Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the request for adjournment was not a litigable issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the child's name. The appellant argued the lower court failed to consider his request to adjourn the proceedings for a related lawsuit. The court determined this specific request did not constitute a 'litigable issue' under the relevant procedural code. Consequently, the appeal lacked a valid legal basis and was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9)(c) and 599(9)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to adjudicate a request for adjournment is inadmissible if that request does not introduce a distinct chapter of litigation requiring mandatory examination by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1578 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1578/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. - Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως συνασκών τη γονική μέριμνα της ανήλικης και χωρίς κύριο όνομα κόρης του με επώνυμο Κ. του Δ.- Γ. και της Μ. - Α. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γκλεγκλέ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. - Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσα προσωρινά τη γονική μέριμνα της ανήλικης και χωρίς κύριο όνομα κόρης της με επώνυμο Κ. του Δ.- Γ. και της Μ. - Α. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσικνάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2022 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 354/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2023 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-1-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 15/1/2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθ.592 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθ.164/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ'αριθμ. 354/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδίκείου Χανίων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή, η από 20/7/2022 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς το κεφάλαιο της ρύθμισης του ζητήματος της ονοματοδοσίας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. Η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεση της, στις 19/1/2024 στη Γραμματεία του Εφετείου Κρήτης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 7/11/2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν είχε συμπληρωθεί διετία. Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1129/2024, ΑΠ 312/2023). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο , ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 1824/2023 ,ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023). Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΑΠ 1029/2024).
Αντίστοιχα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πού συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1824/2023).
Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018,ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 1824/2023). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1510-1512 και 1519 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν.4800/2021, ο οποίος εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 18 του ίδιου νόμου, βλ. ΑΠ 1824/2023, ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1758/2022), όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, σαφώς προκύπτει α) ότι η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (γονική μέριμνα) αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονέων του και ότι κάθε απόφαση αυτών σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και β) ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο (ΑΠ 1824/2023, ΑΠ 754/2020).
Το κανονιστικό περιεχόμενο της έννοιας αυτής του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει και αναλύεται στις επιμέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού.
Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ούτως ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει το δικαστήριο σε ρύθμιση τέτοια που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντοτε τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις (ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022).
Εξάλλου, εφόσον το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ( ΑΠ 52/2025, ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 1824/2023, , ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 157/2023, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 1988/2022,), αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 1824/2023, ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 119/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι γνωρίστηκαν τον Φεβρουάριο του έτους 2020 και τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις ....2021. Στις ....2021 απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο. Από την αρχή της έγγαμης συμβίωσης ανέκυψαν πολλά προβλήματα στις σχέσεις τους, τα οποία οδήγησαν τελικά σύντομα στην διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, με την ενάγουσα να αποχωρεί μαζί με το ανήλικο τέκνο από την συζυγική οικία στον Σταλό Χανίων στις 27.09.2021 και να εγκαθίσταται στην πατρική κατοικία στο Ρέθυμνο.
Η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίστηκε προσωρινά με την υπ' αριθμό 149/2022 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία ανατέθηκε στην ενάγουσα η επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου, ενώ με την ίδια απόφαση ρυθμίστηκε και η επικοινωνία του εναγόμενου πατέρα με το τέκνο.
Οι σχέσεις των διαδίκων παραμένουν τεταμένες μετά τον χωρισμό τους, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να μην συμφωνούν ως προς την ονοματοδοσία του ανήλικου τέκνου, το οποίο παραμένει χωρίς κύριο όνομα. Ειδικότερα ο εναγόμενος επιμένει να λάβει η κόρη τους το όνομα της αποβιώσασας γιαγιάς του "Α.", ισχυριζόμενος ότι αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων μετά τη γέννηση του τέκνου τους.
Η ενάγουσα αντιτείνει ότι το παιδί θα πρέπει να λάβει ένα όνομα, που δεν θα συνδέεται με κάποια από τις δύο οικογένειες, και προτείνει το όνομα "Μ.", όπως ήδη έχει αρχίσει να αποκαλεί την ανήλικη. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει, ότι εφόσον υπάρχει ασυμφωνία των διαδίκων γονέων του τέκνου, ως προς το όνομα που πρέπει να δοθεί σε αυτό, το συμφέρον του επιβάλλει να αρθεί η οριστική αυτή ασυμφωνία, ως προς το δοτέο όνομα, με κριτήριο αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του.
Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι, μετά την γέννηση του τέκνου και κατά το διάστημα της κοινής διαβίωσης των διαδίκων, είχε συμφωνηθεί καταρχάς μεταξύ τους πως το τέκνο επρόκειτο να λάβει το όνομα "Α.", προκειμένου να τιμηθεί η γιαγιά του εναγόμενου πατέρα, με την οποία ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος και η οποία είχε αποβιώσει προ τριών ετών, το έτος 2018.
Η ενάγουσα είχε αποδεχθεί την επιθυμία αυτή του εναγόμενου και οι δύο οικογένειες, τόσο του πατέρα, όσο και της μητέρας, είχαν αρχίσει να αποκαλούν την ανήλικη με το όνομα "Α." στις μεταξύ τους συζητήσεις. Η οικογένεια της ενάγουσας σταμάτησε να χρησιμοποιεί το ως άνω όνομα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, όταν το τέκνο ήταν πέντε (5) μηνών, όμως ο εναγόμενος και η οικογένειά του συνεχίζουν μέχρι σήμερα να την προσφωνούν "Α.", κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η επιλογή του ονόματος "Α." κατ' εφαρμογή της ως άνω συμφωνίας, η οποία δεν είναι νομικά δεσμευτική για τους διαδίκους, όπως έχει εκτεθεί στην νομική σκέψη της παρούσας, δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, καθώς μια τέτοια επιλογή θα θεωρηθεί ως 'επικράτηση' και 'επιβολή' του εναγόμενου πατέρα στη γενικότερη διαμάχη των γονέων και θα οδηγήσει σε περαιτέρω όξυνση των ήδη τεταμένων σχέσεων των μερών, με αυτονόητα ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στο τέκνο, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί, ενόψει της διαμορφωθείσας κατάστασης, το ενδεχόμενο προβολής στην ανήλικη αρνητικών συναισθημάτων της ενάγουσας και της οικογένειάς της απέναντι στην οικογένεια του εναγόμενου, σε περίπτωση που αυτή λάβει το όνομα "Α." της γιαγιάς του εναγόμενου.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα χρησιμοποιεί για την ανήλικη το προτεινόμενο από αυτή όνομα "Μ.". Με το ίδιο όνομα αποκαλεί την ανήλικη και ο οικογενειακός και κοινωνικός της περίγυρος, ενώ επίσης με το όνομα αυτό έχει δηλωθεί η ανήλικη σε έναν παιδικό σταθμό, που παρακολουθεί. Ισχυρίζεται δε η ενάγουσα ότι η ανήλικη, ηλικίας σήμερα δύο ετών περίπου, έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται το όνομα αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, να το συνηθίζει και να ανταποκρίνεται σε αυτό, και ότι ενδεχόμενη αλλαγή του ονόματος και μη υιοθέτηση του "Μ." θα δημιουργούσε ψυχολογικά προβλήματα στο παιδί, το οποίο θα μπερδευόταν και θα αδυνατούσε να κατανοήσει την αλλαγή.
Σχετικά θα πρέπει να επισημανθεί, ότι τέτοιες προσπάθειες δημιουργίας τετελεσμένων ως προς το όνομα του τέκνου είναι καταρχήν αποδοκιμαστέες, καθώς θα κατέληγαν σε αναίρεση της κανονιστικής εμβέλειας του άρθρου 1519 ΑΚ, στο οποίο, όπως διαμορφώθηκε με τον ν. 4800/2021, ρητά ορίζεται ότι η ονοματοδοσία θα πρέπει να είναι κοινή απόφαση των γονέων.
Εξάλλου το Δικαστήριο, χωρίς να απορρίπτει τους παραπάνω εύλογους προβληματισμούς που εκτίθενται από την ενάγουσα, κρίνει παρόλα αυτά ότι η επιλογή του ονόματος "Μ." δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο συμφέρον του τέκνο, καθώς και αυτή η επιλογή θα θεωρηθεί ως 'επικράτηση' της ενάγουσας μητέρας (η οποία μάλιστα 'βαρύνεται' με την μονομερή ανατροπή της προηγούμενης συμφωνίας για το όνομα) και θα οδηγήσει σε περαιτέρω όξυνση των σχέσεων των δύο πλευρών, δυσχεραίνοντας την ειρήνευση των παθών και την επικράτηση ήπιου και οικογενειακού κλίματος αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας, το οποίο μόνο είναι προς το συμφέρον του τέκνου.
Κατά την αξιολόγηση δε του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψιν και την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα ψυχολογική βεβαίωση, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ενδεχόμενη βλάβη από την αλλαγή ονόματος του παιδιού, δεδομένης της μικρής ηλικίας αυτού και της συνεπακόλουθης μικρού βαθμού εξοικείωσής του με το χρησιμοποιούμενο από την ενάγουσα όνομα "Μ.", θα είναι ελάχιστη, σχεδόν μηδενική, ιδίως μάλιστα αν οι διάδικοι αποφασίσουν να ωριμάσουν, να, αποδεχθούν το όνομα παραμερίζοντας τους εγωισμούς τους και να επιδιώξουν το καλύτερο για το τέκνο τους.
Με βάση τα παραπάνω κρίνεται συνεπώς από το Δικαστήριο ότι το συμφέρον της ανήλικης εξυπηρετείται καλύτερα με τον ορισμό ενός τρίτου ονόματος, διαφορετικού από αυτά που προτείνουν οι διάδικοι, καθώς με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί η δημιουργία διχαστικών συναισθημάτων νίκης / ήττας και αδικίας στους διαδίκους και το όνομα του παιδιού θα πάψει να αποτελεί σημείο τριβής, αλλά θα μπορέσει να λειτουργήσει ενοποιητικά και να ωθήσει τους διαδίκους σε περαιτέρω συνεργασία και συνεννόηση προς το καλό του ανήλικου τέκνου τους.
Στο πνεύμα λοιπόν αυτό είχε γίνει μια προσπάθεια από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς την κατεύθυνση της αναζήτησης ενός ονόματος, το οποίο να είναι κατά το δυνατό αποδεκτό και από τα δύο μέρη, από τα οποία ζητήθηκε για τον σκοπό αυτό, να προσκομίσουν στο δικαστήριο σε κλειστό φάκελο μία λίστα με δέκα έως δώδεκα ονόματα, τα οποία θεωρούν αποδεκτά για την ανήλικη κόρη τους, ώστε να εξεταστεί αν στις λίστες αυτές θα υπάρξουν ταυτίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν την τελική επιλογή του Δικαστηρίου για το όνομα της ανήλικης.
Δυστυχώς τα διάδικα μέρη δεν ανταποκρίθηκαν προσηκόντως στο πνεύμα της ως άνω πρωτοβουλίας, ο μεν εναγόμενος αρνήθηκε να προσκομίσει λίστα ονομάτων, εμμένοντας στο όνομα "Α.", η δε ενάγουσα προσκόμισε λίστα με ονόματα αποκλειστικά παράγωγα ή παρεμφερή με το όνομα "Μ." που η ίδια χρησιμοποιεί και προτείνει, καταδεικνύοντας έτσι ότι πρωτίστως ενδιαφέρονται για την υπερίσχυση του εγωισμού τους και δευτερευόντως για το συμφέρον του τέκνου τους.
Κατόπιν τούτων το παρόν Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να επιλέξει κατ' ιδίαν κρίση το όνομα της ανήλικης κόρης των διαδίκων. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης μέχρι σήμερα, αυτή αποκαλείται από τον κοινωνικό και σχολικό του περίγυρο με το κύριο όνομα "Α.", δηλαδή με το κύριο όνομα που της όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η αλλαγή αυτού με το κύριο όνομα "Α." που προτείνει ο εκκαλών θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχοσυναισθηματικό του κόσμο του τέκνου, οπότε δεν κρίνεται σκόπιμη η άμεση αλλαγή του κυρίου ονόματος του.
Θα πρέπει επομένως να οριστεί ως κύριο όνομα της ανήλικης κόρης των διαδίκων το όνομα "Α.", το οποίο εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο τρόπο το συμφέρον αυτής, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν παραπάνω, και με την ελπίδα ότι οι γονείς θα προτάξουν επιτέλους το συμφέρον του τέκνου, θα προχωρήσουν όσο το δυνατό συντομότερα σε εφαρμογή της απόφασης και δεν θα δημιουργήσουν περαιτέρω προβλήματα, τα οποία θα έχουν αρνητική επίδραση στην ανήλικη.
Σημειώνεται ότι οι γονείς διατηρούν τη δυνατότητα, αν την ύστατη στιγμή μπορέσουν να καταλήξουν σε ένα όνομα κοινής αποδοχής, να επιλέξουν αυτό ως όνομα του ανήλικου τέκνου τους, προβαίνοντας σε κοινή δήλωση ενώπιον του αρμόδιου ληξιάρχου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της παρούσας απόφασης, αφού πλέον δεν θα υφίσταται η διαφωνία, η οποία επιλύεται με την παρούσα.
Σημειώνεται επίσης ότι ενδεχόμενη άρνηση των διαδίκων να κάνουν χρήση του δοθέντος ονόματος της ανήλικης, θα μπορούσε, αναλόγως των συνοδών περιστάσεων, να χαρακτηριστεί και ως κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και να επισύρει τις ανάλογες έννομες συνέπειες κατ' άρθρο 1532 ΑΚ" . Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς την ρύθμιση του ζητήματος της ονοματοδοσίας του ανηλίκου τέκνου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως προς αυτό, η από 20/7/202 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την ονοματοδοσία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, δηλαδή ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει να δοθεί (διατηρηθεί) σ' αυτό το όνομα "Α.", που είναι το όνομα που της όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510 - 1512 και 1519 του ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021 και ορίζουν ότι οι γονείς ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους από κοινού και εξίσου, αποβλέποντας με κάθε απόφασή τους στο βέλτιστο συμφέρον αυτού, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους, λόγω αδυναμίας εξεύρεσης κοινών αποδεκτών λύσεων, και για το ζήτημα της ονοματοδοσίας του τέκνου αποφασίζει το δικαστήριο, καθόσον, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και τις συναφείς περιστάσεις, ορθά υπήγαγε στις διατάξεις αυτές, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν το πραγματικό της αόριστης αυτής νομικής έννοιας, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Τούτο δε διότι το βέλτιστο συμφέρον της ανήλικης κόρης των διαδίκων εξυπηρετείται κατά τον καλύτερο τρόπο με τον ορισμό ενός τρίτου ονόματος, διαφορετικού από αυτά που προτείνουν οι διάδικοι, καθώς με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί η δημιουργία διχαστικών συναισθημάτων νίκης / ήττας και αδικίας στους διαδίκους και το όνομα του παιδιού θα πάψει να αποτελεί σημείο τριβής, αλλά θα μπορέσει να λειτουργήσει ενοποιητικά και να ωθήσει τους διαδίκους σε περαιτέρω συνεργασία και συνεννόηση προς το καλό του ανήλικου τέκνου τους, το όνομα δε αυτό πρέπει να είναι το όνομα "Α.", δηλαδή το κύριο όνομα που της όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το οποίο αποκαλείται πλέον από τον κοινωνικό και σχολικό της περίγυρο από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αλλαγή του οποίου θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχοσυναισθηματικό της κόσμο.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου καθορισμού του κυρίου ονόματος αυτού, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, , που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον, ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση όλα τα αναγκαία, για τη σωστή εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι το αληθινό και βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει τον ορισμό του δοτέου ονόματος αυτού σε "Α.", με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές, ότι : i) κατά το διάστημα της κοινής συμβίωσης των διαδίκων είχε συμφωνηθεί καταρχάς μεταξύ τους πως το τέκνο επρόκειτο να λάβει το όνομα "Α.", ii) η ενάγουσα είχε αποδεχθεί την επιθυμία του εναγόμενου και οι δύο οικογένειες είχαν αρχίσει να αποκαλούν την ανήλικη με το όνομα Α.
στις μεταξύ τους συζητήσεις iii) η οικογένεια της ενάγουσας σταμάτησε να χρησιμοποιεί το ως άνω όνομα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, όταν το τέκνο ήταν πέντε (5) μηνών, όμως ο εναγόμενος και η οικογένειά του συνεχίζουν μέχρι σήμερα να την προσφωνούν "Α., iv) η ενάγουσα χρησιμοποιεί για την ανήλικη το προτεινόμενο από αυτή όνομα "Μ.".
Με το ίδιο όνομα αποκαλεί την ανήλικη και ο οικογενειακός και κοινωνικός της περίγυρος, ενώ επίσης με το όνομα αυτό έχει δηλωθεί η ανήλικη σε έναν παιδικό σταθμό, που παρακολουθεί, v) η επιλογή του ονόματος "Α.", δεν εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, καθώς μια τέτοια επιλογή θα θεωρηθεί ως 'επικράτηση' και 'επιβολή' του εναγόμενου πατέρα στη γενικότερη διαμάχη των γονέων και θα οδηγήσει σε περαιτέρω όξυνση των ήδη τεταμένων σχέσεων των μερών, με αυτονόητα ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις στο τέκνο, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί, ενόψει της διαμορφωθείσας κατάστασης, το ενδεχόμενο προβολής στην ανήλικη αρνητικών συναισθημάτων της ενάγουσας και της οικογένειάς της απέναντι στην οικογένεια του εναγόμενου, σε περίπτωση που αυτή λάβει το όνομα "Α." της γιαγιάς του εναγόμενου, vi ) η επιλογή του ονόματος "Μ." δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο συμφέρον του τέκνο, καθώς και αυτή η επιλογή θα θεωρηθεί ως 'επικράτηση' της ενάγουσας μητέρας (η οποία μάλιστα 'βαρύνεται' με την μονομερή ανατροπή της προηγούμενης συμφωνίας για το όνομα) και θα οδηγήσει σε περαιτέρω όξυνση των σχέσεων των δύο πλευρών, δυσχεραίνοντας την ειρήνευση των παθών και την επικράτηση ήπιου και οικογενειακού κλίματος αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας, το οποίο μόνο είναι προς το συμφέρον του τέκνου, vii) το συμφέρον της ανήλικης εξυπηρετείται καλύτερα με τον ορισμό ενός τρίτου ονόματος, διαφορετικού από αυτά που προτείνουν οι διάδικοι, καθώς με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί η δημιουργία διχαστικών συναισθημάτων νίκης / ήττας και αδικίας στους διαδίκους και το όνομα του παιδιού θα πάψει να αποτελεί σημείο τριβής, αλλά θα μπορέσει να λειτουργήσει ενοποιητικά, viii) είχε γίνει μια προσπάθεια από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς την κατεύθυνση της αναζήτησης ενός ονόματος, το οποίο να είναι κατά το δυνατό αποδεκτό και από τα δύο μέρη, αλλά τα διάδικα μέρη δεν ανταποκρίθηκαν προσηκόντως στο πνεύμα της ως άνω πρωτοβουλίας, αφού ο μεν εναγόμενος αρνήθηκε να προσκομίσει λίστα ονομάτων, εμμένοντας στο όνομα "Α.", η δε ενάγουσα προσκόμισε λίστα με ονόματα αποκλειστικά παράγωγα ή παρεμφερή με το όνομα "Μ." που η ίδια χρησιμοποιεί και προτείνει, καταδεικνύοντας έτσι ότι πρωτίστως ενδιαφέρονται για την υπερίσχυση του εγωισμού τους και δευτερευόντως για το συμφέρον του τέκνου τους ix) από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμιου δικαστηρίου, αυτή αποκαλείται από τον κοινωνικό και σχολικό της περίγυρο με το κύριο όνομα "Α.", δηλαδή με το κύριο όνομα που της όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η δε αλλαγή αυτού με το κύριο όνομα "Α." θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του ανηλίκου, x) το όνομα "Α.", εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο τρόπο το συμφέρον αυτής, Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου α) "ότι η ενδεχόμενη βλάβη από την αλλαγή ονόματος του παιδιού, δεδομένης της μικρής ηλικίας αυτού και της συνεπακόλουθης μικρού βαθμού εξοικείωσής του με το χρησιμοποιούμενο από την ενάγουσα όνομα "Μ.", θα είναι ελάχιστη, σχεδόν μηδενική" και β) ότι "από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αυτή αποκαλείται από τον κοινωνικό και σχολικό του περίγυρο με το κύριο όνομα "Α.", δηλαδή με το κύριο όνομα που της όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η δε αλλαγή αυτού με το κύριο όνομα "Α." θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του ανηλίκου", καθόσον διαφοροποιείται ο χρόνος (διάρκεια) και οι περιστάσεις, που χρησιμοποιήθηκαν τα ανωτέρω ονόματα, ως κύριο όνομα της ανήλικης, και ως εκ τούτου η ενδεχόμενη βλάβη της ανήλικης από την αλλαγή των ονομάτων αυτών, μπορεί να καταφάσκεται μόνο για το ένα εξ αυτών, ήτοι για το όνομα Α.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1510-1512 και 1519 ΑΚ, που εφάρμοσε είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ως αίτηση κατά την ως άνω έννοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία.
Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής, που προκαλούν εκκρεμοδικία, (ΑΠ 1360/2024, ΑΠ 1259/2024).
Περαιτέρω, περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, και η ονοματοδοσία του ανηλίκου περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο (ΑΠ 1824/2023, ΑΠ 754/2020).
Στην περίπτωση αυτή, που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για το όνομα του τέκνου, λόγω διαφωνίας των γονέων του, δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα ή τη γνώμη των γονέων. Το δικαστήριο αναζητεί την πλέον ανταποκρινόμενη στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου λύση και μπορεί, συγχρόνως δε έχει και καθήκον, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς ονόματα αλλά να επιλέξει διαφορετικό, μη προτεινόμενο από κανένα εκ των γονέων όνομα, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς, χωρίς να θεωρείται ότι, έτσι πράττοντας, υποπίπτει σε πλημμέλεια του εδαφίου 8 ή 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Τα ανωτέρω ισχύουν, τόσο για το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας, όσο και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν αυτό δικάζει επί εφέσεως, με την οποία πλήττεται η πρωτοβάθμια κρίση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το πρωτοδίκως επιλεγέν, ως σύμφωνο με το συμφέρον του τέκνου, όνομα (ΑΠ 825/1995).
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 παρ.9 εδ.α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), επειδή καθόρισε ως κύριο όνομα του ανήλικου τέκνου τους το όνομα "Α.", ενώ η τελευταία ζητούσε με την αγωγή της να καθοριστεί το όνομα "Μ.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος από το άρθρο 1512 ΑΚ, ζητείτο, ενόψει διαφωνίας των διαδίκων, να αποφανθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων περί του κυρίου ονόματος που έπρεπε να δοθεί στο ανήλικο τέκνο τους. Πρωτοδίκως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κριθέντος ότι έπρεπε να δοθεί στο τέκνο των διαδίκων ένα τρίτο όνομα διαφορετικό από τα προτεινόμενα από τους διαδίκους. Το Εφετείο, κρίνοντας επί εφέσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία βαλλόταν η πρωτοβάθμια απόφαση και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το πρωτοδίκως επιλεγέν όνομα, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Έτσι πράττοντας το Εφετείο ενήργησε μέσα στα όρια της προπεριγραφείσας εξουσίας αυτού και δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.9εδ.α ΚπολΔ δι` επιδικάσεως πράγματος μη αιτηθέντος, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη, νοείται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1727/2024, ΑΠ 1360/2024, ΑΠ 1355/2023, ΑΠ 1221/2024, ΑΠ 924/2024, ΑΠ 1897 /2023, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 627/2023, ΑΠ 1713/2022, ΑΠ 1451/2021, ΑΠ 455/2021). Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ανακοπών, της τριτανακοπής, και κάθε ένδικου μέσου, ενώ οι διαδικαστικές αιτήσεις μπορούν να ιδρύσουν τον παρόντα λόγο μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν απόκεινται στη διακριτική του ευχέρεια (ΑΠ 924/2024, ΑΠ 1897/2023, ΑΠ 627/2023, ΑΠ 1713/ 2022, ΑΠ 1912/2013, ΑΠ 709/2008), ΑΠ 522/2012, ΑΠ 314/2011). Δεν ιδρύεται συνεπώς, ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε ρητώς ή σιωπηρώς το αίτημα για συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, καθόσον τούτο, όπως προκύπτει από την οικεία διάταξη (αρθρ.246 ΚΠολΔ) ανήκει στην διακριτική του ευχέρεια, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1022/2013, ΑΠ 87/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 599 παρ.9 περ.γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστο το αίτημά του για αναβολή της δίκης προκειμένου να συνεκδικασθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με άλλη αντίθετη εκκρεμή αγωγή του ιδίου κατ' αυτής για το ίδιο ζήτημα της ονοματοδοσίας του τέκνου τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγθείσα μείζονα σκέψη, το ως άνω αίτημα, δεν συνιστά, "αίτηση" κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, και, συνεπώς, δεν ιδρύει, αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) , σύμφωνα με το διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέβαλε για την άσκηση της αναίρεσης, γιατί δεν είχε τέτοια υποχρέωση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο και 592 παρ.3 ΚΠολΔ και συνεπώς αυτό καταβλήθηκε αχρεωστήτως(ΑΠ 1548/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/1/2024 αίτηση του Δ.-Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ.164/2023, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ