Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, returning advance fee to appellant despite loss.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece Pension Fund against a labor court decision ordering interest payments. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim of abusive exercise of rights, but the court found the appeal inadmissible because it failed to specify the factual circumstances constituting the abuse. Consequently, the court ordered the return of the advance fee paid for the appeal and awarded the respondent the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 495(3) para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: An advance fee paid for an appeal in a labor dispute must be returned to the appellant regardless of the appeal's outcome, and an appeal ground regarding violation of substantive law is inadmissible if it fails to identify the specific violated provision and the specific factual error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1579 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1579/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Β. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 703/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4732/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 1/12/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά εργατική διαφορά, το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει το με αριθμό 433782152951 1220 0087 ηλεκτρονικό παράβολο ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και την από 21.10.2021 ηλεκτρονική πληρωμή του μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκηση αναίρεσης. Επειδή η ως άνω διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης.
Με την από 1.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης 9530/1072/15.12.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 4732/20.7.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 15.12.2020 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 20.7.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστάθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εθνικής Τράπεζας, το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (ΤΑΠΕΤΕ) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόμενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε με την ίδια απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συμβουλίου, με σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόμενους σε αυτό.
Ακολούθως, με το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, με την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της ως άνω Τράπεζας, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης της Ελλάδος" ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού του.
Στη συνέχεια, με το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παράγραφο 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παραγράφου 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παραγράφου 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παραγράφου 8 του άρθρου 138 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.
με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, μετά από αίτηση που υποβάλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου μεταβίβασης...
Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω Ταμεία με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε Ταμείου...
Το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση...".
Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης εκδόθηκε η Φ.80000/30226/1366/ 14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική μελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.
Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης της παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19-12-2013), με την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18-11-2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16-12-2013 του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρμόζεται:
α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς Κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους (όπως είναι και το αναιρεσείον νπιδ ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται μεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόμο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον τούτο δεν προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη (ΟλομΣτΕ 1210/2010).
Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παραγράφου 20 εδάφιο τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικά το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν τα εν λόγω Ταμεία, περιλαμβανομένου και του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/ 1180/19-12-2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διάταξης, ως προς το μέρος της με το οποίο ανακαθορίζεται αναδρομικά το απονεμόμενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την Υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίμαχης απόφασης του Δ.Σ.
του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόμιμη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα. Επομένως, είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, έχουν, δηλαδή, αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδότησης από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της 23/16-12-2013 απόφασης του Δ.Σ.
του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι, έτσι, εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση. Ήδη με την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε μη νόμιμη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 24.2.2014 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ήταν πρώην υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και ασφαλισμένη στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον για τη λήψη εφάπαξ βοηθήματος κατά τη συνταξιοδότησή της.
Ότι αποχωρήσασα λόγω συνταξιοδότησης την 26.3.2012 και ενώ εκκρεμούσε η αίτησή της για τη λήψη της δικαιούμενης εφάπαξ παροχής, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με τη με αριθμό 23/16.12.2013 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, που εγκρίθηκε με την ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19.12.2013, τροποποίησε το άρθρο 7 του Καταστατικού του, με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, με συνέπεια αυτή να μειωθεί και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, έτσι ώστε να καταλαμβάνονται από το νέο τρόπο υπολογισμού και οι εργαζόμενοι της Εθνικής Τράπεζας που αποχώρησαν από τις 3.1.2012 και εφεξής και επικαλούμενο και εφαρμόζοντας το νέο αυτόν τρόπο υπολογισμού, της κατέβαλε το ποσό των 56.928,90 ευρώ, που είναι μέρος μόνο της εφάπαξ παροχής που δικαιούταν να λάβει.
Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς της και όπως περιόρισε το αγωγικό αίτημα με τις πρωτόδικες προτάσεις της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος όπως ίσχυε κατά την 26.3.2012, που αποχώρησε από την εργασία της και κατ' εφαρμογή του εξουσιοδοτικού νόμου 3029/2002:
α) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον παράνομα προέβη στον επανυπολογισμό- μείωση της εφάπαξ παροχής που δικαιούταν κατά την έξοδό της από την ενεργό ασφάλιση, εφαρμόζοντας το άρθρο 7 του Κανονισμού του όπως αυτό τροποποιήθηκε με την αντισυνταγματική και εκ τούτου ανίσχυρη ΚΥΑ Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με βάση την ενδοσυμβατική του ευθύνη, άλλως με βάση την ευθύνη του από αδικοπραξία, να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει και το επιπλέον ποσό των 14.588,62 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο μη καταβληθέν δικαιούμενο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, με το νόμιμο τόκο από 26.3.2012, οπότε αποχώρησε από την Υπηρεσία, άλλως από την επίδοση της από 30.12.2013 εξώδικης πρόσκλησής της προς το εναγόμενο, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 703/2019 οριστική του απόφαση, αφού απέρριψε ως αλυσιτελή τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι η με αριθμό 23/16.12.2013 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου δεν επηρεάζεται από την ακύρωση της ως άνω ΚΥΑ, καθόσον δεν προσβλήθηκε μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 101 παρ. 3 του ΑΚ, ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά το αγωγικό της δικαίωμα, και ως απαράδεκτο εξαιτίας της μη προβολής του προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τον ισχυρισμό του ότι δεν περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη ελλείψει υπαιτιότητάς του ως προς την καταβολή του ποσού που αξιώνει η ενάγουσα και σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του έχοντος συμβατική ισχύ Κανονισμού του, με το οποίο έχει αποκλεισθεί η υποχρέωσή του για την καταβολή τόκων υπερημερίας, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να της καταβάλει και το επιπλέον ποσό των 14.048,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 14.1.2014, που είναι η επόμενη ημέρα της επίδοσης της εξώδικης όχλησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, καταδίκασε δε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αντιδίκου του, που όρισε στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις και οι δύο διάδικοι. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα -εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 8.5.2019 (με αριθμό κατάθεσης 41767/3237/2019) έφεση, με την οποία ζητούσε να εξαφανισθεί η με αριθμό 703/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που της επιδικάσθηκαν νόμιμοι τόκοι από 14.1.2014, αντί του αιτηθέντος από 26.3.2012 και το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 22.4.2019 (με αριθμό κατάθεσης 39380/2981/2019) έφεση, με την οποία ισχυριζόταν ότι η από 24.2.2014 αγωγή είναι αόριστη και ότι οι ως άνω εκτεθέντες ισχυρισμοί του είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμοι και ζητούσε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την απόρριψη της ως άνω αγωγής.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, έκανε αυτές τυπικά δεκτές και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, συμψήφισε δε τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά λέξη τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσλήφθηκε την 31.3.1982 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος.
Ακολούθως, αφού συμπλήρωσε 30 έτη υπηρεσίας και έχοντας λάβει το βαθμό της Τμηματάρχη Α, την 26.3.2012 αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης και αφού είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη κύριας σύνταξης γήρατος. Καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην Εθνική Τράπεζα υπήχθη στην ασφάλιση του εναγομένου [ήδη αναιρεσείοντος], καταβάλλοντας τις αναλογούσες σε αυτήν εισφορές, ώστε να λάβει την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή.
Ακολούθως η ενάγουσα μετά την αποχώρησή της από την ενεργό υπηρεσία και αφού πληρούσε τις σχετικές με τον κανονισμό του εναγομένου προϋποθέσεις, υπέβαλε αίτηση προς τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, προκειμένου να λάβει την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του κανονισμού του εναγομένου, που ίσχυε κατά το χρόνο συνταξιοδότησης της ενάγουσας την 26.3.2012.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την με αριθμό 2718/21.11.2018 βεβαίωση του εναγόμενου η καταβλητέα στην ενάγουσα εφάπαξ παροχή ανέρχεται στο ποσό των 90.977,92 ευρώ. Την 19.12.2013 δημοσιεύθηκε η με αριθμό Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία, αφού τροποποιήθηκε το άρθρο 7 του κανονισμού του εναγομένου, ανακαθορίστηκε το ύψος και το τρόπος υπολογισμού της χορηγητέας εφάπαξ παροχής, ενώ προβλέφθηκε και η αναδρομική εφαρμογή της ρύθμισης σε όσους αποχώρησαν από την "ΕΤΕ ΑΕ" από 3.1.2012.
Με βάση την ανωτέρω ρύθμιση, η οποία κατέλαβε και την ενάγουσα, η εφάπαξ καταβλητέα παροχή που δικαιούται αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 56.928,96 ευρώ. Περαιτέρω με τη με αριθμ. 1530/2018 απόφαση του ΣτΕ έχει ακυρωθεί η ανωτέρω ΚΥΑ, ως προς τη ρήτρα αναδρομικότητας, λόγω μη νόμιμης έκδοσής της, αφού εκδόθηκε κατά το συγκεκριμένο μέρος χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισμα, και η οποία (ανωτέρω απόφαση) ως προς το κριθέν διοικητικής φύσης αυτό ζήτημα παράγει δεδικασμένο δεσμευτικό για το δικαστήριο.
Συνακόλουθα και οι τροποποιήσεις του κανονισμού του εναγομένου ως προς τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής δεν καταλαμβάνουν την ενάγουσα, η οποία αποχώρησε την 26.3.2012, ήτοι πριν από την έκδοση της ανωτέρω ΚΥΑ, οι ρυθμίσεις της οποίας δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Περαιτέρω απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι εν προκειμένω ισχύει η με αριθμ.23/16.12.2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, η οποία επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ανωτέρω ΚΥΑ ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής και η οποία δεν έχει προσβληθεί κατ' άρθρο 101 παρ. 3 ΑΚ, εντός της οριζόμενης προθεσμίας.
Η ανωτέρω απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου συνιστά διατύπωση γνώμης, ήτοι πρόταση προς τροποποίηση του άρθρου 7 του κανονισμού του εναγομένου και η οποία ( ανωτέρω τροποποίηση) συντελέστηκε με την έκδοση της προαναφερόμενης ΚΥΑ και όχι με την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο ενεργεί ως γνωμοδοτικό όργανο, όπως προκύπτει από το με αριθμ.
πρωτ. Φ 80000/11550/453/11.6.2014 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων στο οποίο αναφέρεται ότι: " το εφάπαξ βοήθημα των Ταμείων, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση", απορριπτομένου και του σχετικού λόγου εφέσεως.".
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και δεχόμενο την ένδικη αγωγή, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, υπήγαγε σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, κρίνοντας ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που παρέχει το αναιρεσείον ΤΑΠΕΤΕ, μετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού του Συμβουλίου, αποφασιστική, όμως, αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το Διοικητικό Συμβούλιο του ΤΑΠΕΤΕ, του οποίου η απόφαση επί του θέματος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παραγράφου 20 του άρθρου 6 εδαφ.
τελευταίο του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και παροχής στα Όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρο 43).
Συνεπώς, εφόσον το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος με την απόφαση 23/16.12.2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού (Κανονισμού) του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από αυτό (το αναιρεσείον) εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, που ενέκρινε την ως άνω υπό του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος προταθείσα αναδρομική ρύθμιση, είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία, έτσι, εξακολουθεί να υπάγεται στην προηγουμένη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του ΤΑΠΕΤΕ.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος (23/16.12.2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική ΚΥΑ, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου είναι έγκυρη, ως μη προσβληθείσα εντός της αποκλειστικής εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 101 παρ. 3 ΑΚ και, εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του.
Επίσης, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του με την αναιρεσίβλητη και της βάσει αυτής τροποποίησης του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να μην εγκρίνει την απόφαση αυτή ούτως ώστε να πληροί τους όρους του ν. 3029/2002 και μέχρι τότε και δεδομένου του όλως πρόσφατου της έκδοσης της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ (1530/2018), ή μέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού με νεώτερη άλλη απόφαση ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία" μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα μένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι ο συνολικός αριθμός των ανάλογων με την αναιρεσίβλητη περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτομα και η συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους ανέρχεται στο ποσό των 16.000.000 ευρώ περίπου, το οποίο, προφανώς, ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει με τη βούληση των μερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι κρίνονται ενιαίως και με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 340 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή και κατά το άρθρο 345 εδαφ α του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.
Ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, η έλλειψη υπαιτιότητάς του, που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 1427/2008) Επίσης, λόγο απαλλαγής του οφειλέτη από την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας συνιστά και ο μεταξύ αυτού και του δανειστή συμβατικός αποκλεισμός των τόκων υπερημερίας, που επίσης συνιστά ένσταση καταλυτική της σχετικής αγωγικής αξίωσης, η οποία (ένσταση) ερείδεται στο άρθρο 361 ΑΚ και την οποία ο (εναγόμενος) οφειλέτης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 591, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 του ΚΠολΔ [όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015, οι δε διατάξεις του για τις ειδικές διαδικασίες [δηλαδή τα άρθρα 591 έως 645 του ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ίδιου ν. 4335/2015) εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές] προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.
Από τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1193/2018, ΑΠ 243/2015).
Εξάλλου, από το άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης (ΑΠ 1193/2018) και κατατείνουν στην επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 388/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαία, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την (κατ' εκτίμηση) αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραπονούμενο το μεν (1ος λόγος) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία (και χωρίς επαρκή αιτιολογία) εφήρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, ενώ έπρεπε, όπως ισχυρίστηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 και 342 του ΑΚ να μην επιδικάσει τόκους υπερημερίας, διότι ενόψει της ισχύος της επίμαχης ΚΥΑ δεν είχε τη νομική δυνατότητα εξόφλησης της απαίτησης της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκημα, αποκλειόμενης έτσι της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (2ος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, καθόσον κατά το άρθρο 7 παράγραφος 5 του Κανονισμού του, που έχει συμβατική ισχύ, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωσή του για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης, τη συμβατική του δε απαλλαγή είχε ισχυρισθεί τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία ο Άρειος Πάγος προβαίνει για την έρευνα της βασιμότητας των ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με τη με αριθμό 703/2019 οριστική απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, μεταξύ άλλων, απέρριψε ως απαράδεκτους, εξαιτίας της μη προβολής τους προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τους περιλαμβανόμενους στις πρωτόδικες προτάσεις ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι δεν περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη ελλείψει υπαιτιότητάς του ως προς την καταβολή του ποσού που αξιώνει η ενάγουσα και σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 5 του έχοντος συμβατική ισχύ Κανονισμού του, με το οποίο έχει αποκλεισθεί η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων για τη μη έγκαιρη πληρωμή της εφάπαξ παροχής και δέχθηκε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είχε υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 34.048,96 ευρώ, [ως διαφορά που προέκυπτε μεταξύ της εφάπαξ παροχής που αυτή δικαιούταν κατά το χρόνο της συνταξιοδότησής της (δηλαδή την 22.3.2012) και του (μικρότερου) ποσού, το οποίο το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον της κατέβαλε], με το νόμιμο τόκο (υπερημερίας) από την 14.1.2014, επόμενη ημέρα της επίδοσης σε αυτό της εξώδικης όχλησής της.
Με τον τέταρτο λόγο της 22.4.2019 έφεσής του κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το εναγόμενο -εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον επικαλέσθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έσφαλε (και) όσον αφορά την επιδίκαση τόκων, αφενός λόγω της ανυπαίτιας αδυναμίας του να καταβάλει την επιδικασθείσα χρηματική διαφορά ενόψει της ισχύος της με αριθμό Φ 80000/35187/1180 ΚΥΑ και αφετέρου με βάση το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του, σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται η υποχρέωσή του για καταβολή τόκων για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής.
Επίσης, με τις από 21.11.2019 προτάσεις του, τις οποίες το αναιρεσείον κατέθεσε ως εφεσίβλητο προς απόκρουση της από 8.5.2019 έφεσης της αναιρεσίβλητης (τότε ενάγουσας-εκκαλούσας), με την οποία η τελευταία ζητούσε να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το μέρος που με αυτό της επιδικάσθηκε νόμιμος τόκος (υπερημερίας) από 14.1.2014 και όχι από 26.3.2012, όπως είχε ζητήσει με την αγωγή της, επανέλαβε τους διαλαμβανόμενους στον τέταρτο λόγο της έφεσής του ισχυρισμούς, που ήδη εκτέθηκαν.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4732/2020 απόφασή του, ως προς τα ως άνω ζητήματα ,επί των οποίων εκτείνονται οι ως άνω πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου περί απορρίψεως του αιτήματος της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας επικαλούμενο αφενός μη υπαιτιότητά του αφετέρου συμβατικό αποκλεισμό των τόκων υπερημερίας δυνάμει του άρθρου 7 παρ. 5 του συμβατικής ισχύος κανονισμού του, όπως ίσχυε το έτος 2004, συνιστούν ενστάσεις, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς για το παραδεκτό των οποίων το εναγόμενο όφειλε να τους έχει προβάλει και προφορικά ώστε να καταχωρηθούν στα πρακτικά [...] καθόσον η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε πριν την έναρξη εφαρμογής του τελευταίου (εννοείται του ν. 4335/2015) [...] Επομένως, αφού προφορική πρόταση και καταχώρηση των ανωτέρω ισχυρισμών στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν έλαβε χώρα, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί για την τοκοφορία της ένδικης απαίτησης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το εναγόμενο [αναιρεσείον] για την ανωτέρω αιτία έχει καταβάλει στην ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] το ποσό των 56.928,96 ευρώ και συνεπώς της οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, ήτοι 90.977,92 ευρώ που είναι η καταβλητέα εφάπαξ παροχή, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, - 56.928,96 ευρώ =34.048,96 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την 14.1.2014 και όχι από την παρέλευση τριμήνου από την υποβολή της αντίστοιχης αίτησής της προς το εναγόμενο για την καταβολή της εφάπαξ παροχής, χρόνος κατά τον οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η σχετική αξίωσή της κατ' άρθρο 12 παρ. 2 α του κανονισμού του εναγομένου, αφού δεν αποδείχθηκε ο χρόνος υποβολής της σχετικής αίτησης από την ενάγουσα, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβάσιμου...".
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την οποία απέρριψε το σχετικό (4ο) λόγο έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340, 342, 345 και 361 του ΑΚ, και δεν παρέβη τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των ισχυόντων κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής (δηλαδή την 24.2.2014) άρθρων 591, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 του ΚΠολΔ, που εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Τούτο διότι, όπως ήδη λέχθηκε, ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, τους οποίους προέβαλε με λόγο έφεσης, ως ενστάσεις καταλυτικές του δικαιώματος καταβολής τόκου που ασκείται με την αγωγή, έπρεπε να προταθούν προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επιπλέον έπρεπε, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, να καταχωρηθούν στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, (τα οποία, σημειωτέον, δεν προσκομίζονται στον Άρειο Πάγο από τους διαδίκους).
Εφόσον, λοιπόν, αυτοί δεν προτάθηκαν νόμιμα πρωτοδίκως (γεγονός, άλλωστε που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον), είναι απαράδεκτη η προβολή τους τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και με λόγο έφεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω ισχυρισμοί, τους οποίους, κατά το άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ως εφεσίβλητο πρότεινε, προβλήθηκαν ως υπεράσπιση κατά της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία η τελευταία ζητούσε την καταβολή τόκων από προγενέστερο χρόνο, και κατέτειναν μόνο στην επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, το αναιρεσείον υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη νόμιμο (υπερημερίας) τόκο από την 14.1.2014, επόμενη ημέρα της σε αυτό επίδοσης της εξώδικης όχλησής της (άρθρο 340 ΑΚ).
Δηλαδή, οι προβληθέντες κατά το άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολ ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, δεν είχαν τη δικονομική δυνατότητα να υποστηρίξουν την από 22.4.2019 έφεσή του, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ζητείτο να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και ως προς το ως άνω κεφάλαιο και τη διάταξή της, που αφορούσαν την υποχρέωσή του να καταβάλει στην αντίδικό του νόμιμο τόκο.
Τέλος, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, διότι, όπως ήδη λέχθηκε, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τις εφέσεις των διαδίκων, επικύρωσε τη με αριθμό 703/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδίκασε στην ενάγουσα νόμιμο τόκο (υπερημερίας) κατ' εφαρμογή των άρθρων 340 και 345 ΑΚ.
Κατά συνέπεια, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, που κρίνονται ενιαία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή μη της αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 651/2018).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε, διότι απέρριψε ως μη νόμιμη άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υποβληθείσα απ' αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), ως δήθεν θεμελιουμένης μόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι νπιδ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικώς το σύνολο των ασφαλισμένων του. Ωστόσο, δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα επικληθέντα, ενώπιον του Εφετείου με τη σχετική ένσταση, πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ούτε ο τρόπος επίκλησης αυτών πρωτοδίκως και επαναφοράς των στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος με αριθμό 433782152951 1220 0087 παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στο αναιρεσείον.
Απορρίπτει την από 1.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης 9530/1072/15.12.2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4732/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ