Legislator Case Law & Legislation
976/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and vague grounds regarding property ownership and interpretation rules.

Case Number 976/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court wrongly rejected his claim and failed to apply specific civil code interpretation rules, but the court found these arguments vague and based on a false premise. Consequently, the appeal was rejected because the appellant lacked legal interest and did not meet the strict requirements for citing interpretation errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 516, 517 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, section 1, subsection b of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200 of the Civil Code: Legal interest is a prerequisite for appeal, and grounds for appeal regarding interpretation rules must be specific and reference the appeal petition.

Keywords

AI generated
legal interest requirement appeal admissibility property ownership dispute interpretation rules vague grounds rejection civil procedure code court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 516, 517 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, section 1, subsection b of the Code of Civil Procedure
Articles 173, 200 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Case 863/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 976 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 976/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Χρονοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2000 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας λόγω αρμοδιότητας, 20/2001 προδικαστική, 114/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και 1286/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-8-2006 αίτησή του και με τους από 30-1-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 26-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516, 517 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικο του, από διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της από 27.7.2005, εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών ζητήσε να εξαφανισθεί η 114/ΤΠ/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας για το λόγο ότι η εκκαλουμένη απόφαση "δέχθηκε ότι ο πατέρας μου Α , αγόρασε το έτος 1950 από τον Β το οικόπεδο των 230 τ.μ., ότι επί τμήματος αυτού, μόλις 70 τ.μ, ανεγέρθηκε το έτος 1960 κτίσμα - επρόκειτο για το βενζινάδικο, του οποίου αργότερα μετατράπηκε η επαγγελματική χρήση - το οποίο καταλάμβανε 54 τ.μ.

και ότι το έτος 1970 ανεγέρθηκε και δεύτερο κατάστημα εμβαδού 34 τ.μ., τη νομή και κατοχή ασκώ εγώ από το έτος 1970. Συνεπεία των αμέσως προαναφερομένων παραδοχών, η εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι εγώ δεν είχα ποτέ τη νομή και κατοχή του επιδίκου, δηλαδή των 70 τ.μ και ότι ο πατέρας μου ασκούσε συνεχώς, από το έτος 1950 έως και το έτος 1989, τη νομή και κατοχή αυτού και μετέπειτα ο αντίδικος μου ήδη εφεσίβλητος, άρα ουδένα απολύτως δικαίωμα έχω επί του επιδίκου δεχόμενη την ένσταση ιδίας κυριότητας, που προέβαλε ο αντίδικος - ήδη εφεσίβλητος, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δίκης, επικαλούμενος την συνδρομή των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, προδήλως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο".

Ο ως άνω λόγος της εφέσεως απορρίφθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 1286/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως άνευ αντικειμένου, καθ' όσον η ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου είχε, κατά τις παραδοχές του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορριφθεί, ως μη νόμιμη, "καθ' όσον, ουδέποτε συνεστήθη χωριστή κυριότητα στο επίδικο ώστε να δύναται να χρησιδεσποθεί τούτο".

Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι δεν υφίστατο, κατ' άλλη έκφραση, έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για προβολή του ως άνω λόγου της εφέσεως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ με το να κηρύξει απαράδεκτο τον λόγο αυτό της εφέσεως και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος -δεύτερος των προσθέτων με στοιχ.

II- λόγος αναιρέσεως, που φέρεται ότι υπάγεται στο εδαφ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθή όμως υπαγωγή εμπίπτει στο εδ. 14 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

II). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989).

Επίσης δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : " Ο ενάγων, που γεννήθηκε το έτος 1938, είναι το τρίτο τέκνο μιας παραδοσιακής, πολυμελούς, -με επτά τέκνα - οικογένειας, στην οποία ο πατέρας Α ήταν ο αρχηγός της οικογένειας, ο οποίος ελάμβανε και υλοποιούσε τις αποφάσεις, ενώ τα τέκνα, τουλάχιστον μέχρι να παντρευτούν και να αποκτήσουν δική τους οικογένεια και οικονομία, είχαν κοινή οικονομία με τον πατέρα τους, εργαζόμενοι μαζί τους στα οικογενειακά κτήματα ή επιχειρήσεις......Ο τελευταίος περί το έτος 1950 αγόρασε άτυπα από τον αληθή κύριο Β ένα οικόπεδο εμβαδού 700 τ.μ.

περίπου στο ..., το οποίο παραχώρησε άτυπα στον μεγαλύτερο υιό του Γ, που ήταν τότε 18 ετών, εκτός από ένα τμήμα του εμβαδού 230 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με το υπόλοιπο οικόπεδο που παραχώρησε στον Γ, νότια....... Στο οικόπεδο αυτό των 230 τ.μ. που είχε στην νομή του ο Α και δη στην πρόσοψη του προς την οδό ..., ανήγειρε περί το έτος 1960 μικρό κατάστημα - πρατήριο υγρών καυσίμων, αρχικά εμβαδού 36 τ.μ. (βλ.

την υπ' αριθμ. 312/1961 οικοδομική άδεια που εκδόθηκε εκ των υστέρων, επ' ονόματι Α και υιών). Αργότερα, περί το έτος 1967-1970 επεξέτεινε το ως άνω πρατήριο κατά 18 τ. μ. ακόμα, ώστε να γίνει 54 τ.μ., έκτισε δίπλα σε αυτό και ένα δεύτερο κατάστημα εμβαδού 34 τ.μ. περίπου και πάνω από τα δυο αυτά καταστήματα κατασκεύασε διαμέρισμα εμβαδού 70 τ.μ.

περίπου. Ο Α προέβη στην κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων, με την συνδρομή πάντα, όπως και στις άλλες δραστηριότητες του, των τέκνων του, τουλάχιστον όσων από αυτά ήταν σε θέση να συνεισφέρουν, είτε οικονομικά είτε με προσωπική εργασία. Ωστόσο, νομέας του ακινήτου, και στην συνέχεια κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρέμενε ο Α, ο οποίος εκμεταλλευόταν ο ίδιος το επίδικο πρατήριο υγρών καυσίμων, βοηθούμενος κατά καιρούς από ορισμένα από τα τέκνα του (όχι όμως τον ενάγοντα), μέχρι το έτος 1985, οπότε παραχώρησε την επιχείρηση της εμπορίας υγρών καυσίμων στον υιό του Δ (μάρτυρα του εναγόμενου).

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αγόρασε ο ίδιος το ακίνητο των 230 τ.μ. από τον Β το έτος 1960 και ότι έκτισε ο ίδιος το κατάστημα των 54 τ.μ. (που, όπως προαναφέρθηκε, όταν κτίστηκε δεν ήταν 54 τ.μ. αλλά 36 τ.μ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εκτός των άλλων, για το λόγο ότι το έτος 1960 ο ενάγων ήταν μόνο 22 ετών και, αντικειμενικά, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα ούτε να αγοράσει το ακίνητο ούτε να οικοδομήσει και να εγκαταστήσει σε αυτό πρατήριο υγρών καυσίμων.

Εξάλλου, το έτος 1950, που πράγματι αγοράστηκε το ακίνητο (γεγονός που ομολογεί και ο ίδιος ο ενάγων σε άλλη αγωγή του, ήτοι την από 26.1.1987 κατά του Β) ο ενάγων ήταν μόλις δώδεκα ετών. Το έτος 1989, δυνάμει του προσκομιζόμενου από τον εναγόμενο από 9.1.1989 εγγράφου (δακτυλογραφημένου), ιδιωτικού συμφωνητικού, που φέρει την υπογραφή και του πατέρα του ενάγοντος, Α (η οποία υπογραφή δεν προσεβλήθη ως πλαστή) ο Α, ως νομέας και κύριος του τμήματος του ακινήτου, εμβαδού 70 τ.μ.

περίπου, στο οποίο λειτουργούσε η επιχείρηση υγρών καυσίμων ... και ο αδερφός του ενάγοντος Δ, στο όνομα του οποίου λειτουργούσε τότε η επιχείρηση, πώλησαν προς τον εναγόμενο το ως άνω ακίνητο των 70 τ.μ μαζί με την επιχείρηση, και παρέδωσαν σε αυτόν τη νομή του επίδικου, αντί συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος 8.500.000 δρχ.

Στο τίμημα αυτό περιλαμβάνονταν και ένα πετρελαιοφόρο αυτοκίνητο, αξίας, σύμφωνα με το συμφωνητικό, 500.000 δρχ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στον εναγόμενο μεταβιβάσθηκε μόνον η επιχείρηση εμπορίας υγρών καυσίμων και όχι η νομή του ακινήτου, διαψεύδεται από το προαναφερόμενο συμφωνητικό, στο οποίο με πλήρη σαφήνεια γίνεται λόγος για πώληση του επίδικου ακινήτου, στο οποίο μάλιστα περιγράφεται λεπτομερώς, μαζί με την επιχείρηση και το αυτοκίνητο.

Διαψεύδεται, ομοίως, ο ισχυρισμός αυτός και από τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, διότι δεν είναι δυνατόν, εν έτει 1989, ένα μικρό πρατήριο στο ... να στοιχίζει, ως επιχείρηση, 8.000.000 δρχ. Εξάλλου, δεν εξηγεί ο ενάγων, -εφόσον κατά τους ισχυρισμούς του, πωλήθηκε μόνο η επιχείρηση ποία ήταν η τύχη του ακινήτου στο οποίο ήταν εγκατεστημένη, δηλαδή, ποία συμφωνία έγινε, σε σχέση με το ακίνητο.

Ειδικότερα δεν επικαλείται, ούτε μίσθωση ούτε χρησιδάνειο, ούτε οποιαδήποτε άλλη ενοχική σχέση, βάση της οποίας να κατείχε ο εναγόμενος το επίδικο, ώστε να εκμεταλλευτεί την επιχείρηση που τόσο ακριβά αγόρασε. Επί πλέον, δεν είναι νοητό να αγοράζει κάποιος μια επιχείρηση μετέωρη, χωρίς δηλαδή να συνδέεται με το ακίνητο στο οποίο λειτουργεί, πολύ περισσότερο μια επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων, που απαιτεί ειδικές εγκαταστάσεις ακινήτου για να λειτουργεί και να αναγκάζεται μετά, να καταλάβει "παράνομα" και "αυθαίρετα" το ακίνητο για να λειτουργήσει την επιχείρηση του, όπως όλως εξωπραγματικά ισχυρίζεται ο ενάγων .Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ένα εξόχως χαρακτηριστικό έγγραφο που προσκομίζει ο εναγόμενος και καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντος Πρόκειται για το από 12.12.1996 χειρόγραφο σημείωμα συμφωνητικό, που έχει υπογραφεί μεταξύ του εναγόμενου και του ενάγοντος..., στο οποίο αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι οι διάδικοι "θα επιθεωρήσουν το κατάστημα του Ψ", δηλαδή το κατάστημα του εναγόμενου και όχι του ενάγοντος, και ότι "θα προχωρήσουν σε οριζόντια ιδιοκτησία συμβολαιογραφική για να προσδιορίσουν τις ιδιοκτησίες τους" (βλ.

από 12.12.96 έγγραφο). Είναι επομένως φανερό ότι και ο ίδιος ο ενάγων αναγνώριζε ότι το επίδικο δεν του ανήκε, αλλά είχε παραδοθεί στη νομή του εναγόμενου.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν υπήρξε ποτέ νομέας του επίδικου, ούτε έγινε ποτέ κύριος με έκτακτη χρησικτησία, αφού νομέας και κυρ ιός του επίδικου μέχρι το έτος 1989 ήταν ο πατέρας του Α και από το 1989 και εντεύθεν το κατέχει και το νέμεται ανενόχλητα ο εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα προέβη και σε σημαντικές δαπάνες ανακαίνισης και βελτίωσης του, ενώ από το έτος 1996 άλλαξε την χρήση του καταστήματος και το χρησιμοποιεί πλέον ως καφεκοπτήριο και κατάστημα πώλησης ζαχαρωδών προϊόντων. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...". Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο απέρριψε την διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος, χωρίς να παραβλέψει τον ισχυρισμό που αποτελούσε και λόγο της εφέσεως του, σχετικά με το ότι το από 9.1.1989 ιδιωτικό συμφωνητικό αφορούσε αποκλειστικά και μόνο στην πώληση και μεταβίβαση της επιχείρησης από τον πατέρα του, αλλ' αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Εξ' άλλου και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη την με αριθ. 911/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με την οποία είχε αναγνωρισθεί η κυριότητα του αναιρεσείοντος - ενάγοντος επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία έναντι του Β, ήτοι τρίτου προσώπου που δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον αναιρεσίβλητο, ως αποδεικτικό έγγραφο, κατ' άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ.

προς έμμεση απόδειξη του περί κτήσεως της κυριότητας ισχυρισμού του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

III). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ. για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο της αναιρετηρίου, ως και τον πρώτο και δεύτερο των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθ. 1, 8, και 19 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την μη επαναφερθείσα νομίμως ενώπιον του Εφετείου υπό του αναιρεσιβλήτου ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, άλλως για το λόγο ότι την έκανε δεκτή κατά παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045 και 281 του Α.Κ., επί πλέον δε προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Εφετείο δέχθηκε με αυτή, εκτός από τα ανωτέρω και ότι, η άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος αγωγή είναι αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η κρίση όμως αυτή του Εφετείου είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο επαρκώς στηρίζεται στην κρίση ότι, ο αναιρεσείων ουδέποτε απέκτησε, κατά τα προεκτεθέντα, την κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, ασκούνται χωρίς έννομο συμφέρον και είναι γι' αυτό απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

IV). Με τον πρώτο των προσθέτων λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αιτίαση για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, δεχόμενο κατά τα στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναφερόμενα, την σχετική ένσταση κυριότητας του αναιρεσιβλήτπου, αφού διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Όμως, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε, επικυρώνοντας την με αριθμό 114/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ως απορριπτέα την αγωγή του αναιρεσείοντος, γιατί δεν αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το δικαίωμα της κυριότητας του στο επίδικο, και όχι κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων, με την οποία αυτό ουδόλως ασχολήθηκε, αφού η ένσταση αυτή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη με την με αριθμό 20/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω των προσθέτων λόγος αναιρέσεως, ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση της αποδοχής εκ μέρους του Εφετείου της ενστάσεως της ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων.

V). Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β ΚΠολΔ, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, επί μεν αιτιάσεως για μη εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων, ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, επί δε αιτιάσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων αυτών, σε τίσυνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή τους σε σχέση με την καλή πίστη (Α.Π. 863/2007).

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ, πλημμέλεια της μη εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ως προς την ερμηνεία των αναφερόμενων στο λόγο αυτό δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων, που περιέχονται στο από 9.1.1989 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως, με το οποίο πατέρας του ενάγοντος, ως και ο αδελφός του Δ, πώλησαν στον αναιρεσίβλητο ατύπως και παρέδωσαν σ' αυτόν τη νομή του επιδίκου, με τον ίδιο δε λόγο, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη, ο οποίος ασκείται επικουρικώς, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων ως προς την ερμηνεία των αυτών δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ως και οι από 30.1..2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.8.2006 αίτηση του Χ και τους από 30.1.2008 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της 1286/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ