Legislator Case Law & Legislation
1586/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and unfounded grounds regarding divorce property division.

Case Number 1586/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Thessaloniki Court of Appeal's judgment on divorce property division. The appellant argued for a specific asset valuation and alleged procedural errors, but the court found these claims inadmissible or legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's submitted documents were ordered to be deposited in the public fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 1400 and 1401 of the Civil Code; The appeal is inadmissible if the alleged ground is illegal or the appeal is vague and fails to specify the violated common sense principles.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility divorce property division unfounded appeal grounds common sense principles asset valuation error procedural defect public fund deposit

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4) and 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 1400 and 1401 of the Civil Code
Article 493(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 939 and 943 of the Civil Code
Articles 297 and 298 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1586 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1586/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Βογιατζή που ανακάλεσε την από 23/3/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Θ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Περσεφόνη Μαυράκη, η οποία, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1842/94/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 12/9/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1846/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 59/2011 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2017 μη οριστική και 134/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/12/2019 αίτησή του και τους από 20/10/2021 και 2/11/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.

Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 8377Γ/27-10-2021 και 9723Γ/3-11-2021 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Α. Κ. και της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ. Ζ., αντίστοιχα, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, ο τελευταίος επέδωσε, τόσο στην αναιρεσίβλητη όσο και στον κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαστικό πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτής, Ε.

Κ., νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η ανωτέρω δικάσιμος προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης που κλητεύθηκε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ενώ κατά την παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται πως έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως, και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.

Δηλαδή, η μη οριστική απόφαση δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την οριστική, εφόσον υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ' αυτής (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 858/2017, ΑΠ 109/2016, ΑΠ 1720/2013). Μη οριστική απόφαση είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο, αφού κρίνει παραδεκτή την έφεση, στη συνέχεια, ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, διατάσσει την επανάληψη συζήτησης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομισθούν οι εκθέσεις επίδοσης της κρινόμενης αγωγής (ΑΠ 1126/2019, ΑΠ 1273/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 2-12-2019 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Κατάθ. 55/2019, Αριθ. Δικ. 1586/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 134/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 4-10-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 60/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, με την αίτηση αναίρεσης παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την άνω 134/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και η 98/2017 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού, μετά την κατ' ουσίαν αποδοχή της 4-10-2008 έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση (60/2008) και κρατήθηκε η υπόθεση για να δικαστεί η ένδικη αγωγή, αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας αυτής και διατάχθηκε επανάληψη της συζήτησής της, για να προσκομισθούν οι εκθέσεις επίδοσης της αγωγής, καθόσον ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης αναφέρεται στο κριθέν με την τελευταία, μη οριστική απόφαση, νόμω βάσιμο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 του άρθρου αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 120 Ν. 4842/2021), καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912.2022, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τα από 20-10-2021 και από 2-11-2021 δικόγραφα πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η κατάθεση των οποίων έγινε στις 20-10-2021 και στις 2-11-2021, όπως προκύπτει από τις κάτω από αυτά με αριθμούς 113/20-10-2021 και 124/2-11-2021 πράξεις κατάθεσης της Γραμματέα του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.

Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και στον αντίκλητο αυτής, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα με αριθμούς 8378Γ/27-10-2021 και 9724Γ/3-11-2021, καθώς και 8404Γ/9-11-2021 και 9725Γ/3-11-2021, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης των προαναφερόμενων δικαστικών επιμελητών.

Επομένως, οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση (134/2018) είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση, δικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με την, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., από 22-12-2004 αγωγή της κατά των αρχικώς εναγομένων (εν διαστάσει συζύγου της και γονέων αυτού), ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης, λόγω της επικαλούμενης, υπαίτιας από πρόθεση και αντίθετης στα χρηστά ήθη, συμπεριφοράς τους.

Πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι αρχικώς πρώτος και δεύτερος των εναγομένων αποβίωσαν και, στη θέση τους, μετά την αποποίηση της κληρονομίας αμφοτέρων από την αρχικώς τρίτη εναγόμενη, υπεισήλθε, συνεχίζοντας τη δίκη, ο αναιρεσείων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους (αδελφός του πρώτου και υιός του δεύτερου).

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 60/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους αρχικώς πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, ενώ ως προς την αρχικώς τρίτη εναγομένη κήρυξε απαράδεκτη την κλήση. Η ενάγουσα άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης την από 4-10-2008, έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 59/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και, δικάζοντας την ένδικη αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε από την εκκαλούσα - ενάγουσα η από 12-9-2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1864/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (59/2011) λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, κατ' αποδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα - εκκαλούσα, με την από 16-4-2015 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση την από 4-10-2008 έφεσή της και επ' αυτής εκδόθηκαν οι συμπροσβαλλόμενες, με αριθμούς 98/2017 μη οριστική και 134/2018 τελεσίδικη, αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με την 98/2017 μη οριστική απόφαση, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε η ένδικη αγωγή, η οποία κρίθηκε νόμιμη, στη συνέχεια, όμως, αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης περί της ουσιαστικής βασιμότητας αυτής και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομιστούν, με επιμέλεια της ενάγουσας, οι εκθέσεις επίδοσης της αγωγής με κλήση προς συζήτησής της προς τους αρχικά εναγόμενους.

Ακολούθως, η υπόθεση επανήλθε και πάλι προς συζήτηση με κλήση της ενάγουσας και εκδόθηκε η 134/2018 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν μόνο ως προς τον αρχικά δεύτερο εναγόμενο και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων (ο οποίος υπεισήλθε στη δικονομική θέση αυτού ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του) να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 350.110 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά, όταν γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της ΑΚ 914, επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευόμενου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.

Προϋποθέσεις εφαρμογής της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι οι εξής: (1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει, όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. (2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημιάς, χωρίς να είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλ' αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. (3) Να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον (περιουσιακή ή ηθική). (4) Να υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν ορισμένη συμπεριφορά έρχεται αντικειμενικώς σε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη υπό την ανωτέρω έννοια (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός αυτού που την επέδειξε, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή η συμπεριφορά εκδηλώθηκε (ΑΠ 476/2021, ΑΠ 1121/2019).

Εάν δε η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται - σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ - και τα επιβαλλόμενα από αυτήν όρια (ΑΠ 212/2018, 900/2011). Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, υφίσταται εάν η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς, η οποία συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία πρόκλησής της.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς και ζημίας αιτιώδους - υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας - συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στο προαναφερόμενο άρθρο του Αστικού Κώδικα, ενώ αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας, (με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτή τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει), είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς (ΑΠ 476/2021, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 864/2014, 1652/2006).

Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι και εκείνη, κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού, ενώ δικαιούχος της αποζημίωσης δεν είναι ο οποιοσδήποτε που ζημιώθηκε από την "από πρόθεση" ανήθικη συμπεριφορά του δράστη, αλλά μόνο εκείνος, έναντι ακριβώς του (ή και του) οποίου η συμπεριφορά του ζημιώσαντος αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1214/2021, ΑΠ 764/2014, ΑΠ 1298/2006).

Τέτοια περίπτωση συμπεριφοράς αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συνιστά και η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων του συζύγου, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, γίνεται με μεθοδευμένες και νομιμοφανείς ενέργειες, προς τον σκοπό ματαιώσεως της ελπίδας ή πιθανότητας του άλλου συζύγου για την απόκτηση του εκ του άρθρου 1400 ΑΚ περιουσιακού δικαιώματος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 926 ΑΚ αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 ΑΚ, και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον.

Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων υπόχρεων, καθιερώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη περισσοτέρων προσώπων είτε επειδή η ζημία προκλήθηκε από κοινή πράξη αυτών, είτε επειδή τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται κατά το νόμο το καθένα αυτοτελώς για την αποκατάσταση της ζημίας, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε, στην περίπτωση της σωρευτικής ή διαζευκτικής αιτιότητας, ήτοι, όταν η ζημία προήλθε από αυτοτελείς και διακεκριμένες ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, που η καθεμία από αυτές από μόνη της, συνιστά αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, με την έννοια της προσφορότητας να προκαλέσει, αυτή καθ' εαυτή, ολόκληρη τη ζημία, χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτή ή εξακρίβωση ποιος αληθινά είναι ο πρόξενος της ζημίας ή ποιο το ποσοστό συμβολής του κάθε δράστη στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Στην ανωτέρω περίπτωση η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Υπάρχει δηλαδή ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεως αυτής και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο.

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον ΑΚ ή σε ειδικούς νόμους (ΑΠ 1354 / 2019, ΑΠ 1529/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1275/2019, ΑΠ 1/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ο Γ. - Ε.

Τ. τέλεσαν νόμιμο γάμο... την 2-5-1994 ..., από τον οποίο (γάμο) δεν απέκτησαν τέκνα, κατά τη διάρκεια δε της εγγάμου συμβιώσεώς τους διέμεναν στη ..., όπου από κοινού εργάζονταν σε επιχείρηση παρασκευής και πώλησης έτοιμων φαγητών με όχημα (καντίνα). Ειδικότερα, η ενάγουσα μετέβη ση ... ως μνηστή του πρώτου αρχικώς εναγομένου, το έτος 1993, και μετά την τέλεση του γάμου τους διατηρούσαν επιχείρηση παρασκευής και πώλησης, με όχημα (καντίνα), ετοίμων φαγητών, κυρίως ψημένων κοτόπουλων και σαλατών, αλλά και άλλα είδη κρεάτων, καθώς και ποτών.

Η επιχείρησή τους, η οποία λειτουργούσε αρχικώς από κοινού, εξυπηρετούσε διερχόμενους πελάτες, αλλά ταυτόχρονα αναλάμβανε και catering μαζικών εκδηλώσεων, γάμους, δεξιώσεις κλπ. Λειτουργούσε καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, μη εξαιρουμένων Σαββάτων και Κυριακών, καθώς και αργιών. Το έτος 1995 και επί μια διετία ο Γ. - Ε.

Τ. ... λειτούργησε παράλληλα, επιχείρηση καφετέριας (bistro), στην οποία απασχολούνταν και ο ίδιος, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να επιβαρυνθεί με τη λειτουργία της επιχείρησης καντίνας. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα λειτουργούσε καθημερινά την καντίνα, με πολύωρη προσωπική εργασία, η οποία μπορεί να έφτανε και τις 12 ώρες την ημέρα και φρόντιζε για τις προμήθειες των πρώτων υλών της επιχείρησης (κοτόπουλα, σαλάτες, ποτά κλπ), την προπαρασκευή, την επεξεργασία, το ψήσιμο των φαγητών και την διάθεσή τους στους πελάτες, καθώς επίσης για την καταγραφή των παραγγελιών, την είσπραξη των χρημάτων από κοινού με τον σύζυγό της, του οποίου, όμως, η παρουσία και προσωπική εργασία, περιορίστηκε κατά τη διετία 1995 - 1997, ενόψει των αναγκών της νεοϊδρυθείσας στη ..., συνεταιρικά με τον εξάδελφό του, επιχείρησης καφετέριας.

Για λόγους φορολογικούς, αρχικά η ενάγουσα εμφανιζόταν ως υπάλληλος του συζύγου της στην παραπάνω επιχείρηση καντίνας, από δε τον Μάρτιο του 1999 η ως άνω επιχείρηση μεταβιβάστηκε στο όνομα της τελευταίας (ενάγουσας). Ουσιαστικά όμως οι σύζυγοι ήταν συνεκμεταλλευτές της παραπάνω εμπορικής επιχείρησης, η οποία ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρος χάρη στην ακούραστη εργασία αμφοτέρων...

Από την παραπάνω επιχείρηση κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1994 μέχρι και το έτος 1999 προήλθε κέρδος 700.000 Γερμανικών μάρκων δηλ. 115.000.000 δρχ και ήδη 337.490,83 ευρώ. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα και ο σύζυγός της Γ. - Ε. Τ., κατά το χρόνο της εγγάμου συμβιώσεώς τους βρίσκονταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση λόγω των υψηλών εσόδων από την λειτουργία της επιχείρησης καντίνας και την από κοινού εργασία τους σε αυτήν...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι προ της τελέσεως του γάμου της εκκαλούσας - ενάγουσας με τον Γ. - Ε. Τ., ο τελευταίος δεν είχε κανένα ακίνητο περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του. Κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους, ο τελευταίος απέκτησε με αγορά, αποκλειστικά στο όνομά του, με χρήματα που αποτελούσαν οικογενειακό εισόδημα και ως εκ τούτου συνιστούν αποκτήματα του γάμου τους κατ' άρθρο 1400 ΑΚ, τα παρακάτω ακίνητα:

α) ... , β) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-12-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ορεστιάδος Βασιλικής Σταματοπούλου - Σπανούλη, νόμιμα μεταγεγραμμένου ..., την κυριότητα ενός αστικού ακινήτου, εμβαδού 293,45 τ.μ. και κατά νεοτέρα καταμέτρηση 290,96 τμ, κείμενου στο υπ' αριθμ. ... της ..., επί της οδού ..., αντί αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 20.918.607 δρχ.

Στο εν λόγω οικόπεδο και κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2000 ανεγέρθηκε με κοινά χρήματα της ενάγουσας και του συζύγου της Γ. - Ε. Τ., που απέκτησαν από την από κοινού εργασία τους στην παραπάνω επιχείρησή τους, πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο κατάστημα εμβαδού 142,44 τμ., πρώτο όροφο, αποτελούμενο από γραφεία συνολικού εμβαδού 135,92 τμ., δεύτερο, τρίτο και τέταρτο άνω του ισογείου ορόφους, εμβαδού 135,92 τμ εκάστου, αποτελουμένους από δύο διαμερίσματα ίσου εμβαδού έκαστος.

Την 24 Ιανουαρίου του έτους 2000 διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων συζύγων, οπότε η ενάγουσα επέστρεψε στην Ελλάδα, ενώ ο σύζυγός της παρέμεινε στη .... Οι σχέσεις των συζύγων πριν τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεώς τους, ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, για το λόγο αυτό, ο σύζυγος της εκκαλούσας - ενάγουσας, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξιώσεως συμμετοχής της τελευταίας στην, κατά τη διάρκεια του γάμου επαύξηση της περιουσίας του ιδίου, κατά το μέρος το οποίο ήταν αποτέλεσμα της δικής της συμβολής, κατόπιν νόμιμης δικαστικής διεκδίκησης, αφού τα αποτελούντα την περιουσία αυτή στοιχεία είχαν αποκτηθεί μόνο στο δικό του όνομα, προέβη, κατόπιν συνεννόησης με τους γονείς του, σε μεταβιβάσεις προς αυτούς, του σημαντικότερου από οικονομικής αξίας, ακινήτου και συγκεκριμένα της παραπάνω τετραώροφης οικοδομής.

Συγκεκριμένα, ο Γ. - Ε. Τ., δυνάμει των υπ' αριθμ. ... καικ .../15-2-2000 συμβολαίων της συμβολαιογράφου ... Βασιλικής Σταματοπούλου, νομίμως μεταγραφέντων στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών..., μεταβίβασε κατά κυριότητα αφενός λόγω δωρεάς ποσοστό 33,186% και λόγω πωλήσεως κατά το υπόλοιπο ποσοστό 66,814%, στους γονείς του, Θ.

Τ. (δεύτερο των αρχικών εναγομένων) και Α. συζ. Θ. Τ., κοινώς, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, το προαναφερόμενο οικόπεδο με την υφιστάμενη σ' αυτό νεοανεγειρόμενη τετραώροφη οικοδομή (υπό στοιχείο Α). Οι παραπάνω μεταβιβάσεις έγιναν ενόψει της μελλοντικής αξίωσης της ενάγουσας, για τη συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η οποία θα υφίστατο με την τυχόν αμετάκλητη λύση του γάμου ή την πάροδο τριετίας από την οριστική διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως και χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερη σχέση στοργής και αγάπης μεταξύ των εναγομένων, ήτοι του δωρητή - εν διαστάσει συζύγου της με τους δωρεοδόχους γονείς του ως προς τη δωρεά και χωρίς αντίστοιχο αντίτιμο ως προς την πώληση, αλλά με κοινό σκοπό των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων, δικαιοπαρόχων του ήδη εφεσιβλήτου, να ματαιωθεί η ικανοποίηση της αξιώσεώς της από την, κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεώς τους, συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της, η οποία (συμβολή) ανέρχεται στο 1/2 αυτής.

Ειδικότερα, οι γονείς του αρχικώς πρώτου εναγομένου συζύγου της εκκαλούσας - ενάγουσας, ηλικίας 62 και 63 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο της μεταβίβασης (15-2-2000), δεν αποδείχθηκε ούτε ότι κατέβαλαν το αναφερόμενο στα συμβόλαια πώλησης τίμημα, χρηματικό ποσό σε λογαριασμό του υιού τους - πωλητή, ούτε ότι είχαν οποιαδήποτε ανάγκη να ενισχυθούν οικονομικά από τον υιό τους.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ετύγχαναν ιδιαίτερα καλής οικονομικής κατάστασης. Εξάλλου, ο τρόπος μεταβίβασης, ήτοι κατά ένα ποσοστό με δωρεά και κατά το υπόλοιπο με πώληση, υποδηλώνει στενή συνεργασία και συνεννόηση μεταξύ των συμβαλλομένων, γονέων και τέκνου, περί του συμφερότερου, φορολογικά και για τις δύο πλευρές τρόπου μεταβίβασης, προκειμένου να ακυρωθεί η ικανοποίηση της μελλοντικής αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα της ενάγουσας.

Η αξία της παραπάνω τετραώροφης οικοδομής, κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής ανέρχονταν: α) το ισόγειο κατάστημα (εμβαδού 142,44 τ.μ. Χ 1.200 ευρώ/τ.μ. =) 170.928 ευρώ, β) ο α' όροφος γραφείων (εμβαδού 135,92 τ.μ. Χ 1.000 ευρώ/τ.μ.=) 135.920 ευρώ, γ) β', γ' και δ' όροφος [(εμβαδού 135,92 τ.μ. έκαστος Χ 950 ευρώ/τ.μ.) Χ 3 ορόφους =] 387.372 ευρώ.

Ήτοι η συνολική αξία της παραπάνω οικοδομής ανέρχονταν σε 694.220 ευρώ. Οι αρχικώς πρώτος και δεύτερος των εναγομένων προέβαλαν πρωτοδίκως την ένσταση, η οποία επαναφέρεται με τις προτάσεις του εφεσιβλήτου, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ότι το ως άνω ακίνητο αποκτήθηκε από τον σύζυγο της εκκαλούσας - ενάγουσας με δωρεές χρημάτων των γονέων του, προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού επικαλούνται αναλήψεις ύψους 700.000 γερμανικών μάρκων κατά το χρονικό διάστημα από 12-5-1997 μέχρι 14-12-1998, οι οποίες προκύπτουν από τον επικαλούμενο υπ' αρ. ...

λογαριασμό συναλλάγματος. Από τη φωτοτυπία όμως του κοινού τραπεζικού λογαριασμού με αρ. ... βιβλιαρίου ταμιευτηρίου σε συνάλλαγμα, που προσκομίζουν και οι δύο διάδικες πλευρές, αποδεικνύεται ότι δικαιούχοι του εν λόγω λογαριασμού είναι η ενάγουσα, ο σύζυγος της ενάγουσας, πρώτος αρχικώς εναγόμενος, Γ. - Ε.

Τ. και η μητέρα του τελευταίου, Α. Τ.. Ως εκ τούτου από το παραπάνω έγγραφο, όχι μόνο δεν αποδεικνύεται ο άνω προβληθείς ισχυρισμός, αλλά, αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός των δύο συζύγων και προφανώς για λόγους διατραπεζικής εξυπηρέτησης αυτών συμπεριέλαβαν και το όνομα της μητέρας του αρχικώς πρώτου εναγομένου και συζύγου της εκκαλούσας - ενάγουσας.

Συνεπώς, η ανωτέρω ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 9-2-2000 η εκκαλούσα - ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδος την υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 237/40/9-2-2000 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του συζύγου της μέχρι του ποσού των 67.500.000 δρχ., κατ' άρθρο 1402 ΑΚ, επικαλούμενη άμεσο κίνδυνο αποξενώσεως του καθού - συζύγου της από την κατασχετή περιουσία του.

Στην αίτηση αυτή σώρευσε και αίτημα χορηγήσεως προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό και με διάταξη του Δικαστή καταχωρηθείσα κάτωθι της πράξεως ορισμού δικασίμου (η δικάσιμος ορίστηκε για την 23-3-2000, υπό τον όρο επιδόσεως της αιτήσεως στον καθ' ου τρεις ημέρες προ της συζητήσεως), απαγορεύθηκε προσωρινά και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως (23-2-2000) η απαγόρευση κάθε νομικής μεταβολής της κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ' ου, συζύγου της ενάγουσας και ειδικότερα επί των παραπάνω υπό στοιχεία (α) και (β) ακινήτων, επιπλέον επιτράπηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ενάγουσας στα δύο (2) παραπάνω ακίνητα.

Ο σύζυγος όμως της εκκαλούσας - ενάγουσας, κατά την ορισθείσα προς συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων δικάσιμο, ήδη είχε μεταβιβάσει (την 15-2-2000) στους γονείς του το προαναφερόμενο οικόπεδο με την υφιστάμενη σ' αυτό τετραώροφη οικοδομή. Και ναι μεν, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους εναγομένους, υπ' αρ.

πρωτ. Φ683/ΑΣ 287/31-3-2000 διαβιβαστικό έγγραφο του Γενικού Προξενείου στη ..., προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών ..., με τίτλο "Αποστολή αποδεικτικού επίδοσης", η επίδοση της υπ' αρ. 237/40/9-2-2000 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας προς τον Γ. Τ., πραγματοποιήθηκε την 28-3-2000, ήτοι μεταγενέστερα τόσο της παραπάνω μεταβίβασης, όσο και της συζήτησης των ασφαλιστικών μέτρων, πλην όμως το γεγονός αυτό καθόλου δεν αναιρεί την δόλια προαίρεση του συζύγου της ενάγουσας, όπως δια των εσπευσμένων, ήτοι αμέσως μετά την διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, εκποιήσεων της τετραώροφης οικοδομής, των δυναμένων να υπαχθούν στην έννοια του "αποκτήματος" κατ' άρθρο 1400 ΑΚ ως άνω περιουσιακών στοιχείων, που σημειωτέον αποτελούσαν και το σημαντικότερο τμήμα, της κατά τη διάρκεια του γάμου, αποκτηθείσας περιουσίας, ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσης της συμμετοχής της τελευταίας στα αποκτήματα του γάμου της.

Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι αρχικώς πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπό κρίση έφεση, προέβησαν αφενός ο πρώτος εξ αυτών στην δωρεά και πώληση, ο δε δεύτερος στην αποδοχή και φερόμενη αγορά, αντίστοιχα, του επίδικου ακινήτου, με δόλια προαίρεση, ήτοι με σκοπό να προκαλέσουν ζημία στην ενάγουσα, η οποία (ζημία), κατά τα παραπάνω αποδεδειγμένα, ανήλθε σε ποσοστό 1/2 της συνολικής αξίας της μεταβιβασθείσας τετραώροφης οικοδομής και συγκεκριμένα στο ποσό των (694.220 Χ 1/2=) 347.110 ευρώ.

Σημειώνεται ότι η ενάγουσα περιόρισε τη ζημία της από την παραπάνω αποδεδειγμένη, εκ μέρους των ως άνω αρχικώς πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, αδικοπραξία σε βάρος της, με τις, νομίμως κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έγγραφες προτάσεις της... στο ποσοστό συμμετοχής της, επί της αξίας της προαναφερόμενης τετραώροφης οικοδομής, η οποία και μόνο τελικά μεταβιβάστηκε στους λοιπούς αρχικά εναγομένους, από το σύζυγό της, επιφέροντας σε αυτήν, αντίστοιχη, εξ αδικοπραξίας ζημία...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 919 και 914 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η συγκεκριμένη συμπεριφορά των αρχικώς πρώτου και δεύτερου των εναγομένων (συζύγου της αναιρεσίβλητης και πατέρα αυτού, αντίστοιχα), αξιολογούμενη κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστού και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει των κινήτρων που τους ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξαν, που κατέτεινε στην ματαίωση της ελπίδας και πιθανότητας της ενάγουσας για την απόκτηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 1400 ΑΚ, από το ως άνω, αποκτηθέν κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον πρώτο αρχικώς εναγόμενο, περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο της συμπλήρωσης της 3ετούς διάστασης με αυτόν (πρώτο αρχικώς εναγόμενο) και τη μέθοδο που χρησιμοποίησαν για την επίτευξη του σκοπού αυτού (ήτοι την μεταβίβαση της κυριότητας του άνω, σημαντικότερου από οικονομική άποψη, περιουσιακού στοιχείου, εν μέρει με δωρεά και εν μέρει με πώληση από τον αρχικώς πρώτο εναγόμενο προς τους αρχικώς δεύτερο και τρίτη εναγομένους - γονείς του και μάλιστα εσπευσμένα, 22 ημέρες αφότου διασπάστηκε η έγγαμη σχέση των συζύγων), αποτελεί συμπεριφορά από πρόθεση που αντίκειται στα χρηστά ήθη, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ζημία της αναιρεσίβλητης, που είναι ισόποση με την προσδιορισθείσα σε ποσοστό 1/2 συμβολή της στην απόκτηση του άνω περιουσιακού στοιχείου, το οποίο, ωστόσο, είχε αποκτηθεί αποκλειστικά στο όνομα του αρχικά πρώτου εναγόμενου συζύγου της.

Ενόψει αυτών, οι συμπροσβαλλόμενες αποφάσεις (98/2017 μη οριστική και 134/2018 οριστική) που έκριναν ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, σε συνδ. με το άρθρο 914 αυτού, ορθά εφάρμοσαν τις άνω διατάξεις και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι συναφείς προς αυτόν πρώτος και έκτος λόγοι των από 20-10-2021 πρόσθετων λόγων αυτής, κατά το αντίστοιχο σκέλος τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και συγκεκριμένα ότι η ανωτέρω συμπεριφορά των αρχικώς εναγόντων δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη κατ' άρθρο 919 ΑΚ, καθόσον κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης (15-2-200) δεν είχε γεννηθεί η αξίωση της ενάγουσας από τα αποκτήματα λόγω μη συμπλήρωσης τριετούς διάστασης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκ προθέσεως ματαίωση ανύπαρκτης αξίωσής της, ενώ κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, οπότε είχε συμπληρωθεί η τριετής διάσταση των διαδίκων συζύγων, η αναιρεσείουσα μπορούσε να ασκήσει την εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αξίωσή της, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποδιδόμενης στον δεύτερο των αρχικώς εναγόντων αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ότι ο ανωτέρω (δεύτερος αρχικώς ενάγων) προς τον σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης της αξίωσης συμμετοχής της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) στην κατά τη διάρκεια του γάμου επαύξηση της περιουσίας του αρχικώς πρώτου εναγομένου - συζύγου της, κατά το ποσοστό που ήταν αποτέλεσμα της δικής της συμβολής, ενεργώντας κατόπιν συνεννόησης με τον πρώτο αρχικώς εναγόμενο, προέβησαν, 22 ημέρες μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των ανωτέρω συζύγων, στην σύνταξη των επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων, με τα οποία ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε προς τον αρχικώς δεύτερο από αυτούς, ο οποίος αποδέχθηκε την προς αυτόν μεταβίβαση, την κυριότητα του σημαντικότερου από οικονομική άποψη περιουσιακού στοιχείου, το οποίο (ο πρώτος αρχικώς εναγόμενος) είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, επιλέγοντας μάλιστα και τον συμφερότερο φορολογικά για αμφότερους τους συμβαλλόμενους τρόπο μεταβίβασης του ακινήτου, ήτοι κατά ένα μέρος με δωρεά και κατά το υπόλοιπο με πώληση, έτσι ώστε το άνω περιουσιακό στοιχείο να μην υφίσταται κατά το χρόνο γέννησης του κατά το άρθρο 1400 ΑΚ δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (ήτοι, της αμετάκλητης λύσης του γάμου ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης).

Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης (αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα) η παράθεση και άλλων περιστατικών, ούτε η αναφορά περί του εάν η υπολειπόμενη περιουσία του αρχικώς δεύτερου εναγόμενου δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της κατ' αυτού αξίωσης της αναιρεσίβλητης, αφού η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση είναι εκ του άρθρου 919 ΑΚ και όχι εκ του άρθρου 939 ΑΚ, κατά την οποία, απαιτείται η συνδρομή τέτοιας προϋπόθεσης.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, καθώς και οι συναφείς δεύτερος και έβδομος λόγος των από 20-10-2021 πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 919 και 914 ΑΚ λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, είναι αβάσιμοι.

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού αφενός μεν δέχεται ότι δεν συντρέχει ιδιαίτερη σχέση στοργής μεταξύ των αρχικώς εναγομένων (συζύγου της αναιρεσίβλητης και γονέων του), ενώ στη συνέχεια, αντιφατικά δέχεται ότι στον ...

κοινό λογαριασμό συναλλάγματος δικαιούχοι ήταν η αναιρεσίβλητη, ο σύζυγός της και η μητέρα του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αντίφαση πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αιτιολογιών που στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν υπάρχει μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες καθεμία στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ίδιας απόφασης (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1431/2015), όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, που η πρώτη αιτιολογία αναφέρεται στο κεφάλαιο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αρχικώς δεύτερου εναγομένου, ενώ η δεύτερη αιτιολογία στο κεφάλαιο της ένστασης των εναγομένων ότι το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε από τον αρχικώς πρώτο εναγόμενο με δωρεά χρημάτων των γονέων του, στηρίζοντας η καθεμία διαφορετική διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και τους συναφείς με αυτόν έκτο και έβδομο λόγους των από 20-10-2021 πρόσθετων λόγων αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης με ανεπαρκείς αιτιολογίες των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 919 και 298 ΑΚ με την επίκληση ότι, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η αξία της επίδικης τετραώροφης οικοδομής, που αποκτήθηκε στο όνομα του αρχικά πρώτου εναγόμενου κατά τη διάρκεια του γάμου με την αναιρεσίβλητη, ανερχόταν στο ποσό των 694.220 ευρώ, ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην απόκτηση αυτού του περιουσιακού στοιχείου προσδιορίστηκε σε ποσοστό 1/2, που αντιστοιχεί σε ποσό 347.110 ευρώ και ότι στον αρχικώς δεύτερο εναγόμενο μεταβιβάστηκε το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων έπρεπε να δεχθεί ότι η ματαίωση της ικανοποίησης της αξίωσης της αναιρεσίβλητης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αρχικά δεύτερου εναγόμενου και η αντίστοιχη ζημία της επήλθε κατά ποσοστό ίσο με της μεταβίβασης, ήτοι κατά ποσό 173.555 ευρώ (347.110 Χ1/2) και όχι κατά το ποσό των 347.110 ευρώ που εσφαλμένα δέχθηκε.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση της αναιρεσίβλητης δεν είναι αξίωση από τα αποκτήματα (ΑΚ 1400), αλλά αξίωση από αδικοπραξία, στην οποία, σύμφωνα τα αναπτυσσόμενα στη σχετική νομική σκέψη, η ενοχή μεταξύ των περισσότερων ευθυνόμενων είναι εις ολόκληρον (ΑΚ 926) και συνεπώς, ορθά επιδικάστηκε σε βάρος του αρχικά δεύτερου εναγόμενου, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενου με τον αρχικά πρώτο εναγόμενο για τη ζημία της αναιρεσίβλητης, το σύνολο της αποζημίωσης.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί oυσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 41/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο των από 20-10-2021 πρόσθετων λόγων, όπως συμπληρώνεται με το από 2-11-2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, του περιεχόμενου του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρότεινε ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, περί δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από την 6/414/34/16-1-2001 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία εκδόθηκε επί της με αριθμό 414/34/10-3-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αρχικά εναγομένων, με την οποία ζήτησε τη διάρρηξη των επίδικων δύο μεταβιβάσεων ως καταδολιευτικών, με την οποία (απόφαση) η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των εν λόγω απαλλοτριώσεων δεν ήταν γεγενημένη η αξίωση της αναιρεσείουσας από αποκτήματα, λόγω μη συμπλήρωσης τριετούς διάστασης της εγγάμου συμβίωσης με τον πρώτο αρχικώς εναγόμενο σύζυγό της.

Ο ανωτέρω περί δεδικασμένου ισχυρισμός είναι όμως μη νόμιμος, δεδομένου ότι το δικαίωμα που κρίθηκε αμετακλήτως στην ανωτέρω δίκη δεν είναι η ανυπαρξία δικαιώματος της αναιρεσίβλητης από το άρθρο 1400 ΑΚ, αλλά η ανυπαρξία γεγενημένης αξίωσής της από αποκτήματα κατά το χρόνο των απαλλοτριώσεων, προϋπόθεση αναγκαία για την άσκηση της ανωτέρω ασκηθείσας αγωγής διαρρήξεως, όχι, όμως και της ένδικης αγωγής, αντικείμενο της οποίας είναι η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά των αρχικώς εναγομένων, η οποία με τις επίδικες μεταβιβάσεις κατέτεινε στην ματαίωση της ελπίδας ή της πιθανότητας της ενάγουσας για την απόκτηση του εκ του άρθρου 1400 ΑΚ περιουσιακού δικαιώματος κατά τον χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των συζύγων.

Ενόψει αυτών, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι μη νόμιμος, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού (ΟλΑΠ 14/2004). Εξάλλου, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους των από 20-1-2021 πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1400 και 1401 εδ. 1 ΑΚ.

Οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε, αφού η ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, από αδικοπραξία και όχι αξίωση από τα αποκτήματα, επί της οποίας οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή.

Τέλος, με τους έκτο και έβδομο λόγους των από 20-10-2021 πρόσθετων λόγων, κατά το τρίτο μέρος τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο προσδιόρισε την αξία του επίδικου ακινήτου όπως προσδιορίστηκε στην αγωγή, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει ότι η αποτίμηση δεν ανταποκρίνεται στην αξία του ιδανικού μεριδίου, το οποίο υποχρεούται να αποδώσει ο αναιρεσείων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 ΑΚ και το οποίο υπολείπεται του ημίσεως της πλήρους κυριότητας και με την έννοια αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο των από 20-10-2021 πρόσθετων λόγων ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν κατά την εφαρμογή των άνω διατάξεων και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019, ΑΠ 74/2019) και σε κάθε περίπτωση διότι, με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το ύψος της προκληθείσας στην αναιρεσίβλητη ζημίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-12-2019 (Αριθ. Καταθ. 55/2019, Αριθ. Δικ. 1586/2020) αίτηση και τους από 20-10-2021 (Αριθ. Κατάθ. 113/2021) και από 2-11-2021 (Αριθ. Κατάθ. 124/2021) πρόσθετους λόγους για αναίρεση των με αριθμούς 134/2018 (οριστικής) και 98/2017 (μη οριστικής) αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου κωλυομένου η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ