Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as procedural errors concern substantive law, not procedural law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to retry the appeal against the Court of First Instance of Thessaloniki. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the registration of claims and the admissibility of new documents. The court rejected these arguments, ruling that the cited provisions govern substantive law rather than procedural law, and thus cannot be challenged via the specific procedural ground invoked.
Legislator headnote
AI generatedArticles 544(7) and 220 of the Code of Civil Procedure; The court held that violations of substantive law provisions, even if labeled as procedural, cannot be reviewed on appeal under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1573 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1573/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ι. Θ.-… Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο «Ξενοδοχείο ...», που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύουσα στο δάσος του Σέιχ Σου,
2. Λ. Γ. του Θ.,
3. Β. Γ. του Θ.,
4. Β. Θ. του Ι., κατοίκων Θεσσαλονίκης,
5. Ε.-Β. Θ. του Ι., κατοίκου Θεσσαλονίκης, νομίμως εκπροσωπούμενου ως ανηλίκου, δια των γονέων του Ι. Θ. και Π. Γ.,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Σταμάτη Κουμάνη και Στέργιο Σκουρολιάκο.
Των αναιρεσίβλητων:
1. Ε. συζ. Γ. Π., το γένος Γ. Θ.,
2. Σ. συζ. Χ. Π., το γένος Γ. Θ.,
κατοίκων Θεσσαλονίκης που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γκεσούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.1997 αγωγή του Γ. Θ. του Ι., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30444/1998 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 1549/2015 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 02.10.2015 αίτησή τους ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εκδόθηκε η 79/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που απέρριψε την αναίρεση. Την αναψηλάφηση της 1549/2015 απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 27.06.2015 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 2839/2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Την αναίρεση των 1549/2015 και 2839/2018 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18.02.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 555 ΚΠολΔ, δεύτερη αναίρεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Εξαίρεση από τον κανόνα υπάρχει στην περίπτωση νομότυπης παραίτησης του διαδίκου από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2005), ή απόρριψης ως απαράδεκτης της αναίρεσης (ΑΠ 1723/2012).
Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλονται:
1) η 2839/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η με αριθ. κατ. 1/1567/28-6-2017 αναψηλάφηση των αναιρεσειόντων στρεφόμενη κατά της 1549/2015 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης).
2) η τελευταία αυτή απόφαση (1549/2015), με την οποία, κατόπιν παραδοχής έφεσης του αρχικώς ενάγοντος Γ. Θ. του Ι. (στη δικονομική θέση του οποίου, λόγω του θανάτου του, είχαν ήδη υπεισέλθει οι καθ’ ων η αναψηλάφηση και ήδη αναιρεσίβλητες), έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η με αρ. κατ. 47064/1997 αγωγή του παραπάνω ενάγοντος, στρεφόμενη κατά (α) του αδελφού του Β. Θ. του Ι., (στη δικονομική θέση του οποίου, λόγω του θανάτου του, είχαν ήδη υπεισέλθει οι 2ος έως και 5ος των αναιρεσειόντων) και (β) της ΑΕ «Β. Ι.Θ. - ... ΑΕ» και ήδη 1ης αναιρεσείουσας και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα των αναφερόμενων συμβάσεων αγοραπωλησίας, ως εικονικών, ως προς το πρόσωπο του αρχικώς εναγομένου αγοραστή Β. Θ. κατά ποσοστό 50% και η συγκυριότητα του αρχικώς ενάγοντος Γ. Θ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω 1549/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή και του σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων που προβλήθηκε με τις εντός της νόμιμης 20ήμερης προθεσμίας (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) προτάσεις τους. Τούτο, καθόσον, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και με βάση τα όσα αυτοί εκθέτουν στο δικόγραφο της αναίρεσης, οι ίδιοι αναιρεσείοντες είχαν ασκήσει κατά των νυν αναιρεσιβλήτων άλλη προγενέστερη αίτηση αναίρεσης (από 02.10.2015), στρεφόμενη κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης (1549/2015). Επί της αίτησης εκείνης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 79/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε αυτή στο σύνολό της, με συνέπεια το απαράδεκτο της δεύτερης ένδικης αναίρεσης.
Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 2839/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την αναψηλάφηση των αναιρεσειόντων είναι παραδεκτή (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα μέσα αυτά, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 293/2016, ΑΠ 434/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δύο νέα κρίσιμα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου στη δίκη επί της αναψηλάφησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για τη θεμελίωση του εκ του άρθρου 544 αρ. 7 λόγου της αναψηλάφησης και την απόδειξη ότι η προαναφερόμενη με αριθ.
κατ. 47064/1997 αγωγή του Γ. Θ. του Ι. είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του αναρμόδιου κατά τόπο υποθηκοφυλακείου Νεάπολης και όχι αυτού της Θεσσαλονίκης, όπως απαιτείτο για το παραδεκτό αυτής, κατ’ άρθρο 220 ΚΠολΔ, η οποία έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη (α) το με αριθ.
πρωτ. …/13-3-2017 έγγραφο του Δήμου Νεάπολης Συκεών και (β) το με αριθ. …/12-12-1992 έγγραφο της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης για τη θέση του ακινήτου. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση τα δύο αυτά έγγραφα, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά, λήφθηκαν μεν υπόψη, αλλά κρίθηκαν «ως μη κρίσιμα», σύμφωνα με την αναφερόμενη στην απόφαση νομική σκέψη, ότι η επικαλούμενη μη προσήκουσα εγγραφή της αγωγής δεν αποτελεί παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 544 ΚΠολΔ ώστε να αποτελέσει λόγο αναψηλάφησης, αλλά δικονομικού, και ότι δεν είναι ικανά τα έγγραφα αυτά να παράγουν δεσμευτική απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη και, συνεπώς, να αποτελέσουν λόγο αναψηλάφησης της προσβαλλόμενης με αυτήν απόφασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, αλλά συντελούν στην απόδειξη ενδεχομένως δικονομικού κανόνα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
[III] Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκει την ανατροπή της επιβλαβούς γι' αυτόν συνέπειας. Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι και ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό που στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015). Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι μολονότι με την αναψηλάφηση οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι «η διεκδικητική αγωγή του Γ. Θ. δεν είχε εγγραφεί νόμιμα στο αρμόδιο κατά τόπο υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης αλλά εγγράφηκε στο αναρμόδιο κατά τόπο υποθηκοφυλακείο Νεάπολης», το Εφετείο «δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους αυτόν και άφησε αδίκαστη την αιτίασή τους αυτή και το αίτημά τους περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω μη εγγραφής αυτής στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, αναφορικά με το διεκδικητικό αίτημα αυτής», ενώ αντίθετα έκρινε τις σχετικές αιτιάσεις ως προς τα άλλα αιτήματα (της εικονικότητας των συμβάσεων πώλησης και της αναγνώρισης της συγκυριότητας του αρχικώς ενάγοντος).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον ανεξάρτητα από το αν οι επικαλούμενες αιτιάσεις, όπως κατά λέξη εκτίθενται, θεμελιώνουν λόγους από τους αριθ. 8 ή 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι πλημμέλειες αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλομένης, που στηρίζεται στην απόρριψη ως αβάσιμου του μοναδικού λόγου αναψηλάφησης από το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα στην απόρριψη στο σύνολό της της αναψηλάψησης.
Εξάλλου, η αγωγή αυτή, ως προς τη σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή είχε περιορισθεί σε μόνο το αναγνωριστικό αίτημα (αναγνωριστική κυριότητας η οποία είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του πιο πάνω Υποθηκοφυλακείου) και αντίστοιχο είναι και το διατακτικό της προσβαλλόμενης με την αναψηλάφηση απόφασης, ώστε οι επικαλούμενες πλημμέλειες να είναι αλυσιτελείς και για το λόγο αυτό.
[IV] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001), ενώ, με αυτόν ελέγχεται το παραδεκτό του λόγου αναψηλάφησης του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 549 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, εξετάζει τους λόγους της και αν θεωρήσει κάποιον από αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, τη δέχεται και εξαφανίζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση εξετάζει την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση, αλλιώς απορρίπτει την αναψηλάφηση. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το δικαστήριο μόνο μετά την εξέταση των λόγων της αναψηλάφησης και την παραδοχή ως παραδεκτού και ουσιαστικά βάσιμου κάποιου λόγου δέχεται αυτήν και, ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα, αφενός δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την προαναφερόμενη αγωγή του Γ. Θ., κατ’ άρθρο 220 ΚΠολΔ, λόγω της μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου κατά τόπο υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, αφετέρου κήρυξε ως απαράδεκτο τον από τον άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ λόγο αναψηλάφησης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση (α) ως προς το μεν το δεύτερο σκέλος, ότι ο μοναδικός λόγος αναψηλάφησης από το άρθρο αρ. 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, που προβλήθηκε με την αναψηλάφηση, απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, ενώ όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης και προεκτέθηκε κατά την έρευνα των άλλων λόγων, αυτό δεν συνέβη, αλλά αντίθετα ο λόγος αυτός αναψηλάφησης απορρίφθηκε ως αβάσιμος, (β) ως προς δε το πρώτο σκέλος, ότι ο λόγος αυτός αναψηλάφησης είχε προηγουμένως κριθεί ως παραδεκτός και βάσιμος, ώστε τότε μόνο το Εφετείο, μετά την παραδοχή αυτού και την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την αναψηλάφηση απόφασης έπρεπε να εξετάσει περαιτέρω την υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πράγμα όμως που δεν συνέβη, αφού αντίθετα ο λόγος απορρίφθηκε ως αβάσιμος και, ανακόλουθα, και η αναψηλάφηση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 549 παρ. 1 ΚΠολΔ.
[V] Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως και ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, πρέπει η παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου, ενώ η παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή, όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας δεν ελέγχεται με τους προκείμενους λόγους (ΑΠ 98/2013, ΑΠ 934/2008).
Με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι α) με τον τρίτο λόγο, δεν αιτιολογείται η κρίση, αναφορικά με το ζήτημα της εγγραφής της διεκδικητικής αγωγής στο υποθηκοφυλακείο κατ’ άρθρο 220 ΚΠολΔ, και αν η μη εγγραφή πληροί το λόγο αναψηλάφησης από το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ β) με τον τέταρτο λόγο, διαλαμβάνει, αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το αναγνωριστικό της εικονικότητας και το αναγνωριστικό της κυριότητας αίτημα, αντίστοιχα, της αγωγής, κρίνοντας (εσφαλμένα) ότι η περί εικονικότητας σωρευόμενη αγωγή δεν απαιτείτο να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ, και ότι τα προσκομιζόμενα νέα έγγραφα δεν μπορούσαν να στηρίξουν λόγο αναψηλάφησης από το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ και γ) με τον πέμπτο λόγο, διαλαμβάνει ανεπαρκείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την περιγραφή και το νομικό χαρακτηρισμό των νέων κρίσιμων εγγράφων που προσκομίστηκαν και με την εσφαλμένη κρίση ότι ο λόγος αναψηλάφησης από το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ προϋποθέτει την παραβίαση δικονομικού κανόνα.
Οι λόγοι αυτοί, όπως διατυπώνονται, με τους οποίους σαφώς αποδίδεται εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 544 αρ. 7 και 220 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι προεχόντως, διότι οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά δικονομικού (ΑΠ 643, 698/2009 και ΑΠ 458/2017 αντ.) ενώ μάλιστα όλοι οι κανόνες του άρθρου 544 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 909/2011) και η επικαλούμενη παραβίασή τους δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον προκείμενο λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα προεκτεθέντα.
[VI] Κατ’ ακολουθίαν τον ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.02.2019 αίτηση των ΑΕ «Β. Ι. Θ. -... ΑΕ» κλπ. για αναίρεση των 2839/2018 και 1549/2015 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και
των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών
αποχωρησάντων από την Υπηρεσία,
η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Ανθή Γκάμαρη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ