Supreme Court dismisses appeal against security measure decision as inadmissible due to lack of appeal rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance security measure decision because such decisions are legally inadmissible for review. The plaintiffs, absent from the hearing, sought to lift a temporary asset seizure, while the State argued for the measure's continuation. The court ruled that the specific procedural framework for security measures explicitly prohibits appeals against these rulings to ensure swift resolution.
Legislator headnote
AI generatedArticles 699 and 682 of the Code of Civil Procedure; Security measure decisions are final and cannot be appealed to ensure procedural speed and temporary nature of the remedy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1581 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1581/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου (ΑΦΜ: ...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (...), στην προκειμένη, δε, περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κρατικών Εγγυήσεων & Κίνησης Κεφαλαίων της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ. του Γ. και της Α., 2) Α. Γ. του Β. και της Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2020 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 478/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2992/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ αν την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη νόμιμα παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των απολειπομένων διαδίκων (ΑΠ 670/2024, ΑΠ 206/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι` αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκη. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο το οποίο εκπροσωπήθηκε νόμιμα από την πληρεξούσια δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, προσκόμισε και επικαλέστηκε την αρ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσίβλητους, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία των τελευταίων, κατ'άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αποτελεί την κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι, με την υπ'αρ. 39731/4240/26-6-2020 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), κατά του Ελληνικού Δημοσίου, επικαλούμενοι ότι ήδη, από το έτος 2015, κατέχουν την ελληνική υπηκοότητα, αιτήθηκαν την άρση της μεσεγγύησης ενός ακινήτου που βρίσκεται στην Αθήνα, του οποίου κατέστησαν συγκύριοι με κληρονομική διαδοχή, κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά έκαστος, καθ' ό χρόνο (1980) δεν είχαν ακόμη αποκτήσει την ελληνική υπηκοότητα και εθεωρείτο τούτο, κατά τις διατάξεις του ΑΝ. 2636/1940 εχθρική περιουσία.
Η αίτησή τους δικάστηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 επ.ΚΠολΔ) και με την 478/2021 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κήρυξε εαυτό καθύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης στο καθύλη αρμόδιο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δικάστηκε κατά την ίδια διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και το δικαστήριο με την 2992/2022 προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφασή του, απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ο α.ν. 2636/1940 "Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών" (Α' 379), ο οποίος καταργήθηκε με την από 30.4/2.5.1941 απόφαση του κατοχικού υπουργικού συμβουλίου (Α' 149) και επανατέθηκε σε ισχύ με τον ν. 13/1944 (Α' 11), ορίζει στη μεν παρ. 1 του άρθρου 1 ότι "εχθροί" υπό την έννοια του νόμου θεωρούνται τα κράτη τα οποία δια Β.
Διαταγμάτων ορίζονται εκάστοτε ως εχθρικά (περίπτ. α'), καθώς επίσης και τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν την ιθαγένεια των κατά την περίπτωση α' εχθρικών κρατών ή έχουν κατοικία ή μόνιμη διαμονή σ' αυτά (περίπτ. β'), στη δε παρ. 2 του ιδίου άρθρου ότι δεν είναι "εχθροί" τα φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν την ιθαγένεια εχθρικού κράτους, εφόσον είναι ελληνικής καταγωγής και διαμένουν στην ημεδαπή.
Περαιτέρω, στο άρθρο 6 του α.ν. 2636/1940 ορίζεται ότι οι εν Ελλάδι εχθρικές περιουσίες τίθενται υπό μεσεγγύηση από της θέσεως σε εφαρμογή του Νόμου και ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη κάθε διάθεση των εν λόγω περιουσιών από τον εχθρό δικαιούχο, στο άρθρο 12 ότι διαχειριστής των υπό μεσεγγύηση εχθρικών περιουσιών είναι εκ του νόμου ο Οικονομικός Έφορος της περιφερείας όπου κείται έκαστο περιουσιακό στοιχείο (παράγρ. 1), δύναται όμως με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να ορίζονται διαχειριστές και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώτες (παράγρ. 3), στο άρθρο 17 ότι με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας μπορεί να θεσπισθούν εξαιρέσεις από τις διατάξεις του νόμου αυτού ως προς ορισμένες κατηγορίας προσώπων ή πράξεων, ή ως προς ορισμένα πρόσωπα ή πράξεις, στο άρθρο 19 ότι προς παρακολούθηση της εφαρμογής του νόμου συνιστάται επιτροπή, της οποίας ορίζεται αυτόθι η σύνθεση (παράγρ. 1), και ότι τα έσοδα σε μετρητά από τη διαχείριση των μεσσεγγυημένων περιουσιών κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και κινείται με εντολές του Υπουργού Οικονομικών (παράγρ. 2), στο δε άρθρο 21 παράγρ. 2 ότι η εν όλω ή εν μέρει θέση σε εφαρμογή και η λήξη της ισχύος των διατάξεων του νόμου γίνεται δια Διατάγματος [ήδη δια κοινών αποφάσεων του Προέδρου της Κυβερνήσεως και των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, βλ.
άρθρο 28 του ν.δ. 1138/1949 (Α' 257)]. Κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 21 του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε το Β.Δ. της 10.11.1940 (Α' 379) με το οποίο, καταργηθέν με την προαναφερθείσα απόφαση 30.4/2.5.1941 και επανατεθέν σε ισχύ με τον ν. 13/1944, ορίσθηκαν αναδρομικώς από 28.10.1940 ως εχθρικά κράτη η Ιταλία και η Αλβανία.
Περαιτέρω, με την κοινή απόφαση 144862/3547/17.6.1947 των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας (Β' 93), η οποία εκδόθηκε δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 17 του α.ν. 2636/40, εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου τα ελληνικής καταγωγής φυσικά πρόσωπα τα κεκτημένα ελληνική ιθαγένεια και διαμένοντα στην Αλβανία, υπό τον όρο ότι τα πρόσωπα αυτά "δεν επέδειξαν αντεθνική διαγωγή", ορίσθηκε δε ότι η εξαίρεση χωρεί μετά σύμφωνη γνώμη της προβλεπομένης στο άρθρο 19 του αυτού νόμου επιτροπής. Η μεσεγγύηση των "εχθρικών" περιουσιών που επιβάλλεται με τις διατάξεις του α.ν. 2636/1940 έχει σαν μόνη συνέπεια την πρόσκαιρη αποστέρηση των κυρίων τους από κάθε εξουσία επ' αυτών και την ανάθεση της διαχειρίσεώς τους στον οικείο οικονομικό έφορο που ενεργεί ως εκπρόσωπος, όχι του Δημοσίου, αλλά των κυρίων των περιουσιών αυτών, σύμφωνα με τους κοινούς περί μεσεγγυήσεως κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, όπως συμπληρώνονται από τις διατάξεις του α.ν. 2636/1940.
Συνεπώς, οι διαφορές που δημιουργούνται από την άρνηση της άρσεως της μεσεγγύησης, όπως εν προκειμένω, αναφερόμενες αποκλειστικά σε ιδιωτικά δικαιώματα, υπάγονται, ως εκ της φύσεώς τους, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επ' ευκαιρία της σχετικής διαφοράς θα κρίνουν για την συνδρομή ή μη των νομίμων προϋποθέσεων για την άρση της (ΣτΕ 788/2019).
Κατά το άρθρο 577 αρ.1 ΚΠολΔ., το δικαστήριο πρώτα ερευνά το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για το παραδεκτό της, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 577 αρ.2 ΚΠολΔ, ΑΠ 842/2013, ΑΠ 490/2013). Κατά το άρθρο 699 ΚΠολΔ "αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά".
Από το πνεύμα και το σκοπό της διάταξης αυτής, που αποβλέπει και στην αποφυγή της συνακόλουθης των ενδίκων μέσων βραδύτητας στην περάτωση των δικών που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα κατά τnν έννοια του άρθρου 682 ΚΠολΔ, όπως είναι τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 704 έως 738, προκύπτει ότι το καθιερούμενο από την εν λόγω διάταξη (άρθρο 699) ασυγχώρητο της ασκήσεως των ενδίκων μέσων αναφέρεται και στις αποφάσεις, με τις οποίες το δικαστήριο σε γνήσιες υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων αποφαίνεται πως είναι αναρμόδιο να δικάσει τη σχετική αίτηση και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Πράγματι o νομοθέτης στην κατάστρωση, της υπό συζήτηση διαδικασίας αποβλέπει στην ταχύτατη και προσωρινή ρύθμιση δικαιωμάτων ή καταστάσεων μέσω δικαστικών αποφάσεων που θα δέχονται ή θα απορρίπτουν αιτήσεις διαταγής ασφαλιστικών μέτρων ή που θα δέχονται ή θα απορρίπτουν αιτήσεις για ανάκληση (ή μεταρρύθμιση) των ως άνω αποφάσεων, απεύχεται δε, εξ oυ και δεν προβλέπει σχετικά την έκδοση αποφάσεων άλλης κατηγορίας και δη τέτοιων προπαρασκευαστικών των αποφάσεων της ως ανωτέρω πρώτης κατηγορίας, όπως είναι εκείνες που θα παραπέμπουν την υπόθεση σε άλλο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας (υλικής ή τοπικής) εκείνου που επιλήφθηκε, ή εκείνες που θα διατάζουν διεξαγωγή αποδείξεων, ή εκείνες που θα αναβάλουν τη συζήτηση ως το πέρας άλλης δίκης, ή εκείνες που θα παραπέμπουν ορισμένους ισχυρισμούς σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Απαγορεύει δε ρητά τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων της ως ανωτέρω πρώτης κατηγορίας, αποδεχόμενος έτσι το να ισχύει ακόμη και μια τέτοια εσφαλμένη και ενδεχομένως έκδηλα άδικη απόφαση, τούτο δε χάρη στην ταχύτητα της ακολουθούμενης διαδικασίας και με αντίβαρο την προσωρινότητα της ρύθμισης. Ως προς δε τις αποφάσεις της ως άνω δεύτερης κατηγορίας, και πάλι χάρη στην ταχύτητα της ακολουθούμενης διαδικασίας και με αντίβαρο την προσωρινότητα της ρύθμισης, απαγορεύει, κατά μείζονα λόγο, σιωπηρά όμως και κατά το πνεύμα του, τα ένδικα μέσα γι` αυτές τις (της δεύτερης κατηγορίας) αποφάσεις (ΑΠ 1185/2013, ΑΠ 97/2010, ΑΠ 1821/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω 2992/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων περί άρσης του ασφαλιστικού μέτρου της μεσεγγυήσεως που όπως προαναφέρθηκε επιβάλλει την πρόσκαιρη αποστέρηση αυτών από την περιουσία τους, είναι κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, απαράδεκτη, ως στρεφομένη κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας δεν επιτρέπεται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην απόφαση ελλείψει σχετικού αιτήματος από τους απόντες αναιρεσίβλητους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.12.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 2992/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ