Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of new claims not properly raised in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment from the Single Court of Appeal in Eastern Crete. The appellant argued that the lower court failed to consider four additional factual claims submitted in the cassation petition to supplement the original complaint. The court ruled these new claims were inadmissible because they were not properly raised in the first instance or the appeal stage, nor did they fall under statutory exceptions allowing new arguments at the cassation level. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 577 of the Code of Civil Procedure; New factual claims submitted in the cassation petition are inadmissible if not properly raised in the first instance or appeal proceedings and do not fall under statutory exceptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1576 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1576/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Ι. Ε. το γένος Ε. και Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αράπογλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Α. Τ. το γένος Γ. και Ε. Ε., 2) Ζ. συζύγου Α. Μ. - Τ., το γένος Γ. και Ε. Ε., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρη Ροζάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 03.03.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επόμ. ΚΠολΔ), εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 135/23.08.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο απέρριψε την από 03.05.2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 195/19.03.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο είχε απορρίψει την από 31.08.2017 αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αναιρεσείουσα (Μ. σύζυγος Ι. Ε., το γένος Ε. και Γ. Β.) ήγειρε κατά των αναιρεσιβλήτων (Ε.
σύζυγος Α. Τ., το γένος Γ. και Ε. Ε., Ζ. σύζυγος Α. Μ., το γένος Γ. και Ε. Ε.) την απευθυνθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου από 31.08.2017 αγωγή της. Η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του άνω Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614§1 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ.) εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 195/19.03.2018 οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.
Την απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσέβαλε η αναιρεσείουσα με την από 03.05.2018 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων και απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης. Συζητήσεως γενομένης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την αυτή, ως άνω, ειδική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 135/23.08.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία η άνω έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.
Την απόφαση αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσέβαλε με την απευθυνόμενη στο Δικαστήριο τούτο και στρεφόμενη κατά των αναιρεσιβλήτων από 03.03.2022 αίτησή της, ζητώντας την αναίρεσή της, η αναιρεσείουσα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την απορριπτική απόφασή του στις ακόλουθες σκέψεις: "Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.
δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη εννοία του άρθρου 1 του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων.".
Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της προβλεπομένης απ' αυτήν διηρημένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης καθέτου (άλλως δε οριζοντίας κατ' έκταση ιδιοκτησίας), είναι η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσοτέρους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία, είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία) είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία).
Και στις δύο περιπτώσεις η κάθε συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της καθέτου ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ προκύπτει, ότι επί καθέτου ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα, στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.
Στην περίπτωση συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας σε περισσότερα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο για κάθε συνιδιοκτήτη ξεχωριστό τμήμα του κοινού οικοπέδου, έκαστος των συνιδιοκτητών αν και συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι του συγκυρίου του θεωρείται κύριος της επί του ιδίου αυτού τμήματος χωριστής ιδιοκτησίας, μη δικαιούμενος να επεκταθεί στο τμήμα που έχει καθοριστεί για την ανέγερση οικοδομής από τον άλλο συνιδιοκτήτη.
Για την έγκυρη σύσταση της καθέτου αυτής ιδιοκτησίας δεν απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων στη συστατική πράξη ή αναφορά στις οικείες διατάξεις, αλλά αρκεί να προκύπτουν τα χαρακτηριστικά της από διάφορα στοιχεία της συμβάσεως, όπως είναι ο χωρισμός του ενιαίου οικοπέδου σε τμήματα, μέσα στα οποία κάθε (συν)ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως και ανοικοδομήσεως, και ο επακριβής προσδιορισμός εκάστου περιερχομένου στους συνιδιοκτήτες τμήματος κατ' έκταση, θέση και όρια.
Μεταξύ των μερών στα οποία κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α', 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, και 1117 του ΑΚ, ιδρύεται παρεπομένως αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα.
Εξάλλου το έδαφος των οικοδομών, αλλά και ο ακάλυπτος χώρος (αυλή, πρασιά, κήπος, προκήπιο, έδαφος φωταγωγού κλπ) είναι αναγκαίως εκ του νόμου κοινά, για όλους τους ιδιοκτήτες των οριζοντίων ιδιοκτησιών, έστω και εάν μερικοί από αυτούς δεν εξυπηρετούνται δια τούτων .... Mε βάση δε τη διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 1 του ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι "αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.
Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις.
Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του ν. 3741/ 1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ.
α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου ....
Επιτρέπεται δε, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3741/1929, με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους ....
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5 περ. α`, 13 του ν. 3741/1929, 25, 26 του ν. δ. 1003/1971, 1, 2, 3 του ν. δ. 1024/1971, 785, 787, 790, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι και στην περίπτωση συστάσεως χωριστής κυριότητας επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επί ενιαίου οικοπέδου (κάθετης ιδιοκτησίας), η οποία είναι έγκυρη ακόμη και αν έγινε πριν από την έναρξη ισχύος του ν.δ. 1024/1971 (15.11.1971), μπορεί με τη συστατική πράξη ή με ιδιαίτερη συμφωνία των συνιδιοκτητών, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, να ορισθεί ότι το τμήμα του εδάφους στο οποίο ανεγείρεται η αυτοτελής οικοδομή και ο χώρος που την εξυπηρετεί δεν θα είναι κοινόχρηστα μέρη, αλλά θα ανήκουν στην αποκλειστική χρήση του κυρίου της αυτοτελούς οικοδομής.
Η διαφορετική συμμετοχή των συνιδιοκτητών στη χρήση κοινοχρήστου μέρους της οικοδομής ή ο αποκλεισμός του κοινοχρήστου χαρακτήρα του και η περιέλευση αυτού αποκλειστικά σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες είναι δυνατή λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3741/1929, αλλά προϋποθέτει, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 αυτού, συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι μπορεί να περιληφθεί στον κανονισμό συμφωνία, με την οποία ένας ή και περισσότεροι από τους συνιδιοκτήτες θα έχουν το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο τμήμα της οικοδομής αλλά για τον προορισμό που το τμήμα αυτό από τη φύση του έχει και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής.
Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας.
Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρο του ν. 3741/1929 και 790 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει κανονισμός ούτε συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης του κοινού ακινήτου, τότε κάθε συνιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει τον κανονισμό τους από το δικαστήριο. Η παρέμβαση του δικαστηρίου είναι ρυθμιστική και δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αποσκοπεί δε στην εξεύρεση του τρόπου διοίκησης του κοινού ακινήτου, με βάση τις λειτουργικές συνθήκες του οικοδομήματος, την τοποθεσία και τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Ο καθορισμός, όμως, από το δικαστήριο του τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού υπόκειται σε περιορισμούς που προκύπτουν, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 2 και 5 περ. α' του ν. 3741/1929 και 792 ΑΚ, δηλαδή δεν μπορεί να αποφασισθεί ρύθμιση που να βλάπτει κάποιο συνιδιοκτήτη ή να δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια της οικοδομής, να μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των κοινών πραγμάτων, να εκφέρει ουσιώδη μεταβολή ή δυσανάλογα δαπανηρή προσθήκη σε αυτή .... Σημειώνεται ότι κατά το ανωτέρω άρθρο 5 περ. α' ν. 3741/1929, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων.
Συνεπώς, δεν μπορεί με τη ρυθμιστική κατά τα ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου να περιοριστεί το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη σε αποκλειστική χρήση ενός μόνο μέρους του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου και να αποκλεισθεί το δικαίωμά του παράλληλα από την χρήση άλλου μέρους αυτού, διότι με αυτό τον τρόπο προσβάλλονται τα ανωτέρω δικαιώματα που οι συνιδιοκτήτες έχουν για απόλυτη χρήση του κοινού πράγματος σε όλη του την έκταση.
Η κατά συγκεκριμένο τρόπο χρήση κοινόκτητου και κοινοχρήστου μέρους της διηρημένης ιδιοκτησίας μόνο με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών μπορεί να επιτευχθεί και δεν μπορεί αυτή, σε περίπτωση διαφωνίας των συνιδιοκτητών, να εξαναγκαστεί με δικαστική απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 790 ΑΚ .... Άλλωστε, η ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου κατ' άρθρο 790 ΑΚ, σε κάθε περίπτωση, περιορίζεται στα όρια της εξουσίας που έχει η πλειοψηφία των κοινωνών κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, ήτοι σε θέματα τακτικής διοίκησης και δεν μπορεί να επεκταθεί σε θέματα για τα οποία απαιτείται ομοφωνία των κοινωνών (άρθρο 792 ΑΚ), ούτε να θίξει ατομικά δικαιώματα των τελευταίων ....
Κατ' εξαίρεση, η τροποποίηση αυτή μπορεί να γίνει με απόφαση του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο.
Με βάση έτσι τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου να τροποποιηθεί η ως άνω δικαιοπρακτική ρύθμιση, όταν, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, ιδίως δε όταν η ρύθμιση αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας.
Τέτοια δε περίπτωση όμως αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας, προφανώς και δεν υπάρχει όταν ο ένας εκ των συνιδιοκτητών επικαλείται απλά επωφελέστερη οικονομικά αξιοποίηση του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου.
Στην ανωτέρω περίπτωση, ο ενάγων πρέπει στη σχετική αγωγή του να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη ζητούμενη συγκεκριμένη αλλαγή της συμφωνημένης χρήσεως, ο δε εναγόμενος μπορεί με ανταγωγή να ζητήσει τον καθορισμό άλλου προσφορότερου τρόπου χρήσεως. Το δικαστήριο λαμβάνει μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως τη διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ, η απόφασή του όμως πρέπει να αντιστοιχεί προς το αίτημα της αγωγής ή της ανταγωγής και προς τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και που έχουν προταθεί και αποδειχθεί από τους διαδίκους ....
Εν προκειμένω, η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της, περί συμπληρώσεως της καταρτισθείσας με το παραπάνω συμβόλαιο σύμβασης συστάσεως οριζόντιας συνιδιοκτησίας κατά το μέρος που αφορά τη χρησιμοποίηση του ακάλυπτου κοινόχρηστου χώρου του κοινού ακινήτου, με τη ρύθμιση του τρόπου χρήσης του επίδικου τμήματος του ακαλύπτου χώρου των οικοδομών, έτσι ώστε η αποκλειστική χρήση ενός τμήματος του κοινόχρηστου χώρου να περιέλθει στην ενάγουσα και ενός άλλου στις εναγόμενες, το οποίο υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου), δικάζοντος κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, κατά το άρθρ. 614 αριθ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι πρόκειται περί διαφοράς ανάμεσα σε ιδιοκτήτες καθέτων ιδιοκτησιών από τη σχέση της ιδιοκτησίας και ειδικότερα διαφοράς που αφορά την τροποποίηση της πράξεως συστάσεώς της και περαιτέρω της ρύθμισης της χρήσης του κοινοχρήστου χώρου, δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του νόμου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το επίκοινο ακίνητο των διαδίκων, φέρεται να έχει υπαχθεί στο νομικό καθεστώς της σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας (αφού αποτελεί συνδυασμό κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας), ο δε αδόμητος - ακάλυπτος χώρος αυτού, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω αποτελεί, εφόσον σύμφωνα με την αγωγή δεν υπάρχει ειδικότερη συμφωνία που να προβλέπει κάτι διαφορετικό σε σχέση με τη χρήση αυτού, κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου, κατ' αναλογία των μεριδίων των ιδιοκτητών εκάστης ιδιοκτησίας.
Η προτεινόμενη δε από την ενάγουσα τροποποίηση - συμπλήρωση της συστατικής της καθέτου ιδιοκτησίας συμβάσεως, που αφορά ρύθμιση για τη χρήση του επίδικου τμήματος του κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, μεταβάλλει ουσιωδώς το χαρακτήρα και το συνήθη προορισμό του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου που αποτελεί κοινό πράγμα και θίγει το δικαίωμα των εναγομένων να ποιούνται απόλυτη χρήση του συνόλου του κοινόχρηστου τούτου χώρου κατ' άρθρο 5 εδ.
α' του ν. 3741/1929, χωρίς μάλιστα να υφίσταται σχετική πρόβλεψη στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε νεότερη μεταγραφείσα συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών.
Συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, υπερβαίνει τα όρια της επιτρεπτής από τις παραπάνω νομικές διατάξεις ρυθμιστικής παρέμβασης του Δικαστηρίου, το αίτημα να αποκλειστεί με δικαστική απόφαση το δικαίωμα των εναγομένων σε απόλυτη χρήση του κοινού πράγματος και να περιορισθεί αυτό στην αποκλειστική χρήση μέρους μόνο του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου, καθώς με αυτό τον τρόπο, προσβάλλονται, τα δικαιώματα που οι συνιδιοκτήτριες τούτες έχουν εκ του νόμου για απόλυτη χρήση του κοινού πράγματος σε όλη του την έκταση. Η κατά συγκεκριμένο τρόπο χρήση κοινόκτητου και κοινόχρηστου μέρους της διηρημένης ιδιοκτησίας μόνο με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών θα μπορούσε να επιτευχθεί και δεν μπορεί αυτή, σε περίπτωση διαφωνίας τους, να εξαναγκαστεί με δικαστική απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 790 ΑΚ.
Εξάλλου, όπως διαλαμβάνεται στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3741/1929 και 790 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει κανονισμός ούτε συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης του κοινού ακινήτου, τότε κάθε συνιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει τον κανονισμό τους από το δικαστήριο. Η παρέμβαση του δικαστηρίου είναι ρυθμιστική και δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αποσκοπεί δε στην εξεύρεση του τρόπου διοίκησης του κοινού ακινήτου, με βάση τις λειτουργικές συνθήκες του οικοδομήματος, την τοποθεσία και τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Ο καθορισμός, όμως, από το δικαστήριο του τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού υπόκειται σε περιορισμούς που προκύπτουν, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 2 και 5 περ. α' του ν. 3741/1929 και 792 ΑΚ, δηλαδή δεν μπορεί να αποφασισθεί ρύθμιση που να βλάπτει κάποιο συνιδιοκτήτη ή να δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια της οικοδομής, να μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των κοινών πραγμάτων, να εκφέρει ουσιώδη μεταβολή ή δυσανάλογα δαπανηρή προσθήκη σε αυτή.
Εν προκειμένω, όμως, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, σε περίπτωση αποκλεισμού των εναγομένων ήδη εφεσίβλητων από τη χρήση μέρους του επίδικου τμήματος του κοινού οικοπέδου, όπως επιδιώκεται με την κρινόμενη αγωγή, μεταβάλλεται καταφανώς ο συνήθης προορισμός αυτού, που δεν είναι άλλος από την κοινή χρήση του προς ελεύθερη πρόσβαση στις κατοικίες όλων των συνιδιοκτητών και η χρήση αυτού για λόγους αναψυχής, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η δυνατότητα αυτή να κείται εκτός των ορίων εντός των οποίων θα μπορούσε να κινηθεί η ρυθμιστική με βάση τις ως άνω διατάξεις παρέμβαση του δικαστηρίου, η οποία υπόκειται στους περιορισμούς που προκύπτουν, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 2 και 5 περ. α' του ν. 3741/1929 και 792.
Εξάλλου με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και την αποτύπωση της επίδικης (σύνθετης κάθετης) ιδιοκτησίας στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε. Ε. Π. προκύπτει ότι ο επίδικος κοινόχρηστος χώρος, του οποίου ζητείται να επιμεριστεί η χρήση μεταξύ των διαδίκων, εξυπηρετεί στο σύνολό του λειτουργικά τις ανάγκες όλων των επιμέρους ιδιοκτησιών και τα επιμέρους τμήματα που ζητείται να περιέλθουν στην αποκλειστική χρήση κάθε διάδικης πλευράς δεν φέρεται να εξυπηρετούν εν τοις πράγμασι λειτουργικά τις ανάγκες αποκλειστικά των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών στις οποίες ζητείται να παραχωρηθεί αποκλειστικά η χρήση τους, με αποτέλεσμα η όποια παρέμβαση του δικαστηρίου στην κατεύθυνση που ζητείται με την αγωγή να μεταβάλει ανεπίτρεπτα κατά τα ανωτέρω το συνήθη προορισμό τους που είναι η κοινή χρήση για τις ανάγκες του συνόλου των ιδιοκτησιών.
Συνεπώς το αίτημα της αγωγής, προσκρούοντας στις προαναφερόμενες διατάξεις και στα όρια που τούτες θέτουν στην ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου, δεν είναι νόμιμο και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αποφάνθηκε ομοίως, δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλούμενη απόφαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών απέρριψε ως μη νόμιμη η αγωγή.
Τέλος, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά το αγωγικό αίτημα που κατατείνει στη δικαστική ρύθμιση της χρήσης του επίδικου κοινόχρηστου χώρου, δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί ούτε στην διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η οποία έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, αναφέρεται δε σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο και κατ' εξαίρεση δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας της, να προβεί με απόφασή του σε τροποποίηση της ρύθμισης που πηγάζει είτε από συμφωνία των διαδίκων είτε από τις ως άνω διατάξεις του νόμου, για απόλυτη χρήση εκ μέρους όλων των συνιδιοκτητών της καθέτου ιδιοκτησίας του ακαλύπτου οικοπέδου, κατά τον προτεινόμενο από την ενάγουσα τρόπο, με την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης συγκεκριμένων τμημάτων αυτού σε κάθε αντίδικη πλευρά και τον αποκλεισμό αντίστοιχα από την χρήση των παραχωρούμενων αποκλειστικά στην άλλη πλευρά τμημάτων του.
Ειδικότερα στην αγωγή πλην του ότι ο προτεινόμενος σε αυτήν τρόπος ρύθμισης της χρήσης του επίδικου κοινόχρηστου χώρου φέρεται να είναι επωφελέστερος για όλους τους διαδίκους και κυρίως για την ενάγουσα, γεγονός που δεν αποτελεί στοιχείο κρίσιμο για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος στην προαναφερόμενη διάταξη, δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι με βάση τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η ως άνω τροποποίηση, η οποία φθάνει στον πλήρη αποκλεισμό από την χρήση τμημάτων του κοινού πράγματος, επιβάλλεται, επειδή λόγω μεταβολής των συνθηκών, η υφιστάμενη πηγάζουσα εκ του νόμου ρύθμιση, δυνάμει της οποίας όλοι οι συνιδιοκτήτες της επίδικης σύνθετης κάθετης συνιδιοκτησίας έχουν δικαίωμα σε απόλυτη χρήση όλων των κοινών πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων τμημάτων του ακάλυπτου οικοπέδου, δημιουργεί κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας.
Εξάλλου, τέτοιου είδους αδυναμία ομαλής λειτουργίας αυτής δεν υφίσταται επειδή η ενάγουσα επικαλείται απλά επωφελέστερη οικονομικά αξιοποίησή της, ούτε λόγω της αναφερόμενης στην αγωγή άρνησης των εναγομένων να δεχθούν την προτεινόμενη από την ενάγουσα ρύθμιση και η πρόκληση εξ αυτού του λόγου ασυνεννοησίας και συγκρούσεων μεταξύ των διαδίκων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτιθέμενα, το αίτημά της προσκρούει στις προαναφερόμενες διατάξεις, που δεν αποκλείουν μεν τη ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 790 ΑΚ, θέτουν όμως όρια σε αυτήν, τα οποία αποκλείουν εν προκειμένω την αιτούμενη ρύθμιση.
Η τελευταία δε για τους ανωτέρω λόγους, ούτε στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ μπορεί να θεμελιωθεί, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, μη υποπίπτοντας σε κάποια πλημμέλεια ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, απορριπτομένων των συναφών με το ζήτημα τούτο λόγων εφέσεως.".
Από τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 3§2, 4§1, 5 περίπτ. α', 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που εξακολουθεί και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 54 του Εις.Ν.Α.Κ.), 2, 3 του ν. δ. 1024/1971 "Περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 785, 787, 790, 1002 και 1117 του Α.Κ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση συστάσεως χωριστής κυριότητας επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επί ενιαίου οικοπέδου (κάθετης ιδιοκτησίας), η οποία είναι έγκυρη ακόμη και αν έγινε πριν από την έναρξη ισχύος του ν.
δ. 1024/1971 (15.11.1971), μπορεί με τη συστατική πράξη ή με ιδιαίτερη συμφωνία των συνιδιοκτητών, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, να οριστεί ότι το τμήμα του εδάφους στο οποίο ανεγείρεται η αυτοτελής οικοδομή και ο χώρος που την εξυπηρετεί δεν θα είναι κοινόχρηστα μέρη, αλλά θα ανήκουν στην αποκλειστική χρήση του κυρίου της αυτοτελούς οικοδομής.
Η δικαιοπρακτική αυτή ρύθμιση της χρήσεως του εδάφους μπορεί να τροποποιηθεί, κατ` αρχήν μόνο, με νέα απόφαση της παμψηφίας των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί. Κατ' εξαίρεση, η τροποποίηση αυτή μπορεί να γίνει με απόφαση του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 του Α.Κ., το οποίο έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο.
Με βάση έτσι τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου να τροποποιηθεί η ως άνω δικαιοπρακτική ρύθμιση, όταν, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, ιδίως δε όταν η ρύθμιση αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της κάθετης ιδιοκτησίας (Α.Π. 937/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3741/1929 και 790 του Α.Κ., προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει κανονισμός ούτε συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού ακινήτου, τότε κάθε συνιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει τον κανονισμό τους από το δικαστήριο. Η παρέμβαση του δικαστηρίου είναι ρυθμιστική και δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αποσκοπεί δε στην εξεύρεση του τρόπου διοικήσεως του κοινού ακινήτου, με βάση τις λειτουργικές συνθήκες του οικοδομήματος, την τοποθεσία και τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή.
Ο καθορισμός, όμως, από το δικαστήριο του τρόπου διοικήσεως και χρησιμοποιήσεως του κοινού υπόκειται σε περιορισμούς που προκύπτουν, ιδίως, από τις διατάξεις των άρθρων 3§§1, 2 και 5 περίπτ α' του ν. 3741/1929 και 792 του Α.Κ., δηλαδή δεν μπορεί να αποφασισθεί ρύθμιση που να βλάπτει κάποιο συνιδιοκτήτη ή να δημιουργεί κίνδυνο για την ασφάλεια της οικοδομής, να μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των κοινών πραγμάτων, να εκφέρει ουσιώδη μεταβολή ή δυσανάλογα δαπανηρή προσθήκη σε αυτή.
Με βάση τα παραπάνω, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την κατανομή της χρήσεως του κοινού πράγματος μεταξύ των συνιδιοκτητών κατά τμήματα ή χώρους ή κατά χρονικά διαστήματα εκ περιτροπής κ.α. (Α.Π. 1002/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2022, Ολ.Α.Π. 6/2019, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κακώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3§§1,2, 4§1, 5 περίπτ.
α' του ν. 3741/1929, 1 επόμ. ν. δ. 1024/1971 και 790 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να απορριφθεί η από 31.08.2017 αγωγή ως μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις σκέψεις που προπαρατέθηκαν, δέχθηκε ότι στο ένδικο οικόπεδο έχουν αναγερθεί οικοδομές υπαγόμενες στις ρυθμίσεις του ν. 3741/1929 και του ν.
δ. 1024/1971, δηλαδή με το σύστημα της σύνθετης κάθετης συνιδιοκτησίας, ότι με το συστατικό, νομίμως μεταγραφέν, συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν λήφθηκε πρόνοια για τη ρύθμιση της χρήσεως των κοινοχρήστων μερών και ότι η αιτούμενος τρόπος καθορισμού της χρήσεως αυτών (που δεν αντιστοιχεί σε δικαίωμα της αναιρεσείουσας κοινωνού) κείται πέραν της ρυθμιστικής λειτουργίας του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του άρθρου 790 και, τούτο, διότι ο κοινόχρηστος χώρος του οποίου ζητείται η ρύθμιση της χρήσεως εξυπηρετεί το σύνολο των οριζοντίων ιδιοκτησιών του οικοπέδου και πιθανή αποκλειστική χρήση του εκ μέρους της αναιρεσείουσας θα μεταβάλλει βλαπτικά τη σχέση των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων με το εν λόγω χώρο.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 3§§1,2, 4§1, 5 περίπτ. α' του ν. 3741/1929, 1 επόμ. ν. δ. 1024/1971 και 790 του Α.Κ.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Πράγμα, συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου σχετικός με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και, συνεπώς, δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 976/2008). Τέλος, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 354/2011, Α.Π. 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003, Α.Π. 885/1994), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, πέραν των μνημονευομένων στην από 31.08.2017 αγωγή της αναιρεσείουσας και τέσσερεις, επιπλέον, πραγματικούς ισχυρισμούς του, τους οποίους εκθέτει στο αναιρετήριο "προς συμπλήρωση" των ήδη μνημονευθέντων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, τούτο, διότι οι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, ως τέτοιοι, δεν τέθηκαν υπόψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και δεν συντρέχει γι' αυτούς η πρόβλεψη του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ.. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§3 εδάφ.
ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), που κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03.03.2022 αίτηση της Μ. Σ. Ι. Ε., το γένος Ε. και Γ. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 135/23.08.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου