Legislator Case Law & Legislation
618/2021 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, quashing part of lower court ruling on compensation amount while dismissing other grounds.

Case Number 618/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the fourth insurance company due to lack of active standing but quashed the lower court's decision concerning the compensation amount for mental suffering. The court found that the fourth defendant failed to appear, while the other defendants successfully argued for a specific calculation of damages based on the deceased's death. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for a new trial on the disputed monetary figure, with costs allocated proportionally.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 118, 122, 123, 568 of the Code of Civil Procedure; Articles 1485, 1486, 1489, 1493 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the ground of lack of active standing was not raised before the Court of First Instance, but a partial quashing of the judgment is warranted when the contested amount requires further clarification by the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal active standing mental suffering remittal to lower court proportional costs insurance company death compensation

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 97, 118, 122, 123, 568 of the Code of Civil Procedure
Articles 1485, 1486, 1489, 1493 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 618 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 618/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Γ., 2) Κ. Π. του Α., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Κ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-11-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. Β. Φ. του Ε., χας Ν. Τ., κατοίκου …, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ν. - Ν. Φ. - Τ. του Ν., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α. ανακαλεί την από 5-11-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και β. η Ν. - Ν. Φ. - Τ. του Ν., της οποίας ασκούσε τη γονική μέριμνα η μητέρα της Β. Φ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, Β. 1) Δ. Τ. του Ν., 2) Ε. συζ. Δ. Τ., θυγ. Χ. Τ., 3) Χ. Τ. του Δ. και 4) Α. Τ. του Δ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Κυνηγοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-12-2013 και 14-4-2014 αγωγές των ήδη υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αρχικά, επί της ως άνω από 11-12-2013 πρώτης αγωγής, εκδόθηκε η 20525/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, και αφού οι δύο ως άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9660/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 449/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1 και 97 παρ.1, 118 αριθ. 5, 122 παρ.1, 123 παρ.1 και 568 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.

Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ` αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο.

Αν όμως κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 660/2014, ΑΠ 1968/2013, ΑΠ 2157/2007).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 576§ 3 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το αρθρ. 62 ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος απ' αυτούς, επί μεν απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση αυτής χωρεί νομίμως ως προς τους ομοδίκους που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομοτύπως, κηρυσσόμενης απαράδεκτης ως προς τους λοιπούς, επί δε αναγκαστικής (ομοδικίας) η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1322/2014, ΑΠ 720/2017).

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ` αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απουσιάζει κάποιος εξ αυτών, αν ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν έχει την πληρεξουσιότητα αυτού για να επισπεύσει τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη μόνο ως προς τον απολιπόμενο διάδικο, αν δε πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία ως προς όλους, εκτός αν οι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους.

Επομένως, σε μία τέτοια περίπτωση για να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να αποδεικνύεται ότι είτε οι λοιποί των αναιρεσειόντων είτε ο μόνος αναιρεσίβλητος κάλεσαν τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα (ΑΠ 573/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών (άρθρο 861Α'ΚΠολΔ) εκδοθείσα, 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 2-9-2015 έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων Χ.

Π., Κ. Π., ασφαλιστικής εταιρείας "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" και την από 18-7-2015 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "ΙΝΤΕΡΛΑΙΦ ΑΑΕΓΑ" κατά της 9960/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε συνεκδικάσει και είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμες κατ` ουσίαν, τις από 11-12-2013 και από 14-4-2014 αγωγές των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ως άνω εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, εις ολόκληρον ευθυνομένων για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ' αυτές (αγωγές).

Επομένως, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι αναιρεσείοντες τυγχάνουν μεταξύ τους απλοί ομόδικοι (άρθρο 74 ΚπολΔ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του πινακίου της δικασίμου της 4-10-2019 του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία το πρώτον είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί στο ακροατήριο η κρινόμενη αίτηση και κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και αναβλήθηκε, με αίτηση των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όλοι οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν, δια του δικηγόρου Ι.

Κ.. Κατά την ανωτέρω δε μετ` αναβολή δικάσιμο της 6-11-2020, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στο ακροατήριο, δεν εμφανίστηκε και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η τέταρτη από τους αναιρεσείοντες ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ".

Από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω απολειπόμενη τέταρτη αναιρεσείουσα επισπεύδει η ίδια τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης ή έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ενόψει του ότι από τα προσκομιζόμενα με αριθμούς …/…-05-2018 ειδικό πληρεξούσιο της Σ/φου Θεσσαλονίκης Ευγενίας Λιόλιου και …/…-9-2019 ειδικό πληρεξούσιο της Συμ/φου Θεσσαλονίκης Αντουανέτας Μήττα, αποδεικνύεται ότι ο παραστάς, εκπροσωπώντας αυτήν, κατά την αρχική δικάσιμο δικηγόρος Ιωάννης Καραγκούνης δεν είχε πληρεξουσιότητα για να την εκπροσωπήσει, έτσι ώστε η αναβολή από το πινάκιο να θεωρηθεί ως κλήση αυτής για την άνω δικάσιμο, ενώ επιπλέον δεν προκύπτει ότι αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο από τους λοιπούς αναιρεσείοντες ή από τους αναιρεσίβλητους, ή ότι επέσπευσε εκείνη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική αυτή δικάσιμο.

Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω να χωρισθεί η υπόθεση και να προχωρήσει η συζήτηση αυτής νομίμως ως προς τους τρεις πρώτους κατά σειρά αναιρεσείοντες, απλούς ομόδικους, που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την τέταρτη κατά σειρά αναιρεσείουσα.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.

Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.

Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη Ν.-Ν. Φ.-Τ. του Ν., της οποίας τη γονική μέριμνα ασκούσε η μητέρα της Β. Φ., δήλωσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει ατομικά τη δίκη στο όνομά της.

Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή γεννήθηκε στις 28-11-2000 (βλ. το υπ' αρ. …/…-10-2020 πληρεξούσιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Σοφίας Μποζατζίδου) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 28-11-2018, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (23-2-2017) και μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (19-2-2018).

Επομένως, μετά την ενηλικίωσή της, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της μητέρας της και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό της όνομα και όχι δια της ως άνω νομίμου αντιπροσώπου μητρός της. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, η ενηλικιωθείσα ως άνω αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι αυτή ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει τη δίκη ατομικά ως δικαιούχος διάδικος.

Την δήλωση αυτή επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά της.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Β. Φ., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Ν.-Ν. Φ.-Τ. (ήδη ενηλικιωθείσης) στρεφόμενη κατά των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων με την από 11-12-2013 (αρ.κατ. 31022/2013) αγωγή, επικαλούμενη τον, εκ του επισυμβάντος, την 12-7-2013, αυτοκινητικού ατυχήματος, θάνατο του Ν. Τ. συζύγου της και πατρός της ανήλικης, ζητούσε (όπως παραδεκτά μετέτρεψε κατά ένα μέρος τα αιτήματα της σε αναγνωριστικά), να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη εκάστη εξ αυτών από το θάνατο του ως άνω συγγενούς τους και επιπλέον τα αιτούμενα χρηματικά ποσά για έξοδα κηδείας, τα οποία δαπάνησε η ενάγουσα σύζυγος ατομικά και για στέρηση διατροφής της ανήλικης θυγατέρας της κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στην αγωγή.

Εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 20525/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αγωγής προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση από τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, από την οποία να αποδεικνύεται εάν οι ενάγουσες επιδοτήθηκαν ή δικαιούνται να λάβουν στο μέλλον ασφαλιστικές παροχές από τον ως άνω Οργανισμό αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια των εξόδων κηδείας και στέρησης διατροφής.

Στη συνέχεια, οι Δ. Τ., Ε. Τ., Χ. Τ. και Α. Τ., στρεφόμενοι κατά των ιδίων εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων με την από 14-4-2014, αρ. κατ.8565/2014 αγωγή τους, ζητούσαν (όπως παραδεκτά μετέτρεψαν κατά ένα μέρος τα αιτήματα τους σε αναγνωριστικά), να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη έκαστος εξ αυτών από το θάνατο του ως άνω υιού των δύο πρώτων και αδερφού των λοιπών δύο, αντίστοιχα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που τελικά, συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές εξέδωσε την με αριθμό 9660/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους που οδηγούσε δίκυκλο ποδήλατο, τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος (τράκτορος μετ' επικαθήμενου), έκανε εν μέρει δεκτές της αγωγές.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις αντίθετες εφέσεις τους, επί των οποίων εξεδόθη η προσβαλλόμενη με αριθμό 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τύποις και ουσία τις εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας ομοίως αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του τράκτορα, επιδίκασε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στους ενάγοντες.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

β'του Κ.Πολ.Δικ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τις συνθήκες ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του Ν. Τ. δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 12 Ιουλίου 2013 και περί ώρα 16.30', ο συγγενής αμφοτέρων των εναγόντων των συνεκδικαζομένων αγωγών, Ν.

Τ. οδηγούσε το άνευ πινακίδων κυκλοφορίας δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του, επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, κινούμενος στο άκρο δεξιό τμήμα της δεξιάς λωρίδας της οδού, με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, ήτοι προς το κέντρο της πόλης, με ταχύτητα 20-30 χιλ/ώρα. Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ….

όχημα-τράκτορα, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, που ήταν ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο όχημα έφερε το με αριθμ. κυκλοφορίας … επικαθήμενο, ιδιοκτησίας του ίδιου (πρώτου εναγομένου), που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο στην ίδια ως άνω οδό, έχοντας ομόρροπη κατεύθυνση με το ποδήλατο του συγγενούς των εναγόντων και όπισθεν αυτού, και πρόθεση να στρίψει δεξιά στη συμβολή με την Περιφερειακή Οδό και να κατευθυνθεί προς αυτή, με ταχύτητα 50-55 χιλ/ώρα.

Η οδός Εθνικής Αντιστάσεως στο ύψος της συμβολής της με την έξοδο προς την Περιφερειακή οδό είναι ευθεία και οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 18,9 μ., το δε ρεύμα κυκλοφορίας προς το κέντρο της πόλης έχει πλάτος 10,9 μ. Κατά τον παραπάνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, το δε όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ/ώρα (βλ.

την υπ' αριθμ. …/…./…/….-7-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το με ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Β τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης). Το ποδήλατο φτάνοντας σο ύψος της συμβολής της οδού Εθνικής Αντιστάσεως με την έξοδο προς την Περιφερειακή οδό συνέχισε κανονικά την κίνησή του ευθεία προς το κέντρο της πόλης, ενώ η θέση του ήταν στο δεξιό άκρο της οδού και σε απόσταση περί τα 0,80 μ έως 1 μέτρο από το πεζοδρόμιο.

Τη στιγμή εκείνη ο τράκτορας με το επικαθήμενο που κινούνταν από πίσω του και με μεγαλύτερη ταχύτητα έστριψε προς τα δεξιά για να εισέλθει στην περιφερειακή οδό με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου. Λόγω της σύγκρουσης το ποδήλατο ωθήθηκε προς τα εμπρός και ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο και έπεσε στο οδόστρωμα.

Ο οδηγός του τράκτορα μη έχοντας αντιληφθεί τη σύγκρουση με το ποδήλατο δεν διέκοψε την πορεία του αλλά συνέχισε την κίνηση εκτελώντας δεξιά στροφή για να εισέλθει στην έξοδο προς Περιφερειακή οδό, για άλλα 15 μέτρα περίπου, παρασύροντας το πεσμένο ποδήλατο και τον αναβάτη του στην πορεία του, που είχε εισχωρήσει κάτω από το αμάξωμα, την οποία πορεία διέκοψε ειδοποιούμενος από άλλους οδηγούς που είχαν αντιληφθεί το ατύχημα και του έκαναν σήμα να σταματήσει.

Ο ποδηλάτης και το όχημά του εισχώρησαν κάτω από το φορτηγό, αποτυπώνοντας στο κάτω τμήμα αυτού διαμήκεις εκδορές, σε όλο το μήκος του, μέχρι την έξοδο τους από τους οπίσθιους τροχούς του επικαθήμενου, σε απόσταση τουλάχιστον 15 μέτρων από το αρχικό σημείο τη παράσυρσής τους. Από το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 12/7/2013 (αριθμ.

Πρωτ. …/…) πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, φαίνεται ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης το ποδήλατο κινούνταν κανονικά στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, προπορευόμενο του τράκτορα μετά του επικαθήμενου, ενώ το τελευταίο ήταν σε διαδικασία ελιγμού για να εισέλθει στην έξοδο προς Περιφερειακή οδό, με αποτέλεσμα, κατά τη στροφή του να ωθήσει το ποδήλατο προς τα εμπρός και δεξιά και στη συνέχεια να το παρασύρει προς την έξοδο για Περιφερειακή Οδό.

Από την ανωτέρω σύγκρουση τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής των εναγόντων Ν. Τ., ο θάνατος του οποίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …./2013 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Μ. Τ., επήλθε από τις κακώσεις που υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος, ήτοι πλήρη συντριβή των οστών του κρανίου, βαρύτατες κακώσεις και κατάγματα καθώς και εγκαύματα τριβής στο λαιμό και στο θώρακα, ρήξη καρδίας και εγκαύματα τριβής των άνω και κάτω άκρων καθώς και ανοικτό κάταγμα δεξιού άνω άκρου.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου τον ποδηλάτη που κινείτο σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, έμπροσθεν και δεξιά αυτού, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να εισέλθει στην έξοδο για Περιφερειακή οδό, να συγκρουστεί με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου, του οποίου ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και έπεσε στο οδόστρωμα και ακολούθως να τον παρασύρει στην πορεία του προς την έξοδο της Περιφερειακής οδού (άρθρ 12 παρ.1, 13 παρ.1 και 2, 21 παρ.1 ΚΟΚ).

Η έλλειψη προσοχής του οδηγού του τράκτορα ήταν ο αποκλειστικός παράγοντας επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθώς αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ποδηλάτη, ο οποίος κινείτο κανονικά και σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, κατευθυνόμενος προς το κέντρο της πόλης, χωρίς να έχει αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, δεδομένων των κυκλοφοριακών συνθηκών (ιδιαίτερα αυξημένη κίνηση), των συνθηκών της οδού (προσέγγιση σε διασταύρωση με φωτεινό σηματοδότη και έξοδο προς Περιφερειακή οδό), του είδους του οχήματός του, της ηλικίας του και εμπειρίας του ως ποδηλάτη (αποδείχθηκε ότι φορούσε ειδικό κράνος, στολή ποδηλασίας και ήταν έμπειρος ποδηλάτης).

Επιπλέον το γεγονός ότι κανείς από τους λοιπούς χρήστες της οδού Εθνικής Αντιστάσεως είδε το ποδήλατο, και συγκεκριμένα η Μ. Ξ. και Ι. Α. που ακολουθούσαν ακριβώς πίσω από τον τράκτορα με το επικαθήμενο (ο δεύτερος εξ αυτών ακολουθούσε και βρισκόταν σε οπτική επαφή με τον τράκτορα στο ύψος του Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου μέχρι το σημείο που ο πρώτος εναγόμενος έστριψε δεξιά για την έξοδό του προς την Περιφερειακή οδό και είδε από την πίσω ρόδα του επικαθήμενου να πετάγεται το ποδήλατο και ο αναβάτης), ενώ οι άλλοι αυτόπτες μάρτυρες που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας και κατέθεσαν προανακριτικά είδαν τον τράκτορα με το επικαθήμενο, μετά το ατύχημα, αφού το όχημα των εναγομένων, λόγω του όγκου και του ύψους του, το έκρυβε από τα αυτοκίνητα που κινούνταν πίσω από το φορτηγό, συνηγορεί στο ότι ο ποδηλάτης κινείτο στα άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ομόρροπα και εμπρός από το φορτηγό των εναγομένων και όχι πίσω από αυτό, επιχειρώντας να το προσπεράσει από δεξιά, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Εάν αντίθετα ο ποδηλάτης κινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, πίσω από το φορτηγό και αύξανε την ταχύτητά του προσπαθώντας να το προσπεράσει πριν το τελευταίο στρίψει δεξιά προς Περιφερειακή οδό, οι παραπάνω χρήστες της οδού Εθνικής Αντιστάσεως θα είχαν αντιληφθεί το ποδήλατο κατά το χρόνο που αυτό επιχειρούσε να προσπεράσει το φορτηγό.

Συνεπώς ο οδηγός του ρυμουλκού, λόγω του όγκου και του ύψους του οχήματός του δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στον ποδηλάτη που κινείτο παράλληλα και εμπρός από το όχημά του, αλλά επιχείρησε ανέλεγκτα τη δεξιά στροφή, αγνοώντας παντελώς τον ποδηλάτη τον οποίο δεν αντιλήφθηκε καθόλου, ενώ αν είχε τεταμένη την προσοχή του θα τον είχε αντιληφθεί, λαμβάνοντας υπόψη το μήκος του ποδηλάτου και τη θέση του αναβάτη, αλλά και το ότι ο τράκτορας διένυσε αρκετή απόσταση με το ποδήλατο να προπορεύεται αυτού, χτυπώντας αυτόν, με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματος του, στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου.

Συνακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την παραδεκτώς και νομίμως προβληθείσα εκ της διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητος του θανόντος στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος (για την παραδεκτή προβολή της ενστάσεως αυτής όταν οι τρίτοι, όπως εν προκειμένω, ασκούν δικαιώματα από αδικοπραξία που τελέσθηκε σε βάρος άλλου, βλ.

ΑΠ 1501/80 ΝοΒ 29, 864, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ υπ'άρθρο 928 αρ. 10 Α. Φλούδα, Αστική ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, β'εκδ. Παρ. 73Ε', σελ. 83), εδραζομένη στα κατά τα άνω περιστατικά και, ακολούθως, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του φορτηγού, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος εκάστης των εφέσεων των εναγομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του τράκτορα στο ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αποκλειστική υπαιτιότητα, που επέδειξε ο αναιρεσείων οδηγός του φορτηγού (τράκτορα) στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με υπαιτιότητα του θανατωθέντος ποδηλάτη.

Ειδικότερα: α) αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (καιρικές, κυκλοφοριακές συνθήκες, μη περιορισμός ορατότητας, περιγραφή του οδοστρώματος και της συμβολής των οδών στο επίδικο σημείο, ακριβής αναγραφή του συνολικού πλάτους του οδοστρώματος αλλά και καθεμιάς εκ των τριών λωρίδων κυκλοφορίας), β) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο που βρισκόταν ο ποδηλάτης (άκρο δεξιό τμήμα της λωρίδος οδού Εθνικής Αντιστάσεως), η κατεύθυνσή του (ανατολικά προς δυτικά, ήτοι προς το κέντρο της πόλης ), η ταχύτητά του (20-30 χιλ/ωρα), γ) περιγράφεται επακριβώς η πορεία του τράκτορα με το επικαθήμενο (ομόρροπη κατεύθυνση με ποδηλάτη και πρόθεσή του να στρίψει δεξιά στη συμβολή με την Περιφερειακή οδό), η θέση του σε σχέση με τον ποδηλάτη (όπισθεν αυτού), ταχύτητά του (50-55 χιλ/ωρα) και η λωρίδα κυκλοφορίας, που κινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο στη λεωφόρο, δ) στη συνέχεια, περιγράφεται η ευθεία πορεία του ποδηλάτη (προς το κέντρο της πόλης), όταν αυτός έφθασε στο ύψος της συμβολής της οδού Εθνικής Αντιστάσεως με την έξοδο προς Περιφερειακή οδό και η κίνησή του στο ίδιο σημείο του τμήματος της οδού, ήτοι στο δεξιό άκρο και σε απόσταση 0,80 έως 1 μέτρο από το πεζοδρόμιο, ε) εκτίθεται με σαφήνεια η αιτία της σύγκρουσης, που ήταν η προς τα δεξιά στροφή του τράκτορα, που κινείτο πίσω από το ποδήλατο, αλλά με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτό, στ) αναγράφονται τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων, που ήταν η έμπροσθεν δεξιά πλευρά του τράκτορα και ο οπίσθιος τροχός του ποδηλάτου, ζ) περιγράφεται η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος μη αντιλαμβανόμενος το ποδήλατο και το ατύχημα, δεν διέκοψε την πορεία του, αλλά συνέχισε την κίνησή του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να εισχωρήσει το ποδήλατο με τον ποδηλάτη κάτω από το φορτηγό, αποτυπώνοντας διαμήκεις εκδορές σε όλο το μήκος του, μέχρι την έξοδό τους από τους οπίσθιους τροχούς του επικαθήμενου, σε απόσταση τουλάχιστον 15 μέτρων από το αρχικό σημείο παράσυρσής τους, τέλος η) σημειώνεται ότι ο οδηγός του φορτηγού διέκοψε την πορεία του, αφού ειδοποιήθηκε από άλλους οδηγούς, που του έκαναν σήμα να σταματήσει.

Οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογίας στην κρίση της περί των συνθηκών του ατυχήματος, της υπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσείοντος και της αιτιώδους συνάφειας και για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα αιτιώνται, ότι αντιφάσκουν:

α) η παραδοχή ότι το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος κινείτο με ταχύτητα 50-55 χιλ. την ώρα, με την παραδοχή της απόστασης ακινητοποίησής του μετά τη σύγκρουση, ήτοι των 15 μέτρων, αφού κατά τα διδάγματα κοινής πείρας (με απλό μαθηματικό υπολογισμό), η απόσταση των 15 μέτρων δεν αρκούσε για την ακινητοποίηση του οχήματος, 2) η παραδοχή ότι τρίτοι ειδοποίησαν τον οδηγό του φορτηγού και έτσι ακινητοποιήθηκε σε απόσταση μόλις 15 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως, με την παραδοχή της ταχύτητας των 50-55 χιλ/ώρα, που έχει δεχθεί το δικαστήριο, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (απλό μαθηματικό υπολογισμό) στην περίπτωση αυτή, θα απαιτείτο απόσταση 53 τουλάχιστον μέτρων για να ακινητοποιηθεί, ήτοι συνάγεται ότι η ταχύτητα του φορτηγού ήταν ελάχιστη και όχι αυτή των 50-55 χιλ/ώρα, 3) ότι δεν δικαιολογούνται οι ταχύτητες που δέχεται το δικαστήριο για το κάθε ένα από τα εμπλεκόμενα οχήματα, με τα σημεία συγκρούσεως αυτών, τα οποία θα έπρεπε να είναι ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού και ολόκληρο το ποδήλατο, ενόψει και της γωνίας υπό την οποία συνεκρούσθησαν.

Επίσης, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, επειδή 1) δεν αναφέρεται η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων πριν φθάσουν στην διασταύρωση, η απόσταση που είχε το φορτηγό από τη διασταύρωση όταν απέκτησε ή μπορούσε να αποκτήσει οπτική επαφή ο οδηγός του με το ποδήλατο, 2) δεν αναφέρεται το ακριβές σημείο της σύγκρουσης και παράσυρσης του ποδηλάτη, 3) παραλείπεται η αναφορά του συνολικού μήκους τράκτορα και επικαθήμενου, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η κίνηση του ποδηλάτου πίσω από το ύψος του τράκτορα και παράλληλα με το επικαθήμενο, ήταν επαρκής για να μην είναι ορατό σε άλλους χρήστες της οδού, ενόψει του όγκου και του μήκους οιουδήποτε τράκτορα και επικαθήμενου.

Οι παραπάνω αιτιάσεις για αντιφατικότητα αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία κινείτο το φορτηγό (τράκτορας με επικαθήμενο) και την απόσταση στην οποία τελικώς ακινητοποιήθηκε, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαράδεκτα, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας και όχι το αποδεικτικό πόρισμα (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚπολΔ).

Ειδικά μάλιστα, η επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και η υποτιθέμενη παράβασή τους, δεν αφορά στην ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά, αντιθέτως στην διάγνωση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως.

Ανεξαρτήτως και επιπλέον αυτών, οι φερόμενες αντιφάσεις, πέραν του ότι δεν συνιστούν τέτοιες, δεν αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σύμφωνα με το πόρισμα του δικαστηρίου, το ένδικο ατύχημα οφείλετο, "στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου τον ποδηλάτη που κινείτο σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, έμπροσθεν και δεξιά αυτού, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να εισέλθει στην έξοδο για Περιφερειακή οδό, να συγκρουστεί με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου, του οποίου ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και έπεσε στο οδόστρωμα και ακολούθως να τον παρασύρει στην πορεία του προς την έξοδο της Περιφερειακής οδού...Η έλλειψη προσοχής του οδηγού του τράκτορα ήταν ο αποκλειστικός παράγοντας επέλευσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, καθώς αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ποδηλάτη, ο οποίος κινείτο κανονικά και σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, χωρίς να έχει αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα...

Συνεπώς ο οδηγός του ρυμουλκού, λόγω του όγκου και του ύψους του οχήματός του δεν έδωσε τη δέουσα σημασία και προσοχή στον ποδηλάτη που κινείτο παράλληλα και εμπρός από το όχημά του, αλλά επιχείρησε ανέλεγκτα τη δεξιά στροφή, αγνοώντας παντελώς τον ποδηλάτη, τον οποίο δεν αντιλήφθηκε καθόλου, ενώ αν είχε τεταμένη την προσοχή του θα τον είχε αντιληφθεί...".

Επομένως, το δικαστήριο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον πρώτο εναγόμενο -οδηγό του τράκτορα -, επειδή αυτός δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και όχι γιατί είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, την οποία υπολόγισε και με βάση την απόσταση ακινητοποιήσεως, όπως αβάσιμα της αποδίδουν οι αναιρεσείοντες. Ας σημειωθεί πάντως εδώ, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, η απόσταση των 15 μέτρων, αφορά την απόσταση, στην οποία το ρυμουλκό παρέσυρε τον ποδηλάτη με το ποδήλατο, συνεχίζοντας να κινείται, όπως επακριβώς αναγράφεται ότι "...

ο οδηγός του τράκτορα, μη έχοντας αντιληφθεί τη σύγκρουση με το ποδήλατο, δεν διέκοψε την πορεία του, αλλά συνέχισε την κίνησή του, εκτελώντας δεξιά στροφή για να εισέλθει στην έξοδο προς Περιφερειακή οδό, για άλλα 15 μέτρα περίπου, παρασύροντας το πεσμένο ποδήλατο και τον αναβάτη του στην πορεία του, που είχε εισχωρήσει κάτω από το αμάξωμα..." .

Τέλος, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, επίσης υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες (αναγράφεται και το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων με ρητή παραπομπή του στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, βλ. 9ο φύλλο), αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του φορτηγού (τράκτορα) Χ. Π. και του ποδηλάτη και, του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον ως άνω οδηγό του φορτηγού, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε ο τελευταίος για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 64/2019, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 390ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα που εκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή τους από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία τους (ΑΠ 64/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1020/2014).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο είχε ως επακόλουθο τον θάνατο του ποδηλάτη, στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, είναι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του τράκτορα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προς απόδειξη.

Ειδικότερα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε: α) την από 3-4-2014 τεχνική γνωμάτευση του πραγματογνώμονος τεχνικού συμβούλου Κ. Λ., αν και στο προοίμιο της, όπου γίνεται αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, αναγράφεται ότι έλαβε υπόψη της και την ως άνω τεχνική γνωμάτευση και β) την κάρτα του ταχογράφου του φορτηγού, ήτοι αποδεικτικά μέσα τα οποία θα επηρέαζαν αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού της στο θέμα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Συγκεκριμένα, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με την τεχνική γνωμάτευση, ότι αγνόησε και δεν συνεκτίμησε αυτήν με άλλα αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, σε κρίσιμα για την πρόκληση του ατυχήματος στοιχεία, ήτοι την γωνία πρόσκρουσης, τα δύο σημεία επαφής του ποδηλάτου με τον τράκτορα που δείχνουν αντίστροφη διαφορά ταχύτητος, το σημείο σύγκρουσης, την ταχύτητα του φορτηγού και την κίνηση του ποδηλάτου στο νεκρό σημείο ορατότητας του οδηγού του φορτηγού.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της τεχνικής γνωμάτευσης, τα σημεία επαφής των οχημάτων ήταν διαφορετικά, η ταχύτητα του φορτηγού ήταν κάτω από 20 χιλιόμετρα την ώρα και πάντως όχι 50-55 χιλ/ώρα, όπως αντιθέτως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο οδηγός του τράκτορα δεν είχε δυνατότητα να αντιληφθεί την όλη κίνηση του ποδηλάτου, το οποίο επιχείρησε προσπέραση από δεξιά του (τράκτορα), είτε κινούμενο επί του πεζοδρομίου, είτε επί του οδοστρώματος, προτιθέμενο να συνεχίσει ευθεία την πορεία του, ενέργεια που δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει ο οδηγός του τράκτορα, ότι η σύγκρουση έγινε πριν το φορτηγό αλλάξει πορεία και ενώ κινείτο ακόμη ευθύγραμμα, οπότε ο ποδηλάτης επιχείρησε προσπέραση από δεξιά και αντιλαμβανόμενος ότι το φορτηγό θα στρίψει δεξιά, επιτάχυνε και προσπάθησε με αριστερό ελιγμό να διέλθει μπροστά από το φορτηγό, παρεμβληθείς και αποφράσσοντας με τον τρόπο την πορεία του φορτηγού με τα συνακόλουθα αποτελέσματα.

Επίσης, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την κάρτα του ταχογράφου, από την οποία οποία προκύπτει ταχύτητα κίνησης του φορτηγού πριν την πέδησή του περίπου 15 χιλ. την ώρα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη της "...

τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι....γ) την από 3/4/2014 τεχνική γνωμάτευση με αριθμό … του πραγματογνώμονος τεχνικού συμβούλου ασφαλιστικών εταιρειών Κ. Λ. που έγινε με επιμέλεια των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών, ....απλά αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε σε βάρος του εναγομένου οδηγού...".

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, την οποία συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν, όπως αυτά αναλυτικά εκτίθενται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, όπως και όλους τους προβληθέντες στην δίκη ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος ποδηλάτη, άλλως συνυπαιτιότητος αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, η άποψη των αναιρεσειόντων, ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν και συγκεκριμένα στην αποδοχή των ισχυρισμών του περί αποκλειστικής υπαιτιότητος του θανόντος ποδηλάτη, άλλως της ενστάσεως συνυπαιτιότητος αυτού (ποδηλάτη) κατά 95% , οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚπολΔ.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον, τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως, μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο θανών διένυε, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, το τεσσαρακοστό ένατο (49ο) έτος της ηλικίας του και ήταν σύζυγος και πατέρας αντίστοιχα των εναγουσών της πρώτης αγωγής και τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων της δεύτερης αγωγής και αδερφός των λοιπών εναγόντων της ιδίας αγωγής. 'Απαντες οι ενάγοντες διατηρούσαν ισχυρές σχέσεις στοργής και αγάπης με τον θανόντα, ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του οποίου, που επήλθε υπό τις ως άνω τραγικές περιστάσεις, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά αυτών, οι οποίοι περιλαμβάνονται άπαντες στην, κατά τα προαναφερθείσα έννοια, οικογένειά του, αφού δημιούργησε σ' αυτούς έντονα συναισθήματα θλίψεως και οδύνης.

Για να επέλθει μιας μορφής εξισορρόπηση από την δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες και να δοθεί σ' αυτούς κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί, και δη κατά τους όρους της προμνησθείσης διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τη λύπη, τον πόνο και τη στεναχώρια και, προεχόντως, στην παροχή προς αυτούς οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που υπέστησαν, προκειμένου να καταστεί, στο μέτρο του εφικτού, δυνατή η ηθική τους παρηγορία και η ψυχική τους ικανοποίηση.

Το Δικαστήριο δε, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, γενομένου κατά τις αρχές της ευλόγου αποζημιώσεως, δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως, επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, αλλ' ούτε και με ακραίες εκτιμήσεις να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχα υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επεδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσης δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης, η παραβίαση της οποίας ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚπολΔ.

Δηλονότι, τελικά, επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του εκ της εν προκειμένω αιτίας επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητος, ως γενική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας...Έτσι το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψιν το είδος της προσβολής, την διάρκεια και την ένταση της θλίψεως και του ψυχικού άλγους που οι προαναφερόμενοι ενάγοντες δοκίμασαν, δοκιμάζουν και θα δοκιμάζουν καθ' όλη τη διάρκεια του βίου τους, την απαιτούμενη για την καταπολέμησή του προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο και τον βαθμό συγγενείας που τους συνέδεε με τον θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη ο θάνατός του, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου προσώπου σε συνδυασμό με το ανυπαίτιο του θανόντος συγγενούς τους στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος, καθώς και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πλην αυτής των συνυποχρέων ασφαλιστικών εταιρειών, η οποία δεν συνεκτιμάται για τον ως άνω προσδιορισμό, αφού η ευθύνη τους είναι εγγυητική, κρίνει ότι το επιδικαστέο στους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης ανέρχεται, α) για την σύζυγό του στο χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, πέραν του ποσού των 44,00 ευρώ το οποίο επιφυλάχθηκε αυτή να αξιώσει από το ποινικό δικαστήριο παρισταμένη ως πολιτικώς ενάγουσα, β) για τη θυγατέρα του θανόντος Ν.-Ν.

Φ.-Τ. το ποσό των 100.000 ευρώ, γ) για καθένα από τους γονείς του θανόντος το ποσό των 50.000 ευρώ και δ) για καθένα από τ αδέρφια του θανόντος το ποσό των 30.000 ευρώ. " Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 §1, 5 §1 και 2, 20, 25 §1 (εδ.

δ') του Συντάγματος, 3, 6, 8, 14 της ΕΣΔΑ και 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους ως άνω αναιρεσίβλητους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι υπέρμετρα μεγάλα σε σχέση με αυτά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Τέλος, με τον τελευταίο (τέταρτο) λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚπολΔ, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, διατεινόμενοι ότι παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία, τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ.3 του Ν.3518/2006, παρ.5 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ.1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκαν με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, με το να δεχθεί ότι η πρώτη ενάγουσα, ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της, νομιμοποιείται ενεργητικά ν' αξιώσει αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της ως άνω ανήλικης από τον θάνατο του πατέρα της, αφού δεν κατετέθη αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου του αποβιώσαντος και δεν έχει ληφθεί κανένα ποσό ως σύνταξη της ανήλικης.

Σύμφωνα με την ΚΠολΔ 562 § 2 είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Κατά την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι' αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (βλ.

ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 945/2014, ΑΠ 877/2014, ΑΠ 817/2014 ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, απαιτείται η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων, που τους περιέχουν, καθώς και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων .

Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με τις προτάσεις, που κατέθεσαν, κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντικρούοντας την ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο που αφορά αξίωση της τότε ανήλικης ενάγουσας θυγατέρας του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα για την καταβολή αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής της από το θάνατο του πατέρα της προέβαλαν " ...

ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης ενάγουσας, υπό την ιδιότητα αυτής ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Ν. - Ν., να της καταβληθεί αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής του τέκνου της από τον θάνατο του συζύγου της, αφού η αξίωσή της αυτή έχει μεταβιβαστεί εκ του νόμου στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), στον οποίον ήταν ασφαλισμένος ο θανών, ο οποίος ασφαλιστικός φορέας υποχρεούται εκ του νόμου να καταβάλει σύνταξη στο άνω ανήλικο τέκνο ... ".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 20.525/2014 μη οριστική απόφασή του, αναφορικά με τη πιο πάνω ένσταση, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να προσκομισθεί Βεβαίωση, από την οποία να αποδεικνύεται αν επιδοτήθηκε ή δικαιούται να λάβει παροχές από τον Ο.Α.Ε.Ε. και ακολούθως μετά την επανάληψη της συζητήσεως, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 9660/2015 οριστική, απόφασή του με την οποία δέχτηκε τα ακόλουθα : " ...

Όπως προκύπτει από το προσκομισθέν με επίκληση από τις ενάγουσες, με αριθμό πρωτ. … /…-1-2015 πληροφοριακό σημείωμα του Ο.Α.Ε.Ε. / Διεύθυνση Α' Τομέα Θεσσαλονίκης, οι τελευταίες δεν κατέθεσαν αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους και δεν έλαβαν κανένα ποσό ως σύνταξη της ανήλικης και, ως εκ τούτου, η σχετικώς προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης ενάγουσας για την καταβολή αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής της ανήλικης θυγατέρας της από το θάνατο του πατέρα της λόγω μεταβιβάσεως της σχετικής αξίωσης στον ασφαλιστικό φορέα του θανόντος (Ο.Α.Ε.Ε.), τυγχάνει απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ... ".

Περαιτέρω, όμως, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με τις ασκηθείσες κατά της πρωτόδικης απόφασης εφέσεις τους, δεν επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο των εφέσεων αυτών την ως άνω ένσταση απαραδέκτου, που είχαν υποβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους σχετικά με την επιδικασθείσα "αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της δεύτερης ανήλικης τότε ενάγουσας" αρνήθηκαν μόνο το ύψος του επιδικασθέντος σχετικού κονδυλίου ως υπερβολικό, και επανέφεραν την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση συνεισφοράς της πρώτης ενάγουσας (μητέρας) στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου της, καταλήγοντας ότι "Με αυτά που έκρινε και επιδικάζοντας η εκκαλουμένη το ποσό των 850 € το μήνα, από 12-7-2013 μέχρι την ενηλικίωσή της (28-11-2018), έσφαλε:

Ως προς το ύψος των εισοδημάτων του θανόντα. Ως προς τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας. Ως προς τη συνεισφορά της μητέρας της. Ως προς τη συνεισφορά του θανόντα πατέρα της", ούτε άλλωστε επικαλούνται, όπως όφειλαν για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού τους, ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ για την επανυποβολή του, το δε Εφετείο δεν ερεύνησε τη μεταβίβαση ή όχι της σχετικής αξίωσης στον ασφαλιστικό φορέα του θανόντος ΟΑΕΕ) και συνακόλουθα την αυτοδίκαιη υποκατάστασή του κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις (Ν. 3518/2006 κλπ), ούτε την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ανήλικης (δια της ασκούσης την γονική μέριμνα μητέρας της) να λάβει αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της από το θάνατο του πατέρα της.

Αντίθετα, προκύπτει ότι το εφετείο, ασχολήθηκε μόνο με τα θέματα του ΑΚ, σχετικά με την κοινή υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο και τις συνθήκες ζωής που προσδιορίζουν το μέτρο της διατροφής και τέλος με τη χρονική διάρκεια αυτής της αξιώσεως διατροφής, έχουσας χαρακτήρα αποζημιώσεως, αρχόμενης από το θάνατο του υποχρέου, ήτοι με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ.

Διηγηματικά δε και μόνο, εκτίθεται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν κατετέθη αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου του αποβιώσαντος στον ΟΑΕΕ και ως εκ τούτου, τυγχάνει απορριπτέα η ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης ενάγουσας. Επομένως, εφόσον ο ως άνω ισχυρισμός δεν επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου, δεν μπορεί να στηρίξει λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 562 αρ. 2 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει: α) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", β) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης στον καθένα από τους έξι αναιρεσίβλητους, σύζυγο, θυγατέρα, γονείς και αδερφούς του θανόντος.

Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Ακόμη, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή αναλόγου μέρους δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-2-2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 449/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ".

Αναιρεί την 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, ως προς τους ίδιους διαδίκους για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ