180) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους - ενεχομένους κατ' ίσον μέρος - εκάστης των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος εκάστης τούτων, τα οποία ορίζει για τον αναιρεσείοντα Χ. Α. στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ και για την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία "Η ΕΘΝΙΚΗ" στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2014.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ